190 Views |  Like

Αλεξάντρ Γκριν Η οργή του πατέρα

Την παραμονή της επιστροφής του Μπέρινγκ από ένα μεγάλο ταξίδι, ο γιος του, ο μικρός Τομ Μπέρινγκ, δέχτηκε την επίθεση της θείας Κορνέλια και του συζύγου της, του θείου Καρλ.

Ο Καρλ φυσούμε στη σκυθρωπή βιβλιοθήκη μικρές σαπουνόφουσκες. Φυσικά είχε διαπράξει πολύ μεγαλύτερα ανομήματα, όπως για παράδειγμα, είχε κάνει μια τρύπα στην κίτρινη εύφλεκτη κουρτίνα, το ξεφύλλισμα ενός βιβλίου με εικόνες του «Δεκαήμερου», τον καυγά με το γιο του γείτονα, – αλλά οι σαπουνόφουσκες ανησυχούσαν ιδιαίτερα την Κορνέλια. Το ευρύχωρο, περιποιημένο σπίτι δεν άντεχε την επιπολαιότητα και ο θείος Καρλ πήρε θριαμβευτικά από τα χέρια του αγοριού το πιάτο με τον αφρό, ενώ η θεία Κορνέλια τον γυάλινο σωλήνα.

Η Κορνέλια για ώρα πολλή μάλωνε τον Τομ μιλώντας του για την τρομερή τύχη των άτακτων: θα γίνεις εγκληματίας ή αλήτης του έλεγε, ενώ ολοκληρώνοντας την εκφώνηση της ποινής είπε:

– Να φοβάσαι την οργή του πατέρα! Μόλις θα έρθει αδελφέ μου, θα του πω χωρίς να σε λυπηθώ όλες σου τις αταξίες και η οργή του με όλη της τη δύναμη να πέσει πάνω σου.

Ο θείος Καρλ έσκυψε, με τα χέρια στη μέση του και πρόσθεσε:

– Η οργή του θα είναι τρομερή!

Όταν έφυγαν, ο Τομ λούφαξε στη μεγάλη πολυθρόνα και προσπάθησε να φανταστεί τι τον περιμένει. Είναι αλήθεια πως ο Καρλ και η Κορνέλια πάντα μιλούσαν με μεγάλη έπαρση, αλλά η διαρκής αναφορά στην «οργή» του πατέρα μπέρδευε πολύ τον Τομ. Φοβόταν να ρωτήσει τη θεία ή τον θείο τι είναι αυτή η οργή, να του το δείξουν τουλάχιστον. Ο Τομ δεν ήθελε να τους δώσει αυτή την ευχαρίστηση.

Αφού σκέφτηκε για λίγο ο Τομ, γλίστρησε από την πολυθρόνα και με αξιοπρέπεια πήγε στον κήπο, ελπίζοντας να μάθει κάτι από τους ανθρώπους που θα συναντούσε εκεί.

Στη σκιά της βελανιδιάς, ήταν ξαπλωμένος ο Όσκα Μουνκ, λογοτέχνης, συγγενής της Κορνέλιας, ο οποίος διάβαζε μια εφημερίδα.

Ο Τομ τον πλησίασε με το αθόρυβο βήμα του ινδιάνου και φώναξε:

– Ουγκ!

Ο Μουνγκ δίπλωσε την εφημερίδα, αγκάλιασε το γόνατο του μικρού και τον τράβηξε κοντά του.

– Όλα είναι ήρεμα στο Ορινικό, – είπε. – Οι Χουρόν – Γουένταντ μπήκαν στον λειμώνα.

Ο Τομ όμως ήταν θλιμμένος και δε θέλησε να λάβει μέρος στο παιχνίδι.

– Μήπως γνωρίζετε τι είναι η οργή; – ρώτησε σκυθρωπά. – Μην πείτε σε κανένα πως συζήτησα μαζί σας το θέμα της οργής.

– Η οργή;

– Ναι, η οργή του πατέρα. Ο πατέρας έρχεται αύριο. Η θεία θα του πει διάφορα κουτσομπολιά για το πώς έφτιαχνα σαπουνόφουσκες και για το πώς έκαψα την κουρτίνα και έκανα μια τρύπα. Η τρύπα είναι μικρή, εγώ όμως… θέλω να μάθω τι είναι η οργή.

– Αχά, μάλιστα! – είπε ο Μουνκ, με ένα άγριο και ακατανόητο για τον Τομ γέλιο, το οποίο υποχρέωσε το αγόρι να κάνει τρία βήματα προς τα πίσω. – Ναι, η οργή του πατέρα σου είναι ασήμαντη. Δεν έχει τέρατα. Αυτή έχει τέσσερα χέρια και τέσσερα πόδια. Τρέχει γρήγορα! Τα μάτια του είναι αλλήθωρα. Δυσάρεστη προσωπικότητα. Φρικτό πλάσμα.

Ο Τομ μελαγχόλησε και έκανε λίγα βήματα πίσω, κοιτάζοντας με αμηχανία τον Μουνκ, ο οποίος περιέγραψε τόσο χαρούμενα και γλαφυρά αυτό το τρομακτικό πλάσμα. Έχασε κάθε διάθεση να ρωτήσει οτιδήποτε άλλο και για λίγα λεπτά περιφερόταν σκεπτικός στις αλέες, μέχρι που είδε ένα κοριτσάκι από το διπλανό σπίτι, την οκτάχρονη Μόλυ ∙ έτρεξε προς το μέρος της, προκειμένου να της μιλήσει για τις ατυχίες του, αλλά η Μόλυ μόλις είδε τον Τομ, άρχισε να τρέχει μακριά, αφού της είχαν απαγορεύσει να παίζει μαζί του, επειδή είχαν πετάξει μαζί βέλη στα παράθυρα του ανθοκηπίου. Πρωταίτιος για αυτό, όπως πάντα, θεωρήθηκε ο Τομ, παρόλο που εκείνη τη φορά ήταν η Μόλυ εκείνη που τον παρέσυρε να «δοκιμάσει» να πετύχει το κούφωμα.

Ωθούμενος από ένα αίσθημα στοργής και ευλάβειας για το λεπτεπίλεπτο  σγουρόμαλλο πλάσμα, ο Τομ έτρεξε κατευθείαν μέσα από τους θάμνους, γρατζούνισε το πρόσωπο του, μα δεν πρόλαβε το κοριτσάκι και έτσι, σκουπίζοντας τα δάκρυα του θυμού του, επέστρεψε στο σπίτι.

Η υπηρέτρια, έχοντας ήδη ολοκληρώσει το σερβίρισμα του πρωινού, έφυγε. Ο Τομ πρόσεξε μια μεγάλη κανάτα με χρυσαφένιου χρώματος κρασί και θυμήθηκε ότι ο καπετάν Κιντ (από το βιβλίο «Οι πειρατές της όχθης») πρέπει να πίνει ρούμι σε ένα ακατοίκητο νησί, σε απόλυτη και αποκρουστική μοναξιά.

Ο Τομ αγαπούσε πολύ τον Κιντ, γι’ αυτό και μόλις κάθισε στο τραπέζι, γέμισε ένα ποτήρι με κρασί, μουρμουρίζοντας:

– Εις υγείαν καπετάν!. Έφτασε με το ατμόπλοιο για να σας σώσω. Μη φοβάστε, θα βρούμε τη θυγατέρα σας.

Μόλις ο Τομ ήπιε μια γουλιά από το ποτήρι, μπήκε η Κορνέλια, σήκωσε τον μέθυσο από το τραπέζι και σιωπηλά, αλλά με επιμέλεια του έριξε τρεις ξυλιές στο προσήκον μέρος. Στη συνέχεια ακούστηκε η κραυγή μιας εξαγριωμένης γριούλας, και, ξεφεύγοντας από τα χέρια της, ο εγκληματίας έτρεξε στον κήπο, όπου κρύφτηκε κάτω από το ξύλινο παγκάκι.

Καταλάβαινε πως είχε μπλέξει. Η μόνη ελπίδα που είχε για μεσολάβηση προς τον πατέρα του.

Ο Τομ το μόνο που θυμόταν από τον πατέρα του ήταν το μαύρο του μουστάκι και το μεγάλο ζεστό του χέρι, πίσω από το οποίο μπορούσε ο Τομ να κρύψει το πρόσωπό του. Την μητέρα του δεν την θυμόταν.

Καθόταν και αναστέναζε, προσπαθώντας να φανταστεί τι θα συμβεί όταν από το κλουβί θα αμολήσουν την οργή.

Κατά τη γνώμη του Τομ, το κλουβί ήταν αναγκαίο για το τέρας. Έβγαλε από τη γωνιά το τόξο με τα δύο βέλη, τα οποία είχε φτιάξει ο ίδιος, αλλά αμφιταλαντεύτηκε ως προς την επάρκεια αυτού του όπλου. Μαζεύοντας όλο του το κουράγιο ο Τομ βγήκε από την κρυψώνα του και κρυφά, διασχίζοντας τη βεράντα, μπήκε στο γραφείο του θείου Καρλ. Εκεί, στον τοίχο, κρέμονταν πιστόλια και κυνηγητικά όπλα.

Ο Τομ ήξερε ότι δεν είναι οπλισμένα, όπως ειπώθηκε πολλές φορές, ήλπιζε όμως να κλέψει μπαρούτι από το γιο του κηπουρού. Σφαίρες μπορούσε να φτιάξει από πετραδάκια. Μόλις ο Τομ ισορρόπησε στην πλάτη του ντιβανιού και άρχισε να κατεβάζει ένα τεράστιο πιστόλι, με μπρούτζινη κάνη, μπήκε ο θείος Καρλ και, σφυρίζοντας με έκπληξη, άρπαξε το αγοράκι από το σβέρκο με τα σκληρά του δάχτυλα. Ο Τομ ξέφυγε, έπεσε από το ντιβάνι και χτύπησε το γόνατό του.

Σηκώθηκε, κουτσαίνοντας και, με κατεβασμένο το κεφάλι, κάρφωσε το βλέμμα του στα τεράστια παπούτσια του θείου του.

– Πες μου Τομ, – άρχισε ο θείος, – είναι σωστό για σένα, το γιο του Χάρολντ Μπέρινγκ, να μπαίνεις κρυφά σε αυτό το γραφείο που ποτέ δε γνώρισε κανενός είδους σκάνδαλο, με σκοπό να κλέψεις; Σκέφτηκες καθόλου τι πας να κάνεις;

– Το σκέφτηκα, – είπε ο τομ. – Εμένα, θείε, μου χρειάζεται ένα πιστόλι. Δεν θέλω να παραδοθώ χωρίς να παλέψω. Η οργή σας, η οποία θα έρθει με τον πατέρα, θα με πάρει μόνο νεκρό. Δεν πρόκειται να παραδοθώ ζωντανός.

Ο θείος Καρλ, έμεινε για λίγο σιωπηλός, μετά έβγαλε ένα ήχο, ο οποίος έμοιαζε με καταπιεσμένο μούγκρισμα και στάθηκε μπροστά στο παράθυρο, όπου άρχισε να γεμίζει την πίπα του. Όταν τελείωσε με αυτή του την ασχολία και γύρισε, το πρόσωπο του έμοιαζε λίγο με την έκφραση του προσώπου του Μουνκ.

– Θα σε κλειδώσω εδώ και δε θα φας πρωινό, – είπε ο θείος Καρλ, τη στιγμή που ήρεμα σταμάτησε στην πόρτα του γραφείου. – Μείνε εδώ και άκουσε πως θα κάνει το κλειδί όταν θα κλείνω την πόρτα. Έτσι κάνουν τα δόντια της οργής. Μην τολμήσεις να αγγίξεις τίποτα.

Λέγοντας αυτά βγήκε και, αφού γύρισε δύο φορές το κλειδί, το έβγαλε και το έβαλε στην τσέπη του.

Αμέσως ο Τομ κόλλησε το μάτι του στην κλειδαρότρυπα. Βλέποντας πως ο θείος έχει στρίψει στη γωνιά του διαδρόμου, ο Τομ άνοιξε το παράθυρο, βγήκε στη στέγη του κτιρίου και πήδηξε στο παρτέρι, τσαλαπατώντας ένα θάμνο με μαργαρίτες. Τον ωθούσε η παγωμένη απόγνωση ενός νεκρού πλάσματος. Ήθελε να πάει στο δάσος, να σκάψει ένα αμπρί και να ζήσει εκεί, τρεφόμενος με καρπούς και λουλούδια, μέχρι να βρει το θησαυρό με το χρυσάφι και τα όπλα.

Με τις σκέψεις αυτές, ο Τομ έφτασε δίπλα στο φράχτη και είδε μέσα από τα κάγκελα το αυτοκίνητο που ερχόταν από τη δημοσιά προς το σπίτι του θείου Καρλ. Δίπλα στον ηλικιωμένο άντρα με το μαύρο μουστάκι, καθόταν μια νεαρή ξανθιά γυναίκα. Πίσω από αυτό το αυτοκίνητο, ήταν ένα άλλο, φορτωμένο με κιβώτιο και βαλιτσες.

Δεν είχε προλάβει ο Τομ να καταλάβει τι είδε, όταν τα αυτοκίνητα έστριψαν προς την είσοδο και ο θόρυβος κόπασε.

Η θολή ανάμνηση του μεγάλου χεριού, πίσω από το οποίο έκρυβε το πρόσωπό του, υποχρέωσε το αγόρι να σταματήσει, ενώ στη συνέχεια άρχισε να τρέχει απρόσεκτα προς το σπίτι. «Αν είναι δυνατόν να είναι ο πατέρας μου;» – σκέφτηκε, τρέχοντας κατευθείαν μέσα από τις βράγιες, ξεχνώντας την απόδραση από το γραφείο, διψώντας για παρηγοριά και συγχώρεση.

Από την πίσω είσοδο ο Τομ διέσχισε όλα τα δωμάτια πηγαίνοντας προς τον προθάλαμο και όλες του οι αμφιβολίες εξαφανίστηκαν. Η Κορνέλια, ο Καρλ, ο Μουνκ, η υπηρέτρια και ο υπηρέτης – όλοι ήταν εδώ, όλοι περιτριγύριζαν έναν ψηλό άντρα με μαύρο μουστάκι και τη συνοδό του.

– Ναι, έφυγα μια μέρα νωρίτερα, – είπε ο Μπέρινγκ, – για να δω πιο γρήγορα το αγόρι. – Μα πού είναι; Δεν τον βλέπω.

– Θα τον φέρω εγώ, – είπε ο Καρλ.

Ήρθα μόνος μου, – είπε ο Τομ, στριμωγμένος ανάμεσα στην Κορνέλια και την χοντρή υπηρέτρια.

Ο Μπέρινγκ μισόκλεισε για λίγο τα μάτια, αναστέναξε κοφτά και, σηκώνοντας ψηλά το γιο του, του φίλησε το γρατσουνισμένο του μάγουλο.

Ο θείος Καρλ έτριβε τα μάτια του.

– Μα αφού ήσουν τιμωρημένος. Σε είχα κλειδώσει!

– Σήμερα αμνηστεύτηκε, – δήλωσε ο Μπέρινγκ, οδηγώντας το αγόρι προς τη νεαρή γυναίκα.

«Αυτή είναι η οργή του; – σκέφτηκε ο Τομ. – Αν είναι δυνατόν. Δεν μοιάζει καθόλου».

– Αυτή θα είναι η μητέρα σου, – είπε ο Μπέρινγκ. – Κετ, εσείς θα είστε η μητέρα αυτού του χαζούλη.

-Θα παίζουμε μαζί, – ψιθύρισε στ’ αυτί του Τομ μια ζεστή, γαργαλιστική φωνή.

Εκείνος άρπαξε το χέρι της, και, εμπιστευόμενος τον πατέρα, κοίταξε τα μεγάλα γαλανά της μάτια. Όλα αυτά δεν θύμιζαν καθόλου τον Καρλ και την Κορνέλια. Επιπλέον δε, είχε εξασφαλίζει το πρόγευμα του.

Τον σταμάτησαν και τον πήγαν να πλυθεί. Ωστόσο, η καρδιά του Τομ δεν είχε ηρεμήσει πλήρως, γιατί ήξερε πολύ καλά τι θα κάνουν ο Καρλ και η Κορνέλια. Πάντα τηρούσαν τις υποσχέσεις τους και τώρα, αναμφίβολα, θα είχαν έρθει σ’ επαφή με την οργή. Εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι η υπηρέτρια πήγε να φέρει καινούρια πετσέτα, ο Τομ πήγε τρέχοντας στο δωμάτιο, το οποίο όπως ήξερε, είχε ετοιμαστεί για τον πατέρα του.

Ο Τομ ήξερε ότι η οργή ήταν εκεί. Ήταν κλειδωμένη, κάθεται ήρεμα και περιμένει πότε θα τον οδηγήσουν σ’ αυτή.

Κοιτάζοντας μέσα από την κλειδαρότρυπα ο Τομ δεν είδε κανένα. Στο πάτωμα βρισκόταν τυλιγμένα χαλιά, γούνες, κιβώτια τυλιγμένα με υφάσματα. Μερικά σεντούκια – ανάμεσα τους δύο με ανοιχτά καπάκια – είχαν αλλάξει τη συνηθισμένη όψη του μεγάλου δωματίου, το οποίο ήταν φτιαγμένο με επιμέλεια για μια ήρεμη και ακίνητη ζωή.

Φοβούμενος για τις πράξεις του, αλλά ανίκανος να ποδηγετήσει την επιθυμία του να ελαφρώσει την καρδιά του από το βάρος, ο Τομ άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο. Προς μεγάλη του ανακούφιση, πάνω στο κρεβάτι υπήρχε ένα πραγματικό περίστροφο. Χωρίς να ξέρει τίποτα για τα περίστροφα, παρά μόνο όσα είχε διαβάσει στα βιβλία, ότι πρέπει να πατήσεις τη σκανδάλη για να πυροβολήσει, ο Τομ άρπαξε το μπράουνινγκ και, κρατώντας του με προτατεμένο χέρι, τόλμησε να πλησιάσει το ανοιχτό σεντούκι.

Τότε είδε την οργή.

Ένα ψηλό, λευκό τέρας με τέσσερα χέρια, μέσα στο σεντούκι, κοιτούσε μοχθηρά με τα τρομακτικά, σχιστά του μάτια.

Ο Τομ ούρλιαξε και πάτησε, αυτό που έπρεπε να πατήσει.

Το σεντούκι σα να ανατινάχθηκε. Πετάχτηκαν σκλήθρες στο παράθυρο και στο τραπέζι. Ο Τομ κάθισε στο πάτωμα και πατώντας ακούραστα τη σκανδάλη πυροβολούσε διαρκώς. Όταν άδειασε, το πέταξε και όρμησε κλαίγοντας προς τον κάτωχρο Μπέρινγκ, ο οποίος είχε, στο μεταξύ, έρθει με τον Καρλ και την Κορνέλια.

– Σκότωσα την οργή σου! – φώναξε ενθουσιασμένος και συγκλονισμένος. – Την πυροβόλησα! Δεν μπορεί πλέον να με αγγίξει ποτέ! Δεν έκανα τίποτα! Άνοιξα μια τρύπα, ήπια ρούμι με τον Κιντ, αλλά δεν ήθελα την οργή!

– Ηρέμησε Τομ, – είπε ο Μπέρινγκ, βγάζοντας έναν αναστεναγμό ανακούφισης, τη στιγμή που αγκάλιασε το τρεμάμενο σώμα του γιου του. – Τα ξέρω όλα. Μικρέ μου Τομ… φτωχή, ζωντανή ψυχή!

[1] Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Κράσναγια Νίνα», 1929, τεύχος 41