569 Views |  Like

Αντρέι Ζβιάγκνιτσεφ Λεβιάθαν – στοχασμοί

 

Λεβιάθαν. Για τον ηθοποιό

 

Να διαπαιδαγωγήσεις, να καλλιεργήσεις την παρακάτω ποιότητα: μην ασχολείσαι με τον εαυτό σου, μην κοιτάζεις τον εαυτό σου σαν τρίτο. Και δεν αναφέρομαι στην χαλαρότητα ως υποκατάστατο της ελευθερία, αλλά για την απελευθέρωση από την προσωπική εξ αποστάσεως άποψη, για την σκέψη «πως δείχνω τώρα». Και όχι υπό την έννοια: από ποια πλευρά πρέπει να καθίσω, πως δείχνει η μπλούζα που φοράω, αλλά να ξεχάσεις εντελώς αυτή τη σκέψη (!). Αντί γι’ αυτό, πρέπει μόνος σου να κοιτάζει το αντικείμενο, με ενδιαφέρον, αλλά χωρίς να το επιδεικνύεις, δηλαδή κρατώντας το κρυφό: να κοιτάζεις μόνος σου και να μην «προσπαθείς» να βλέπεις τον εαυτό σου ως κάποιον άλλον.

Σα να μην σε απασχολεί, αν σε κοιτάζουν οι άλλοι ή όχι. Σα να είσαι μόνος σου. Η ίδια η φύση είδε να σε ακολουθεί. Υπ’ αυτή την έννοια αυτό το οποίο σου λέω είναι να γίνει αδύνατο να φανταστείς τον εαυτό σου, να απαλλαγείς από τον έλεγχο. Ασυνείδητα θα λειτουργήσει αντί για σένα.

Οι ασκήσεις για «δημόσια μοναξιά» ήταν η βάση στα μαθήματα στο στούντιο του Λι Στράσμπεργκ. Τα δανείστηκε, εννοείται, από τον Στανισλάφσκι.

* * *

Λεβιάθαν. Προβολή

Όχι, εννοείται πως υπάρχει προσωπικό συναίσθημα. Χρειάζονται όμως τα τρίτα πρόσωπα, οι καθρέφτες, από τους οποίους προαισθάνεσαι κάτι το νέο· ακόμη και στα ίδια τα προσωπικά σου συναισθήματα ανακαλύπτεις κάτι νέο. Θαρρείς κι αποκαλύπτεται κάτι, το οποίο δεν έβλεπες για μια ακατανόητη αιτία. Ακόμη και στη συζήτηση μετά την προβολή δεν ανακαλύπτεις το όντως σημαντικό, όσο στην σιωπηλή ατμόσφαιρα της ίδιας της προβολής. Γι’ αυτό και λέω ότι τώρα δεν χρειάζεται κατανόηση, δεν χρειάζονται αυτές οι ατέρμονες συζητήσεις για «την οικοδόμηση της ζωής».

Δεν τελειώνουν ποτέ, ακόμη κι αν έχεις ως συνομιλητή που μοιράζεται, περίπου, τις ίδιες απόψεις για ορισμένα ζητήματα.

Για όλα αυτά μπορείς να μιλήσεις, όταν θα πάρεις την τελική κόπια και θα καλέσεις για την πρεμιέρα. Τώρα χρειάζονται ερωτήσεις για «την οικοδόμηση της τέχνης». Για “τη φόρμα, για το βάθος, για τον ρυθμό, για τις πιθανές περικοπές και για όλα τα προβλήματα και τα προβληματάκια, αν υπάρχουν. Τώρα ο «συνηθισμένος» θεατής δεν πολυχρειάζεται.

Με τις ιδέες όλα είναι ξεκάθαρα και η ουσία της υπόθεσης είναι ταυτόσημη με την αφήγηση. Το ερώτημα (αν υπάρχει) δεν είναι αυτό. Το ερώτημα αφορά το αίσθημα του όλου, αν εμποδίζουν  το όλο να πραγματωθεί χωρίς εμπόδια κάποιες λεπτομέρεις, κάποια ατελή και προαιρετικά σημεία.

* * *

Λαβιάθαν. Η αίσθηση του όλου

Τελείωσα το μοντάζ, απομένει η ηχητική μπάντα, αλλά είναι πολύ μεγάλη δουλειά. Χρειάζεται χρόνος για να χωνέψεις την ταινία, να αφαιρεθείς, να ξεκουραστείς, να ασχοληθείς με άλλα πράγματα, ώστε μετά από μία, δύο εβδομάδες να την ξανακοιτάξεις με νέο βλέμμα – και, πιθανόν, να αναθεωρήσεις κάτι. Να καθαρίσεις κάποια σημεία και αυτό είναι κάτι απαραίτητο. Ως συνήθως.

Τι σου δίνει ο χρόνος της απομάκρυνσης; Βγαίνεις από την αιχμαλωσία της στην επιφάνεια και, άξαφνα, κοιτάζοντας γύρω σου, βλέπεις κάποιες δυσαρμονίες ρυθμικές, κάποιες χοντροκοπιές, βλέπεις τι χρειάζεται απλά να κοπεί με τόλμη. Τότε όμως εσύ μέσα σου, όταν αναζητάς τη συγκολλητική ουσία, όταν αναζητάς τον ρυθμό και την ατμόσφαιρα της σκηνής, όταν είσαι τόσο πολύ βυθισμένος στις λεπτομέρειες, που η ενατένιση γίνεται σχεδόν ο βασικός εκτιμητής αυτού του καμβά, αλλά και το ίδιο το εργαλεία για τη δημιουργία του· όταν θα διαλυθείς εντελώς σε αυτό το συχνά μικρό απόσπασμα της ταινίας, τότε δεν θα μπορείς να βλέπεις καθαρά.

Αυτή είναι η πρώτη περίοδος συλλογής των λεπτομερειών: βλέπεις, θαρρείς μέσα από μικροσκόπιο, τις μικρές λεπτομέρειες, λες κι είναι κύτταρα, από τα οποία είναι φτιαγμένο το απόσπασμα. Να γιατί σου χρειάζεται μια δεύτερη: αυτή την περίοδο θα πρέπει να λειτουργήσεις αποστασιοποιημένα. Και μάλιστα, κατ’ ελάχιστον υπό τη διττή σημασία αυτής της λέξης:  στην συναισθηματική της, αλλά και σε εκείνη που αφορά στο χώρο. Θα πρέπει με απολύτως ολύμπια αταραξία να ξανακοιτάζεις σε όλα αυτά από μακριά, δηλαδή να αγκαλιάσεις όλο την ταινία, να την δεις ως ένα ενιαίο σύνολο, ως ένα απόσπασμα, όπως στο διήγημα του Μπόρεχες «Άλεφ» σε ένα σημείο να δεις όλες τις λεπτομέρειες της ταινίας μονομιάς· θα πρέπει να μπορείς να αγκαλιάσεις με το βλέμμα σου όλο αυτό το αντικείμενο ως ολότητα και τότε, ανελέητα, με χειρουργικό κυνισμό, απολύτως αποστασιοποιημένα, θαρρείς και δεν είναι δικό σου έργα, αλλά κάποιου άλλου, χωρίς αμφιβολίες να κόψεις και να επανατοποθετήσεις (αν χρειάζεται), να απαρνηθείς αυτό που αγάπησες, να απαρνηθείς το κάλλος, εκείνο που αγάπησες πολύ, ώστε τώρα πια οι λεπτομέρειες της ταινίας σου να ενταχθούν σε μια ενιαία αλυσίδα και σε αυτή την αλυσίδα να τοποθετηθούν η μία μετά την άλλη οι πέρλες του μαγικού περιδέραιου.

* * *

Κάποια κυρία Μπ. αποκαλεί την ταινία «Λεβιάθαν» χυδαία και ψεύτικη, ενώ κατηγορεί τον σκηνοθέτη ότι δεν αγαπάει όχι μόνο τους ήρωες του, αλλά και τους ανθρώπους εν γένει. Ένα από τα επιχειρήματα της Μπ. Είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει μια τόσο σύνθετη για τον πρωταγωνιστή κατάσταση με τον παλιό φίλο του από τον στρατό «να γαμ…σει τη γυναίκα του». Αυτό μοιάζει πολύ με επανάληψη εκείνης της άποψης που διατυπώνει μια άλλη γνωστή προσωπικότητα, διανοούμενος τάχα, ρωτώντας τον μπλόγκερ Γιάμπλοκοφ : «Σας έχει τύχει να γαμ…σετε τη σύζυγο του μαραγκού;» Όλοι αυτοί οι μορφωμένοι εκδότες και επιφυλλιδογράφοι μας, ομολογώ πως μου προκαλούν απέχθεια.

Κάντε ένα κόπο να ακούσετε τι λέτε κυρία Μπ: «σε μια τόσο δύσκολη κατάσταση γάμ…ησε τη γυναίκα του φίλου»… Αν όμως η κατάσταση δεν ήταν δύσκολη, θα μπορούσε να το κάνει; Πόσο χυδαία και υποκριτική πρόσληψη του κόσμου από τον μικροαστό. Ακόμη κι αν είναι μορφωμένος (τώα κάνω είτε έκπτωση, είτε ενθαρρύνω, στο βαθμό που στην εποχή μας, αν ο άνθρωπος μπορεί να φτιάξει ένα μπλογκ, τότε μπορούμε να πούμε πως είναι, τουλάχιστον, μορφωμένος. Λοιπόν, αγαπητοί κυρίες και κύριοι, δεν θέλετε να πιστέψετε στο χυδαίο προφανές; Είστε έτοιμοι να ομολογήσετε πως δεν υπάρχει, παρά να παραδεχτείτε πως ο άνθρωπος είναι ικανός για όλα. Ακόμη και γι’ αυτό. Πόση λίγη γενναιότητα σε αυτή την κοντόθωρη ματιά υπάρχει. Δεν σας επιτρέπει να κοιτάξετε τον εαυτό σας κατάματα. Χωρίς να κατεβάστε το βλέμμα. Η μείωση του ανθρώπου στο επίπεδο του πλάσματος, το οποίο λειτουργεί μόνο με ένα εκ των προτέρων διαταχθέν σχέδιο, είναι αυτή η μη αγάπη για τον άνθρωπο, η δυσπιστία στην περίπλοκη φύση του, η δημιουργία καλουπιού και όχι ήρωα. Ο άνθρωπος αναζητώντας τον εαυτό του – να ποιο είναι το πραγματικό όνομα του ανθρώπου.

Ναι, στην ιστορία μας ο Θεός δεν είναι από μηχανής, αυτό θα ήταν μια ψευδή κατάληξη της σύνθεσης. Το θέμα, όμως, εδώ, δεν είναι αισθητικό, αλλά ηθικό, γιατί βαρέθηκε Εκείνος να βγαίνει κάθε φορά, που μας είναι βολικό. Ήρθε η ώρα ο ίδιος ο άνθρωπος να κινηθεί προς Αυτόν, να τον συναντήσει και κατ’ αυτόν τον τρόπο, είναι πιθανόν, να καταλύσει την κυκλική κίνηση “της ανόητης αιωνιότητας” της ύπαρξής του, να γίνει πολύ μεγαλύτερος από ό,τι είναι, από ό,τι ήταν χθες.

Ο άνθρωπος εν τω γίγνεσθαι και όχι ακίνητος σε ένα σημείο, σαν πέτρα, να τι έχει ενδιαφέρον. Δεν είναι άμορφος στην ακινησία του- θετικός /αρνητικός – ένας ήρωας δεν είναι ένα αιτιοκρατικό πλάσμα, αλλά ένας ζωντανός, εύπλαστος Άνθρωπος.

Κυρίες και κύριοι, απλά κάνετε σημειωτόν στο ίδιο “ανθρωπιστικό” ξέφωτο, ποδοπατώντας το ίδιο χορτάρι. Και όλο μιλάτε για ίδια και τα ίδια, κι όλο κοιτάζετε τους ομοιόμορφους μύθους “για το πλέον σημαντικό”. Δεν συζητάτε καν σοβαρά το γεγονός ότι ο πραγματικός ανθρωπισμός είναι να συνομιλείς με τον άνθρωπο με κάθε ειλικρίνεια και χωρίς περιστροφές… Γλυκά, παρηγορητικά παραμύθια λέτε ο ένας στον άλλον για χιλιοστή φορά και πάντα στο ίδιο σημείο αμολάτε σαπουνόφουσκες και σάλια. Να ποιο είναι το δικό σας «φως στην άκρη του τούνελ». Να ποια είναι η δική σας…. «μη χυδαιότητα», απλά δεν μπορώ να βρω άλλη αντωνυμία. Την μη εντιμότητα, στην ουσία, αφού στην ταινία «Λεβιάθαν» υπάρχει η ίδια η εντιμότητα.

* * *

«Η πραγματική γενναιότητα έγκειται στο ότι πρέπει να αγαπήσεις τη ζωή, γνωρίζοντας γι’ αυτή όλη την αλήθεια» Ντοβλάτοφ.

* * *

Είναι, όμως, δίκαιος ο ισχυρισμός ότι η ταινία «Λεβιάθαν» είναι αντιχριστιανική, δηλαδή στοχεύει τον Χριστό; Φυσικά όχι. Δεν είναι καν εναντίον της Εκκλησίας του Χριστού. Η ταινία είναι κατά της εκκλησίας των ιεραρχών. Αυτή είναι η αλήθεια.

Όταν με καλούν να ειρηνεύσω και να συμφιλιωθώ, όταν μου λένε ότι μπορώ να ασκήσω κριτική στην Εκκλησία, μόνο αν ανήκω στους κόλπους της, όταν Εκείνος μας διδάσκει να ειρηνεύσουμε όχι με ελεήμονες λόγους, αλλά με το ξίφος, θέλω να ρωτήσω: πως μπορείς να ασκείς κριτική στην Εκκλησία εκ των έσω, αν εκ των έσω αυτή σε καλεί σε υποταγή και υπακοή, αν εκ των έσω κυριαρχείται από την αυστηρότατη ιεραρχία;

Αν όντας άνθρωπος της εκκλησίας, δηλαδή ευρισκόμενος στους κόλπους της Εκκλησίας, ξαφνικά αρχίσεις να της ασκείς κριτική, αμέσως θα αποβληθείς, θα σε οδηγήσουν «έξω από την πόρτα» της, θα κηρυχθείς αιρετικός ή άνθρωπος με διασαλευμένο λογικό.

Μόνο όμως όταν είσαι έξω από αυτή μπορείς, πρώτον, να προσέξεις τις ατέλειες της δημόσιας ή της εσωτερικής ζωής της εκκλησίας. Και, δεύτερον, έχεις το απόλυτο δικαίωμα να διατυπώσεις τις κρίσεις σου γι’ αυτές. Νομίζω πως είναι πολύ παράξενο το προνόμιο ασυλίας της Εκκλησίας, ενός τόσο σημαντικού θεσμού, όπως και οι υπόλοιποι, αν φυσικά ζούμε σε ένα κοσμικό κράτος.

* * *

Με κοίταξε ένας σοβαρός άνθρωπος που σέβομαι πολύ και μου είπε ότι αυτό είναι κάτι σαν «προσβολή, ψευδής αναφορά, μη αλήθεια» και κάτι άλλο. «Αν θέλατε να προσβάλλετε τη Ρωσική Εκκλησία, το καταφέρατε» – είναι σχεδόν κατά λέξη τα λόγια του.

Συνέχισε λέγοντας πως η ταινία «από το ύψος της καλλιτεχνικής έκφρασης, πέφτει στην επιφυλλιδογραφία και μάλιστα σε ένα παράξενο επίπεδο, γίνεται κάτι σαν λιβελογράφημα»… Αποδεικνύεται ότι πολύ εύκολο να προσβάλλεις την Ρωσική Εκκλησία! Δεν το ήξερα αυτό.

Πόσο κενή είναι αυτή η παρατήρηση. Δεν περίμενα να είναι τόσο τυφλός. Μπορείς να προσβάλλεις έναν άνθρωπο ή το ανθρώπινο στοιχείο στην καρδιά του ιερωμένου, δεν μπορείς όμως να αγγίξεις την πανίσχυρη, την άνευ ορίων καρδιά της χριστιανικής διδασκαλίας. Όπως δεν μπορείς να κηλιδώσεις το όνομα του Θεού ούτε με την ύβρη, ούτε με την τυφλή ειδωλολατρία.

* * *

Ορισμένοι (υπάρχουν και τέτοιοι) θεωρούν πως κατηγόρησα για υποκρισία όλη την Εκκλησία.

Σε αυτούς θα ήθελα να θυμίσω ότι η Εκκλησία, δεν είναι ιδιοκτησία των ιεραρχών, αλλά η σύναξη όλων των πιστών. Η Εκκλησία δεν είναι οι πέτρες με τις οποίες κατασκευάστηκε το κτήριο, ούτε οι διάκονοι της λατρείας. Το σώμα της Εκκλησίας, είναι όλοι οι πιστοί μαζί.

Συνεχίζοντας την σκέψη αυτή παρακάτω, είναι πολύ εύκολα να καταλήξεις σε ένα απλό συμπέρασμα: παρατηρώντας στο ναό το μυστήριο της προσευχής, δεν μπορεί να ξέρεις τι έχει στην καρδιά του ο ένας ή το άλλος.

Ο Θεός είναι εκεί ή μήπως πρόκειται για αυταπάτη; Εκεί υπάρχει η τυπολατρία και η ειδωλολατρία ή απλά μια ανεπιτήδευτη υποκρισία;

Κανείς δεν μπορεί να ξέρει την ανθρώπινη καρδιά. Μόνο από τους καρπούς της μπορούμε να κρίνουμε.

Οι καρποί όμως είναι πολλοί και διαφορετικοί και νομίζω πως όλοι το γνωρίζουμε αυτό. Ως επιχείρημα μπορώ να παραθέσω τον ορισμό, ο οποίος δεν είναι γνωστός μόνο στους εκκλησιαστικούς κύκλους, αλλά χρησιμοποιείται και από τους ίδιους τους ιερωμένους – «σωσίας της εκκλησίας».

Η έννοια αυτή, με την οποία οι ίδιοι οι πιστοί στηλιτεύουν την υποκρισία, πολύ ζωηρά και συχνά γίνεται αντιληπτή στην εκκλησιαστική ζωή. Ως προς αυτό θυμηθείτε στην ταινία τα πρόσωπα των απλών ανθρώπων που στέκονται μέσα στην εκκλησία – ιδιαίτερα το πρόσωπο της κοπέλας με το λευκό μαντίλι ή των άλλων ενοριτών, οι οποίοι δεν έχουν την παραμικρή σχέση με τους αξιωματούχους που στέκονται στην πρώτη σειρά, μπροστά στο εικονοστάσι.

Θα ήταν πολύ ανόητο να επιτρέψω στον εαυτό μου τέτοιες γενικεύσεις: ότι τάχα όλοι οι προσευχόμενοι στο ναό είναι υποκριτές, αλλά δεν μπορώ να μην εμπιστεύομαι τις προσωπικές μου ανάγκες, όταν μου υπαγορεύουν ότι στο ένα ή στο άλλο σημείο μυρίζει υποκρισία.

Το θέμα δεν είναι οι πιστοί ενορίτες, αλλά στην ίδια τη δομή αυτού του θεσμού, πιθανόν στον καταστατικό του χάρτη, ο οποίος επιτρέπει την κατάργηση της ισότητας ανάμεσα στα «παιδιά του Θεού» και τη δημιουργία του πειρασμού της εξουσίας επί «των δούλων του Θεού».

Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Αγγελιαφόρος της Ευρώπης» με το οποίο συνεργάζεται η «Στέπα»

 

Μετάφραση από τα Ρωσικά

 Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης