515 Views |  1

Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ Οι μέλλουσες προοπτικές

Τώρα που η άτυχη πατρίδα μας βρίσκεται όντως σε βυθό του λάκκου της ντροπής και της δυστυχίας, στην οποία την έριξε η «μεγάλη κοινωνική επανάσταση», πολλοί από εμάς ολοένα και πιο συχνά κάνουμε την ίδια σκέψη.

Είναι μια σκέψη επίμονη.

Είναι σκοτεινή, σκυθρωπή, περνάει από το μυαλό και αυταρχικά απαιτεί απάντηση.

Είναι απλή: τι θα συμβεί στη συνέχεια;

Η εμφάνισή της είναι φυσική.

Έχουμε αναλύσει το πρόσφατο παρελθόν μας. Ω, μελετήσαμε πολύ καλά κάθε στιγμή των τελευταίων δύο ετών. Πολλοί όχι μόνο μελέτησαν, αλλά και καταράστηκαν.

Το παρόν είναι μπροστά στα μάτια μας. Είναι τέτοιο που θέλεις να κλείσεις τα μάτια σου.

Να μην βλέπεις!

Απομένει το μέλλον. Μυστηριώδες, άγνωστο μέλλον.

Όντως: τι θα απογίνουμε;

Πρόσφατα έτυχε να ξεφυλλίσω μερικά τεύχη ενός αγγλικού εικονογραφημένου περιοδικού.

Για ώρα πολλή, σαν μαγεμένος, κοιτούσα τις εκπληκτικές φωτογραφίες του.

Και για ώρα πολλή, πολλή σκεφτόμουν στη συνέχεια…

Ναι, η εικόνα είναι ξεκάθαρη!

Κολοσσιαίες μηχανές σε κολοσσιαία εργοστάσια λεβέντικα και χαρούμενα, ημέρα με την ημέρα, καταβροχθίζοντας κάρβουνο, βροντούν, χτυπούν, χύνου λιωμένο μέταλλο, σφυρηλατούν, επιδιορθώνουν, χτίζουν…

Σφυρηλατούν τον πανίσχυρο κόσμο, αντικαθιστώντας εκείνες τις μηχανές, οι οποίες μέχρι πρόσφατα, σπέρνοντας το θάνατο και την καταστροφή, σφυρηλατούσαν την ισχύ την νίκης.

Στη Δύση τελείωσε ο μεγάλος πόλεμος των μεγάλων λαών. Τώρα γιατροπορεύουν τις πληγές τους.

Φυσικά, θα καλυτερεύσουν, πολύ σύντομα θα καλυτερεύσουν!

Και για όλους, όσους, έχουν ακόμη καθαρό μυαλό, όλους όσους δεν πιστεύουν στο άθλιο αυτό παραλήρημα πως η κακοήθης ασθένεια μας θα μεταφερθεί στη Δύση και θα τη μολύνει, θα γίνει ξεκάθαρη εκείνη η πανίσχυρη ανάταση της τιτάνιας εργασία του κόσμου, ο οποίος θα εξυψώσει τις δυτικές χώρες σε ένα πρωτόγνωρο ύψος ειρηνικής ισχύος.

Κι εμείς;

Εμείς καθυστερούμε…

Θα καθυστερήσουμε τόσο πολύ που κανείς από τους σύγχρονους προφήτες, αν θέλετε, δεν θα πει πότε, τελικά, θα τους προφτάσουμε ή αν θα τους προφτάσουμε γενικώς;

Γιατί τιμωρηθήκαμε.

Μας είναι αδιανόητη σήμερα η δημιουργία. Έχουμε το βαρύ καθήκον να πολεμήσουμε, να ξαναπάρουμε πίσω τη γη μας.

Ήρθε η ώρα καταβολής του τιμήματος.

Οι εθελοντές – ήρωες αρπάζουν από τα χέρια του Τρότσκι κομμάτι – κομμάτι τη ρωσική γη.

Και όλοι, όλοι, μαζί με αυτούς, κάνουν χωρίς φόβο το καθήκον τους και εκείνοι που σήμερα κρύβονται στις πόλεις των μετόπισθεν και υποθέτουν μέσα στο πικρό τους λάθος πως η σωτηρία της χώρας θα έρθει χωρίς αυτούς, όλοι με δίψα λαχταρούν την απελευθέρωση της χώρας.

Και θα την απελευθερώσουν.

Γιατί δεν υπάρχει χωρά που να μην έχει ήρωες και είναι εγκληματικό να σκεφτόμαστε ότι η πατρίδα πέθανε.

Θα πρέπει όμως να παλέψουμε πολύ, να χύσουμε πολύ αίμα, γιατί μέχρι να τρέχουν πίσω από την μοχθηρή φιγούρα του Τρότσκι, κρατώντας τα όπλα στα χέρια τους, όλοι αυτοί οι τρελοί, δεν θα υπάρχει ζωή, μα ένας θανάσιμος αγώνας.

Πρέπει να παλέψουμε.

Κι όσο εκεί, στη Δύση, θα χτυπούν οι μηχανές της δημιουργίας, σε εμάς, από τη μία άκρη μέχρι την άλλη της χώρας θα ηχούν τα πολυβόλα.

Η τρέλα των δύο τελευταίων ετών μας οδήγησε στον παράξενο δρόμο και δεν υπάρχει στάση για μας, ούτε διάλειμμα. Ξεκινήσαμε να πίνουμε το ποτήρι της τιμωρίας και θα το πιούμε μέχρι την τελευταία του σταγόνα.

Εκεί, στη Δύση, θα λάμπουν οι αναρίθμητοι ηλεκτρικοί λαμπτήρες, θα τρυπούν τον υποταγμένο αγέρα, θα χτίζουν, θα ερευνούν, θα δημοσιεύουν, θα μελετούν…

Κι εμείς… εμείς θα πολεμάμε.

Γιατί δεν υπάρχει καμιά δύναμη που θα μπορούσε να το αλλάξει αυτό.

Θα διεκδικήσουμε τις πρωτεύουσες μας.

Και θα τις κατακτήσουμε.

Οι Εγγλέζοι, όταν θυμούνται πως καλύπταμε τα πεδία με ματωμένη πάχνη, χτυπούσαν την Γερμανία, διώχνοντας την από το Παρίσι, θα μας δανείζουν χλαίνες και μπότες, για να μπορέσουμε το ταχύτερο δυνατό να φτάσουμε στη Μόσχα.

Και θα φτάσουμε.

Οι άθλιοι και οι τρελοί θα εκδιωχθούν, θα διασκορπιστούν, θα εξοντωθούν.

Και ο πόλεμος θα τελειώσει.

Τότε η χώρα, ματωβαμένη, καταστραμμένη, θα αρχίσει να σηκώνεται… αργά, βαριά, μα θα σηκωθεί.

Εκείνοι που παραπονιούνται για την «κούραση», φευ, θα απογοητευτούν. Γιατί θα «κουραστούν» κι άλλο, πολύ περισσότερο…

Θα πρέπει να καταβάλουμε το τίμημα για το παρελθόν με απίστευτη δουλειά, με την βαριά φτώχια της ζωής. Να καταβάλουμε το τίμημα και μεταφορικά και κυριολεκτικά.

Να καταβάλουμε το τίμημα για την τρέλα των ημερών του Μαρτίου, για την τρέλα των ημερών του Οκτωβρίου, για τους αυτονομιστές προδότες, για τη διαφθορά των εργατών, για το Μπρεστ, για την τρελή χρήση του τυπογραφείου προκειμένου να τυπώσουν χρήματα… για όλα!

Και θα καταβάλουμε το τίμημα στο ακέραιο.

Μόνο τότε, όταν θα είναι πλέον πολύ αργά, θα αρχίσουμε ξανά να δημιουργούμε δειλά, για να γίνουμε ισότιμοι, για να μας αφήσουν να μπούμε ξανά στις αίθουσες των Βερσαλλιών.

Ποιος θα ζήσει για να δει τις φωτεινές αυτές ημέρες;

Εμείς;

Ω όχι! Τα παιδιά μας, ίσως, ίσως όμως τα εγγόνια μας, γιατί το εύρος της ιστορίας είναι μεγάλο και τις δεκαετίες πολύ εύκολα τις «θεωρεί» σαν μεμονωμένα χρόνια.

Κι εμείς, οι εκπρόσωποι της άτυχης γενιάς, πεθαίνοντας πλέον μέσα στην τάξη των άθλιων χρεοκοπιών, είμαστε υποχρεωμένοι να πούμε στα παιδιά μας:

– Πληρώστε, πληρώστε έντιμα και να θυμάστε αιώνια την κοινωνική επανάσταση!

Μετάφραση από τα Ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©