422 Views |  Like

Αλεξάντρ Μεν Το εκκλησιαστικό δρώμενο ως σύνθεση των τεχνών

Το εκκλησιαστικό δρώμενο είναι εκείνο το οποίο βλέπετε, όταν εισέρχεστε στο ναό. Ο άνθρωπος, είτε είναι πιστός είτε όχι, έτσι κι αλλιώς έρχεται σ’ επαφή μαζί του όταν κοιτάζει αυτή την ιδιότυπη ιερουργία. Για ορισμένους αυτό είναι όμορφο, μυστηριώδες, αινιγματικό, για κάποιους άλλους είναι ακατανόητο, κάτι σαν θεατρική παράσταση σε μια ξένη γλώσσα. Για κάποιους τρίτους αυτό είναι αρχαϊκό, παλιό, σαν θραύσμα της αρχαιότητας. Πιθανόν, όλοι να έχουν δίκιο με τον τρόπο τους.

Η ιερουργία είναι εκείνο που διατηρήθηκε στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία μας σε όλες τις εποχές της ύπαρξής της, ακόμη και στις πιο δύσκολες. Γίνονταν πάντα, και στις πρώτες ημέρες του χριστιανισμού στη Ρους και στην εποχή του τατάρικου ζυγού και στον 20ο αιώνα τα χρόνια του σταλινισμού, όπου, εκτός από τη θεία λειτουργία δεν είχαμε τίποτα άλλο.

Η θεία λειτουργία είναι το κέντρο, ο άξονας, αν θέλετε, του πολιτισμικού θεμελίου της εκκλησιαστικής ζωής. Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι η πρώτη μαρτυρία για τη θεία λειτουργία εκ μέρους των μη χριστιανών είναι ταυτόχρονα και το πρώτο μνημείο μιας τέτοιας μαρτυρίας.

Σχετικά πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο «Επιστολές του Πλινίoυ του Νεότερου». Ήταν ένας θαυμάσιος διανοούμενος, μόνο που δεν είχε ιδέα τι είναι αυτή η νέα δύναμη που δυναμώνει θαρρείς από κάτω, από την παρανομία. Και σε μία από τις επιστολές του αναφέρεται στους χριστιανούς, οι οποίοι είχαν κάνει την εμφάνισή τους στην επαρχία του. Αυτό συνέβη στη Μικρά Ασία, στα εδάφη της σημερινής Τουρκίας, εβδομήντα, ογδόντα χρόνια μετά τη σταύρωση του Ιησού Χριστού. Ο Πλίνιος ο νεότερος περιγράφει τη θεία λειτουργία. Στη βάσ%d0%bc%d0%be%d1%81%d0%ba%d0%b2%d0%b0-2η της υπήρχε η ίδια εκείνη αρχή, που υπάρχει και σ’ εμάς, και  οποία τέθηκε πριν από δύο χιλιάδες χρόνια στο χριστιανισμό και ισχύει εσαεί. Κάθε πολιτισμένος άνθρωπος, ο οποίος θέλει να γνωρίσει σε ένα, έστω και μικρό βαθμό, την πολιτισμική κληρονομιά του λαού του και πολλών άλλων λαών της χώρας μας – γιατί ο χριστιανικός πολιτισμός γαλούχησε τους πολιτισμούς του Καυκάσου, της Βαλτικής, της Δυτικής Ουκρανίας, – αυτός ο άνθρωπος θα πρέπει να έχει μια μικρή ιδέα γι’ αυτή τη θεία λειτουργία.

Πολύ πιθανόν, όπως θα θυμάστε όλοι, στα σύγχρονα κινηματογραφικά έργα, σπάνια υπάρχουν σκηνές από τη θεία λειτουργία. Και στις κινηματογραφικές μεταφορές έργων των κλασσικών και στις ταινίες για τα προεπαναστατικά χρόνια ξαφνικά εμφανίζεται πότε ένας γάμος, πότε ένα μνημόσυνο, πότε απλά η θεία λειτουργία, πότε ο ήχος της ψαλμωδίας, κοσμούν τα γεγονότα που εκτυλίσσονται. Οι ψαλμωδίες αυτές ηχούν και στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο. Μερικές φορές νιώθω παράξενα, για παράδειγμα, όταν ακούω πως ψάλουν το Χερουβικό στο ραδιοφωνικό σταθμό της Μόσχας. Παρόλα αυτά όμως, είναι σωστό γιατί είναι μέρος μιας μεγάλης καλλιτεχνικής, πολιτισμικής και πνευματικής παράδοσης.

Μη νομίσετε, φυσικά, ότι είμαι τόσο τολμηρός ώστε να προσπαθήσω σε μια σύντομη συζήτηση μαζί σας να σας εξηγήσω την ουσία της θείας λειτουργίας. Θα σας μιλήσω μόνο για δύο πράγματα: γιατί αυτή αποκαλείται ιερουργία και τι συμμετέχει σε αυτήν.

Ο τίτλος της συνάντησής μας, της συζήτησής μας είναι δάνειος από το άρθρο του γνωστού επιστήμονα, φιλόσοφου, θεολόγου Πάβελ Φλορένσκι, ο οποίος έτσι τιτλοφόρησε το άρθρο του «Το εκκλησιαστικό δρώμενο ως σύνθεση των τεχνών». Εννοείται πως οι τέχνες αυτές δεν αγγίζουν την τελειότητα σε όλους τους ναούς. Εννοείται πως όχι πάντα η σύνθεση αυτή μπορεί να επιτευχθεί πρακτικά στην πλήρη της τελειότητα. Λόγος όμως γίνεται για το σημαντικό, για το κεντρικό ζήτημα.

Συνεπώς, το πρώτο. Γιατί «ιερουργία»; Χρειάζεται, άραγε, ο άνθρωπος να υπηρετεί το Θεό; Κατανοώ τον αρχαίο ειδωλολάτρη, ο οποίος θεωρούσε ότι η θεότητα χρειάζεται τις θυσίες του, χρειάζεται τα πρόσφορά του. Μπορούσε επίσης να θεωρεί ότι προσφέροντας στη θεότητα ένα μέρος των θηραμάτων του από το κυνήγι ή ό,τι άλλο έχει κατασκευάσει κατά τη διάρκεια της εργασίας του, είναι σα να τα μοιράζεται μαζί της και κατ’ επέκταση την υπηρετεί. «Υπηρετεί» σήμαινε «να σερβίρει στο τραπέζι». Λένε: «η γυναίκα υπηρετεί το τραπέζι» – αυτό σημαίνει ότι ταΐζει τους επισκέπτες.

1000

Όταν πραγματοποιούνταν επίσημο τραπέζι στους ειδωλολάτρες, τότε θεωρούνταν πως η θεότητα αόρατα ήταν παρούσα και οι άνθρωποι της πρόσφεραν φαγητό όχι τόσο για να φάει, όσο για να γίνει αδελφή μαζί τους, οικεία, για να βρίσκεται κοντά στον άνθρωπο.

Αν όμως στην παλιά, αρχαϊκή, αρχαία αντίληψη αυτό ήταν νομοτελειακό, φυσικό, τότε για τη δική μας, τη χριστιανική αντίληψη αυτό είναι αρκετά παράξενο. Και όχι μόνο για τη δική μας. Ήδη στην Παλαιά Διαθήκη, αρκετούς αιώνες προ Χριστού, ο προφήτης λέει: αν είναι δυνατόν, άνθρωποι, να νομίζετε πως ο Θεός χρειάζεται τα κεριά σας; Αφού αυτός άναψε όλα τ’ αστέρια στον ουρανό. Αν είναι δυνατόν να πιστεύετε ότι του χρειάζονται οι αμνοί που φέρνετε για θυσία; Αφού όλα τα θεριά στα βουνά και τα δάση είναι δικά του πλάσματα. Και τα λοιπά…-

Ήδη από τότε οι άνθρωποι καταλάβαιναν πως δεν τα χρειάζεται αυτά ο Θεός, αλλά κάτι άλλο. Και ο προφήτης Ωσηέ, ο οποίος έζησε οκτώ αιώνες πριν από τη Γέννηση του Χριστού, λέει εξ ονόματος του Δημιουργού: ««Ευσπλαχνία θέλω και όχι θυσίες». Όπως φαίνεται, το μεγαλύτερο δώρο του Δημιουργού είναι η ευσπλαχνία. Είναι η ανθρωπιά. Είναι το καλό. Παρόλα αυτά η αρχή της θείας λειτουργίας παρόλα αυτά παραμένει στον χριστιανικό πολιτισμό. Γιατί;

Απέμεινε γιατί σύμφωνα με την ιδρυτική, αρχέγονη χριστιανική παράδοση, σύμφωνα με το λόγο της Βίβλου το να είσαι το ύψιστο δώρο προς Εκείνον, ο Οποίος μας έδωσε τη ζωή, ο Οποίος δημιούργησε τον κόσμο του ανθρώπου και το ύψιστο δώρο στο Δημιουργό είναι η ευλογία και η αγάπη. Η θεία λειτουργία είναι κάτι σαν διάλογος του ανθρώπου με την οικουμένη, με το Εν και με τον Κόσμο και με τη Θεότητα. Γιατί εδώ εμείς σαν μια νέα σπείρα επιστρέφουμε προς κάτι το αρχαίο. Ο άνθρωπος καλεί την ύψιστη αρχή, για να τον πλησιάσει. Αυτό είναι ένα θαυμάσιο και μέγιστο μυστήριο. Γι’ αυτό και ο χριστιανικός ναός ανά τους αιώνες, δεν ήταν ποτέ σχολείο, δεν ήταν ποτέ απλά ένα μέρος, όπου οι άνθρωποι διάβασαν, πληροφορούνταν, αφομοίωναν και πήγαιναν στη συνέχεια στα σπίτια τους. Ήταν ένα μέρος όπου οι άνθρωποι ενώνονταν από κάτι που ήταν πολύ δυνατό, πολύ ισχυρό, που ήταν πνευματικό, μια πίστη, την οποία ήταν αδύνατο να μεταφέρει κανείς μόνο με το λόγο.

Φυσικά, όπως όλοι γνωρίζετε, ο λόγος αυτός είναι μια μεγάλη πανίσχυρη δύναμη. Εκτός, όμως από το λόγο, υπάρχουν πράγματα, τα οποία επίσης μπορούν να εκφράσουν την κατάστασή μας, τα βιώματά μας. Είναι η μουσική, είναι ο χορός, είναι η ζωγραφική, η απεικονιστική τέχνη. Και κατά τη διάρκεια πολλών αιώνων τα πράγματα ήρθαν έτσι που ο χριστιανικός ναός, στην ιδανική του μορφή, φυσικά, ο χριστιανικός ναός έγινε όντως η σύνθεση των τεχνών. Γι’ αυτό και σε αυτόν υπάρχουν οι γραμμές της αρχιτεκτονικής, οι οποίες δημιουργούν, όπως υπογράμμιζε ο Φλορένσκι, μια συγκεκριμένη αρμονία ακόμη και στον καπνό των καντηλιών. Ο καπνός, περνώντας κάτω από αυτούς τους θόλους, δημιουργεί μια κίνηση. Και οι τοίχοι του ναού, ότι κι αν λένε, ανταποκρίνονται στα λόγια και στις ψαλμωδίες.

Θα πρέπει να πούμε πως κατά τη διάρκεια δύο χιλιάδων ετών ιστορίας του χριστιανισμού και των χιλίων ετών της ιστορίας της ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, άλλαξαν και οι μορφές των ναών και ορισμένες τελετές και οι μελωδίες, όλα αυτά άλλαξαν. Γιατί η ζωή βάδιζε προς τα εμπρός, οι παραδόσεις και ο πολιτισμός αναπτύσσονταν. Συνεπώς, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι πολλά άλλαζαν, πάντα παρέμενε η τάση να μεταδίδεται το αμετάδοτο, να ενώνονται οι άνθρωποι όχι απλά, ώστε να ενώνονται μόνο οι σκέψεις τους, αλλά για να ενώνονται οι καρδιές τους. Εδώ δεν υπάρχει το τεχνητά επινενοημένο θέατρο, δεν υπάρχει σενάριο και οτιδήποτε άλλο παρόμοιο. Όλα αυτά αναπτύχθηκαν φυσικώ τω τρόπω και οργανικά.

Ο αρχαίος ρωσικός ναός και ο βυζαντινός ναός ήταν ένα ιδιότυπο μοντέλο της Οικουμένης. Όλα τα επίπεδα του κόσμου υπάρχουν σ’ αυτούς. Τα ζώα, τα φυτά, οι αστερισμοί, η ιστορία της ανθρωπότητας, η ιερή ιστορία, η δημιουργία του κόσμου, το τέλος της γήινης ιστορία, οι μορφές των αγίων, όλα αυτά είχαν επιλεγεί στους αρχαίους ναούς με μια αυστηρά καθορισμένη και νοηματική δομή. Όλα έτειναν προς κάποιο ένδοξο σύνολο, όλα, αρχής γενομένης από τις σκηνές της ιερής ιστορίας και τελειώνοντας με τις φιγούρες στο εικονοστάσι, όλα σαν να ενώνουν το ιερό με τον υπόλοιπο ναό.

Στο σημείο αυτό καταλήγουμε στο ερώτημα: τι είναι το ιερό; Μπείτε λοιπόν σε οποιονδήποτε ναό. Το πρώτο που θα δείτε στο κέντρο μπροστά σας είναι η κλειστή πύλη. Αποκαλείται Ιερή Πύλη. Όταν ανοίγουν, τότε βλέπουμε ένα τετράγωνο κυβικό τραπέζι το οποίο ονομάζεται ιερό.

Πρόκειται για ένα αρχαίο σύμβολο: ο κύβος συμβολίζει την Οικουμένη. Όλη την Οικουμένη. Πίσω από αυτόν τον κύβο υπάρχουν επτά κεριά, ως συνήθως, επτά λαμπάδες, η επτάφωτος. Σε κάθε ναό θα το βρείτε αυτό. Το σύμβολο αυτό μας ήρθε από τις αρχαίες μορφές της Παλαιάς Διαθήκης. Συμβόλιζε τον έναστρο ουρανό. Και ταυτόχρονα ο αριθμός «επτά» συμβόλιζε την καθ΄ολοκληρίαν Εκκλησία με την ιστορία της, σύμφωνα με την «Αποκάλυψη του Ιωάννη του Θεολόγου». Είναι ένας σύνθετος και βαθύς συμβολισμός. Το ιερό, στο οποίο βρίσκεται το Δισκοπότηρο τη στιγμή της βασικής χριστιανικής ιερουργίας είναι το κέντρο όλων.

Είναι πολύ κρίμα που η δική μας έλλειψη πολιτισμού και έχω υπόψη μου και τους άπιστους και τους πιστούς, όλους μαζί, πολύ συχνά παραβιάζει την ευσέβεια μέσα στο ναό. Ξεναγοί με τους οποίους μίλησα μου έλεγαν ότι με πολλή μεγάλη δυσκολία καταφέρνουν να επιβάλουν τη σιωπή μέσα στους ναούς του Κρεμλίνου και να υποχρεώσουν τους ανθρώπους να βγάλουν τα καπέλα τους. Συμπεριφερόμαστε μέσα σε αυτά τα κτίρια, τα οποία είναι ευλογημένα από τους αιώνες,  τις προσευχές, τις παραδόσεις, την ιστορία, σα βάρβαροι. Κι αν είναι κατανοητό το πως φέρθηκαν οι στρατιώτες κατακτητές, γιατί οι γρεναδιέροι του Ναπολέοντα κατάφεραν να μετατρέψουν τους ναούς του Κρεμλίνου σε στάβλους, πώς μπορούμε να καταλάβουμε γιατί φέρονται έτσι οι άνθρωποι, οι πρόγονοι των οποίων κατασκεύασαν αυτά τα κτίρια; Τα κατασκεύασαν με ευσέβεια, χρησιμοποιώντας τη μεγάλη τους τέχνη.

Για άλλη μια φορά, λοιπόν, υπογραμμίζω πως κάθε άνθρωπος , είτε είναι άθεος είτε πιστός, όταν μπαίνει στο ναό, πρέπει πριν απ’ όλα να νιώθει σεβασμό, ευσέβεια. Γιατί είναι οίκος προσευχής. Είναι παρόντες οι αιώνες. Στους τοίχους υπάρχουν οι απεικονίσεις ανθρώπων όλων των φυλών και των λαών κατά τη διάρκεια χιλίων ετών. Οι ενδυμασίες των ιερέων, ο διάκοσμος των εικόνων, οι ψαλμωδίες που μας έρχονται από την Ιουδαία, τη Συρία, την Αίγυπτο, το Βυζάντιο, την Αρχαία Ρώμη, διαμορφώθηκαν στην Αρχαία Ρους, μεταμορφώθηκαν στη Ρωσία των νεότερων εποχών. Εδώ βρίσκονται τόσα πολλά ενωμένα, που, όντως, πρόκειται για ζώσα ιστορία. Υπογραμμίζω όμως, ζώσα ιστορία και όχι μουσείο, ζώσα.

Πολλοί ειδικοί στην τέχνη έχουν παρατηρήσει πώς παιχνιδίζουν ακόμη και οι μεγάλες εικόνες, όπως η «Αγία Τριάδα» του Ρουμπλιόφ ή η Θεομήτωρ του Βλαντίμιρ, όταν δεν βρίσκονται στο ναό, αλλά στο γυμνό τοίχο του μουσείου. Εννοείται, πως σώθηκαν από θαύμα, αποκαταστάθηκαν και εκτέθηκαν, αλλά παρόλα αυτά η εικόνα είναι οργανικό μέρος αυτής της σύνθεσης των τεχνών.

Αποκαλούμε την κυριότερη ιερουργία μας Θεία Ευχαριστία. Η λέξη ευχαριστία είναι ιερή. Και κάθε άνθρωπος με ευγενική ψυχή δεν μπορεί να μη το νιώσει αυτό. Ένας γάλλος συγγραφέας, άθεος, λίγο πριν το θάνατό του είπε: «Έζησα μια θαυμάσια ζωή, δε ξέρω ποιον να ευχαριστήσω, αλλά τον ευχαριστώ με  όλη μου τη ψυχή». Στα ποιήματα και στα τραγούδια, τα οποία όλοι γνωρίζετε, για παράδειγμα στο «Σ’ αγαπώ ζωή», υπάρχει η ασυνείδητη αίσθηση της ευχαριστίας του ανθρώπου προς όλα όσα γίνονται.

Για μας, τους χριστιανούς, αυτή είναι η ευχαριστία προς το Θεό. Είναι η πιο ευγενική, η πιο υψιπετής προσευχή, όταν ο άνθρωπος πλήρης υψηλών αισθημάτων, κατανοεί πως χωρίς να το αξίζει έλαβε το θαυμαστό δώρο της ζωής, της αγάπης, της φιλίας, της ομορφιάς, της εργασίας, της λογικής, όλα αυτά που κάνουν τη ζωή γεμάτη και μεγαλοπρεπή. Ακόμη και οι δοκιμασίες, ακόμη και οι δυσκολίες, οι οποίες υπάρχουν στη ζωή, υπάρχουν γιατί έτσι ατσαλώνουν την αυθεντική δυνατή ψυχή. Θυμάστε τον Πούσκιν που λέει: «βαρύ σφυρί, το τζάμι σπάνει, το σίδερο σφυρηλατεί». Έτσι και η ευχαριστία είναι για όλα, μα πριν απ’ όλα για εκείνο που είναι αιωνίως ακατάληπτο, άπειρο και υπάρχει στη ζωή μας.

Ο χριστιανισμός διαφέρει από τις υπόλοιπες δοξασίες γιατί ομολογεί ως ύψιστη αρχή, την άπειρη, απερίγραπτη, εκείνη που δεν μπορεί με ανθρώπινους όρους να περιγραφεί και, συνάμα, γνωρίζει ότι αυτή η αρχή έχει μια τεράστια άμεση σχέση με εμάς, τους ανθρώπους, ότι εμείς οι άνθρωποι, κατά κάποιο τρόπο συνδεόμαστε στενά με την αιωνιότητα. Ο καθένας από εμάς είναι ένα σπονδυλωτό πλάσμα, ανίσχυρο, ασθενές, το οποίο ζει μια σύντομη ζωή και ταυτόχρονα φέρει μέσα του στο αστέρι, την σπίθα, την αθάνατη σπίθα της αιωνιότητας. Και πριν απ’ όλα, %d1%81%d0%bf%d0%b0%d1%81-1αυτό συνδέεται με την έλευση του Ιησού Χριστού στον κόσμο, ο Οποίος μας αποκάλυψε τη μορφή της αιωνιότητας, ο Οποίος έγινε για εμάς η ανθρώπινη μορφή του Θείου.

Για εμάς όμως είναι πολύ σημαντικό να δούμε το ανθρώπινο πρόσωπο, γιατί είμαστε άνθρωποι, δεν είμαστε δέντρα ούτε λουλούδια, παρόλο που στα δέντρα και τα λουλούδια μπορούμε να κατανοήσουμε την άπειρη ομορφιά της αιωνιότητας. Θυμηθείτε τον επίλογο του γνωστού μυθιστορήματος του Τουργκένιεφ «Πατέρες και γιοι», – τα λουλούδια στο μνήμα, τα οποία κυριολεκτικά μιλάνε για την ειρήνευση και για την αιώνια ζωή. Και παρόλα αυτά, σ’ εμάς, στους ανθρώπους μιλάει ένας άνθρωπος και όχι ένα οποιοδήποτε λουλούδι. Γι’ αυτό και η εμφάνιση του Θείου στο ανθρώπινο, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού γίνεται το κέντρο, το κέντρο των σκέψεων μας, της ζωής μας, της πίστης μας.

Εκείνη τη νύχτα, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Ιησούς προδόθηκε από τον μαθητή του, όταν Εκείνος, γνωρίζοντας ήδη ότι οι εχθροί συγκεντρώθηκαν εναντίον του και Του ετοιμάζουν μια παράνομη δίωξη και έναν ατιμωτικό θάνατο, Εκείνος συγκέντρωσε τους μαθητές του, υποδεχόμενος στην αρχαία γιορτή του Πάσχα. Η γιορτή αυτή τότε ήταν η ανάμνηση για τη σωτηρία του λαού του Ισραήλ, του λαού της Παλαιάς Διαθήκης, με τη βοήθεια του Θεού από τη σκλαβιά.

Η θρησκεία της Βίβλου αρχίζει με την ανακήρυξη της ελευθερίας. Ο Θεός είναι απελευθερωτής. Και να στη μνήμη αυτής της απελευθέρωσης οι άνθρωποι κατά τη διάρκεια σχεδόν δεκατριών αιώνων συγκεντρώνονταν γύρω από την ιερή τράπεζα. Και πίστευαν και ήλπιζαν, ότι ο ακατάληπτος Θεός είναι παρόν σε τούτη την τράπεζα ως καλεσμένος. Και Αυτός γίνεται μέλος αυτής της κοινωνίας, αυτής της αδελφότητας, της Εκκλησίας της Παλαιάς Διαθήκης.

Και ο Χριστός αυτή την αρχαία, την παράδοση των δεκατριών αιώνων, την αναγνώρισε και τη μεταμόρφωσε σε μια νέα παράδοση. Η πασχάλια τελετή ολοκληρώθηκε όταν στο τραπέζι βρίσκονταν οίνος και άρτος που συμβολίζουν την τροφή μας, την ανθρώπινη ζωή, την ανθρώπινη εργασία.

Και σε αυτή την τράπεζα, ανάμεσα σε ανθρώπους, τους οποίους Εκείνος αγαπούσε και οι οποίοι τότε ακόμη δεν Τον καταλάβαιναν καλά, Τους είπε: «Ένας από εσάς θα με προδώσει». Κι εκείνοι στεναχωρήθηκαν και άρχισαν να σπρώχνουν ο ένας τον άλλο και αμήχανα να λένε: «Μα ποιος είναι;» Και ο καθένας αναρωτιόταν: «Μήπως είμαι εγώ;» Μα Εκείνος δεν είπε τίποτα. Και μόνο σε έναν από αυτούς Ψιθύρισε: «Εκείνος στον οποίο θα δώσω ένα κομμάτι ψωμί».

Σύμφωνα με την αρχαία πασχάλια παράδοση, το να δώσεις ένα κομμάτι ψωμί σε κάποιον, ήταν έκφραση αγάπης, σεβασμού, εγκάρδιας αντιμετώπισης. Και να που ο Ιησούς απλώνει το χέρι του, πιάνει αυτό το καθαγιασμένο ψωμί και δίνει στον άνθρωπο που τον έλεγαν Ιούδα, Ιούδα Ισκαριώτη. Εκείνος παίρνει το ψωμί, το σύμβολο της φιλίας και της αγάπης και την ίδια στιγμή όλα μέσα του βράζουν. Όπως λέει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μπήκε μέσα του ο Σατανάς και σηκώνεται και φεύγει.

Όποιοι από εσάς πάτε στο Λένινγκραντ, προσέξτε στο Μουσείο Ρωσικής Τέχνης, τον πίνακα του Νικολάι Νικολάγιεβιτς Γκε. Έχει τίτλο «Ο μυστικός δείπνος». Εκεί αυτή η στιγμή αποτυπώνεται με μεγάλη δραματική ένταση. Ο Χριστός, σκεπτικός, δεν κοιτάζει πλέον τον Ιούδα. Οι μαθητές κοιτάζουν ο ένας τον άλλον, χωρίς να καταλαβαίνουν. Ο Ιούδας φοράει το χιτώνα του και βγαίνει έξω. Και ακούει στο κατόπι του τα λόγια του δάσκαλου: «Πήγαινε και κάνε αυτό που σκέφτηκες». Και όλοι υποθέτουν πως Τον έστειλε να αγοράσει κάτι για τη γιορτή, γιατί την επόμενη ημέρα θα είναι η γιορτή του Πάσχα και όλα τα μαγαζιά θα είναι κλειστά.

Κι όταν εκείνος έφυγε, απέμειναν έντεκα άνθρωποι: σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, ανάμεσα σε κεριά, οίνο και άρτο.

Όταν στην αρχαιότητα ο λαός του Θεού συμφωνούσε για την Θεία ιερή Διαθήκη με τον Ουρανό, τότε θυσίαζε ενιαύσιο αμνό και με το αίμα του ραντιζόταν ολόκληρος ο λαός ως ένδειξη ότι είναι πλέον εξ αίματος αδελφοί και ο ίδιος ο Θεός είμαι συμμέτοχος σε αυτή την τελετή. Το αίμα, το καθιαγιασμένο αίμα του θυσιασμένου ζώου.

Η Παλαιά Διαθήκη και το όρος Σινά και οι βροντές και οι αστραπές και ο λαός μέσα στη φρίκη, ο οποίος ακούει τα απειλητικά λόγια του Μωυσή: «Εγώ είμαι ο Κύριος  ο Θεός σου. Μην έχεις άλλους θεούς εκτός από εμένα. Μην κάνεις για τον εαυτό σου είδωλο.  Να θυμάσαι την ημέρα του Σαββάτου, για να την αγιάζεις. Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου. Μη φονεύσεις. Μη μοιχεύσεις.  Μην κλέψεις. Μην επιθυμήσεις». Τα λόγια αυτά εντυπώθηκαν στη μνήμη των ανθρώπων πριν από δυόμιση χιλιάδες χρόνια. Και που ο Χριστός κλείνει μια  Καινή Διαθήκη. Με ένα μικρό αριθμό προσώπων, αλλά για έναν τεράστιο αριθμό ανθρώπων, και μάλιστα όχι ενός λαού, αλλά ολάκερης της ανθρωπότητας.

Και λέει: «Δεν είναι αυτό αίμα ζώου θυσιασμένου». Κόβει το ψωμί και λέει: «Τούτο εστί το σώμα μου». Γεμίζει το Ποτήρι με κρασί και δίνει στους μαθητές του λέγοντας: «Τούτο εστί το αίμα μου». Το αίμα που ενώνει τους μαθητές, το σώμα Του, το οποίο θα ταπεινωθεί μετά από λίγες ώρες. Ο θάνατος Του Τον συνδέει με αυτούς και εκείνους μεταξύ τους. Απομένει μαζί τους για πάντα. «Τούτο να πράττετε εις ανάμνησίν μου», – λέει Εκείνος.

«Πράττετε εις ανάμνησίν μου»… Όχι απλά ως μνήμη για κάτι που έχει συμβεί πριν από πολύ καιρό, αλλά «Θα είμαι μαζί σας πάντα μέχρι το τέλος του αιώνα». Αυτή η παρουσία Του είναι το σημαντικότερο στο μυστήριο της ευχαριστίας. Και από τις πρώτες ημέρες, όταν ανέβηκε στον Γολγοθά, όταν πέθανε και όταν όλοι απομακρύνονταν από Αυτόν, και στη συνέχεια τα εκπληκτικά πασχάλια γεγονότα διέλυσαν τον τρόμο τους και έθεσαν την αρχή του χριστιανικού ποταμού, το οποίο διέσχισε όλες τις ηπείρους, κατακτώντας χώρες, λαούς, πάντα αυτό υποστηρίζονταν από μία και μοναδική πράξη: οι μαθητές συγκεντρώνονταν, έκοβαν ψωμί και το Ποτήρι με το κρασί έκανε το κύκλο τους. Κι Εκείνος ήταν πάλι μαζί τους.

Να λοιπόν, αγαπητοί φίλοι ποια είναι η βάση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, είναι η παρουσία του Χριστού ανάμεσά μας. Γιατί έτσι συνέβαινε στις κατακόμβες της Αρχαίας Ρώμης. Γιατί αυτό συνέβαινε στους τεράστιους βυζαντινούς ναούς. Γιατί αυτό συνέβαινε στους ψηλούς γοτθικούς ναούς σε στυλ Ροκοκό, στους αυστηρούς ναούς του 19ου αιώνα, αυτό συμβαίνει και σήμερα στους ναούς της πόλης μας, σε όλες τις πόλεις της χώρας μας, όπου υπάρχουν εκκλησίες, σε όλη τη γη, πάντα.

Γι αυτό και εμείς χρησιμοποιούμε αρχαία ρούχα, αρχαίες ψαλμωδίες. Το παλιό και το καινούριο ενώνονται εδώ, η σημερινή ημέρα με την αιωνιότητα. Η αιωνιότητα δε γνωρίζει εποχές, τις αντιμετωπίζει όλες από μια ενιαία, ψηλή οπτική γωνία. Παραμένει μαζί μας. Και πιστεύω πως σε αυτό έγκειται η δύναμη και η ουσία και η μοναδική θεμελίωση του χριστιανισμού. Γιατί Εκείνος λέει: «Εγώ ειμί το Άλφα και το Ωμέγα, η αρχή και το τέλος». Όσο τρομακτικός κι αν είναι ο θρόνος στον οποίο βρίσκεται το Ποτηριού και ο Δίσκος με τον αγιασμένο άρτο, όποια κι είναι η μορφή αυτού του Ποτηριού (υπάρχουν πραγματικά έργα τέχνης), σε όποια γλώσσα κι αν ηχεί το κείμενο – στην αρχαία ελληνική ή στην αρχαία σλαβική – θα είναι πάντα ένα και το αυτό.

Όποιες κι αν είναι οι τελετές, οι λιτανείες, οι προσευχές, τα μνημόσυνα για σκοτωμένους και νεκρούς, όποιες κι αν είναι οι γιορτές μας, όπως, η στέψη, η βάπτιση των παιδιών, το πλήθος των παραδόσεων και των γιορτών – όλη μας η ζωή έχει άμεση σχέση με την εκκλησιαστική παράδοση. Η Εκκλησία όμως, παρόλα αυτά, είναι η Ευχαριστία ως άξονας και το στέρεο εκείνο θεμέλιο για την ιερουργία.

Κάθε τέχνη βγαίνει από την ψυχή. Η ψυχή γεννάει. Η μεγάλη τέχνη δεν μπορεί να γεννηθεί από άψυχα πλάσματα. Και στο πνεύμα και στην δισχιλιοστή παράδοση του χριστιανισμού γεννιέται η τέχνη που κοσμεί το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Κι εσείς, πιστοί και άθεοι, αμφιβάλλοντες και σκεπτικιστές, λίγο πριν μπείτε στο ναό, προσπαθήστε να το σκεφτείτε αυτό. Να θυμάστε πως εδώ για εκείνους, οι οποίοι συγκεντρώθηκαν εδώ, συμβαίνει κάτι πολύ σημαντικό – είναι η παρουσία Εκείνου, ο Οποίος τα ξεκίνησε όλα αυτά, Εκείνος που όλα αυτά στηρίζει. Εκείνος που αοράτως υπάρχει πάντα και εδώ.

Η διάλεξη αυτή έγινε στις 19 Δεκεμβρίου 1989, στη Λέσχη «Κράσναγια Πρέσνα».

%d0%b0%d0%bb%d0%b5%d0%ba%d1%81%d0%b0%d0%bd%d0%b4%d0%b5%d1%80-%d0%bc%d0%b5%d0%bd-1

O Αλεξάντρ Βλαντίμιροβιτς Μεν (22 Ιανουαρίου 1935 – 9 Σεπτεμβρίου 1990), ήταν πρωθιερέας της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, θεολόγος, ιεροκήρυκας, συγγραφέας βιβλίων στα επιστημονικά πεδία της Θεολογίας της Ιστορίας του χριστιανισμού και της Ιστορίας των θρησκειών, της Λειτουργικής και της Χριστιανικής ηθικής. Τα βιβλία του είχαν εκδοθεί κυρίως στις Βρυξέλλες με το ψευδώνυμο Ε. Σβετλόφ και στην πατρίδα του μετά την διάλυση της ΕΣΣΔ και την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος. Ήταν γνωστός για τη στάση του υπέρ της οικουμενικής κίνησης και των διομολογιακών επαφών. Δολοφονήθηκε με τσεκούρι. Οι έρευνες για τη δολοφονία του δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα μέχρι σήμερα.

Από τη #2 της Στέπας