243 Views |  Like

Νατάλια Ζαχάροβα Κόντρα στο ρεύμα

Είμαι πολύ ευτυχισμένος άνθρωπος! Ήμουν τυχερή ευθύς εξ αρχής: γεννήθηκα σε μια όμορφη και ταλαντούχα οικογένεια. Πατέρας μου ήταν ο Γκουρία Ζαχάροφ και μητέρα μου η Τατιάνα Σοκολόβα. Σήμερα έχω μια πανέμορφη κόρη, ένας σύζυγο, δύο ταξί και μια κάργια με λευκές φτερούγες. Τι άλλο χρειάζεται κανείς για να είναι ευτυχισμένος;

Πριν από σαράντα επτά χρόνια οι γονείς μου αγόρασαν μια μικρή ίζμπα στην απότομη όχθη του ποταμού Κλιάζμα, στο χωριό Λιουμπέτς. Από τότε η ζωή μου είναι χωρισμένη σε δύο μέρη: στον παράδεισο του χωριού, όπου για μένα έχει αιωνίως καλοκαίρι και στην κρύα Μόσχα, όπου έχει πάντα χειμώνα.

Μερικές φορές το χειμώνα, καταφέρνουμε να ταξιδέψουμε κάπου με το σύζυγό μου, σε κάποια ευημερούσα χώρα με ζεστές θάλασσες, όπου από τον Φεβρουάριο κιόλας ακούγεται το κελάηδισμα των αηδονιών και ανθίζουν τα λουλούδια. Μου αρέσει τόσο πολύ να επισκέπτομαι ο αγαπημένο Παρίσι και την εκτυφλωτική και μελαγχολική Βενετία που δε θέλω να ζωγραφίσω. Εκεί από καιρό όλα έχουν αποτυπωθεί σε καμβάδες, όλα είναι ήδη χτισμένα και στολισμένα. Το μόνο που απομένει είναι να εκστασιάζεσαι και, προσεκτικά αποθησαυρίζοντας τις αναμνήσεις, να επιστρέψεις στην πατρίδα, συντομεύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, έστω και λίγο τον ατελείωτο χειμώνα μας.

Και παρόλα αυτά συνήθως η άνοιξε έρχεται και εγώ με την ανόητη επιμονή του αποδημητικού πτηνού αρχίζω να πακετάρω τα πράγματα: χρώματα, αλεύρι, σπόρους και βολβούς, ετοιμαζόμενη για τη νέα περίοδο ζωής στο Λιουμπέτς.

Εκεί, βγαίνοντας από το σπίτι, μπορείς να σταθείς πάνω στη γη και ήρεμα να αντικρίσεις την αιωνιότητα: το ποτάμι, ο κολπίσκος, ο ουρανός είναι εδώ χιλιάδες χρόνια και τίποτα δεν άλλαξε. Οι γείτονες φυτεύουν αγγουράκια, υφαίνουν χαλιά και ψαρεύουν.

Κάθε μέρα οπωσδήποτε πρέπει να κοιτάζεις τον ουρανό για να δεις από πού θα φυσάει, τι λένε τα σύννεφα, αν φαίνονται θολά τα αστέρια, αν είναι όμορφη η δύση. Όλα αυτά έχουν τεράστια σημασία για την καθημερινή ζωή.

Εκεί, στο Λιουμπέτς, μπορείς να κάθεσαι στην ακροποταμιά του Κλιάζμα και να περιμένεις «να περάσει από μπροστά σου το πτώμα του εχθρού σου», μπορείς όμως να μπεις στο νερό, στηριζόμενος γερά στον αμμώδη βυθό και βουτώντας στο ποτάμι που κυλάει ορμητικά, να πετάξεις κόντρα στο ρεύμα.

Εκεί, μπορείς να ζωγραφίσεις μια σειρά πίνακες με τον τίτλο «Παράδεισος». Το χρυσό εικονογραφικό χρώμα είναι ο βραδινός ουρανός, η δύση, στο φόντο της οποίας και η λεύκα και η αγελάδα που βόσκει γύρω της και ο άνθρωπος εκεί κοντά δεν είναι τίποτα άλλο παρά η απλή ήρεμη ουσία της ζωής.

Όταν πλησιάζει το φθινόπωρο, όταν πέφτουν τα φύλλα από τα δέντρα και η ατμόσφαιρα γεμίζει από την ηχώ της σιωπής, όταν έχει καλό απάνεμο καιρό μερικές φορές μπορείς να δεις έναν άγγελο να πετάει στον ουρανό, τον άγγελο της Αρχής. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι είναι άσαρκος, η πτήση του είναι δύσκολη, χτυπάει δυνατά τις φτερούγες του χαρακώνοντας τον αγέρα. Δεν μπορώ να πω πως είδα έναν ιπτάμενο άγγελο, είδα όμως στον αγέρα το ίχνος της πτήσης του.

Το φθινόπωρο συνεχίζω τη δουλειά στην Μόσχα. Στην πόλη, με τη φασαρία και τα προβλήματά της, οι εικόνες μου φαίνονται ξένες, το μοτίβο επινοημένο, παρόλο που ο τα πάντα ορών Θεών, γνωρίζει πως αυτή είναι η αλήθεια μου. Για να πεισθείτε όμως γι’ αυτό, θα πρέπει να περιμένετε την άνοιξη και να έρθετε στο Λιουμπέτς.