402 Views |  Like

Μπορίς Παστερνάκ Μαρίνα Τσβετάγιεβα

Έπρεπε να την διαβάσεις πολύ. Όταν το έκανα, έμεινα άναυδος από την  άβυσσο καθαρότητας και δύναμης που μου αποκαλύφθηκε. Τίποτα παρόμοιο γύρω μου δεν υπήρχε. Θα περιορίσω τις κρίσεις μου. Δεν θα πάρω την αμαρτία πάνω μου αν θα πω: εκτός από τον Άννενσκι και τον Μπλοκ και με  ορισμένες επιφυλάξεις τον Αντρέι Μπέλι, η πρώιμη Τσβετάγιεβα ήταν εκείνο που θα ήθελαν να είναι άλλα που δεν μπόρεσαν να γίνουν όλοι μαζί οι υπόλοιποι συμβολιστές. Εκεί που το λεξιλόγιό τους, χωρίς δύναμη κυλιόταν στον κόσμο των φανταστικών σχημάτων και των νεκρών αρχαϊσμών, η Τσβετάγιεβα πολύ εύκολα ξεπερνούσε τις δυσκολίες της αληθινής δημιουργίας, έλυνε τα προβλήματα της παίζοντας, με μια ασύγκριτη λάμψη τεχνικής.

Την άνοιξη του 1922, όταν ήταν ήδη στο εξωτερικό, αγόρασα στη Μόσχα  το μικρό της βιβλιαράκι «Βέρστια». Αμέσως με κατέπληξε η λυρική  μεγαλοπρέπεια της φόρμας της Τσβετάγιεβα, ήταν βιωμένη με αίμα, όχι αδύναμη, αλλά έντονα σφιχτή και περιεκτική, χωρίς να λαχανιάζει σε ορισμένες γραμμές, κυρίευε χωρίς διάλειμμα του ρυθμού ολόκληρες συνέχειες των στροφών με την εξέλιξη των περιόδων της.

Κάποια συγγένεια κρύβονταν πίσω από αυτές τις ιδιαιτερότητες, μπορεί, η κοινότητα των επιδράσεων που δοκιμάσαμε ή η ομοιότητα των παρορμήσεων στην διαμόρφωση του χαρακτήρα, ο παρόμοιος ρόλος της  οικογένειας και της μουσικής, η ομοιομορφία των σημείων εκκίνησης, των στόχων και των προτιμήσεων.

Έγραψα μία επιστολή στην Τσβετάγιεβα στην Πράγα, γεμάτη θαυμασμό και έκπληξη για το γεγονός ότι για ένα τόσο μεγάλο διάστημα την περιφρονούσα και για το ότι τόσο αργά την ανακάλυψα. Μου απάντησε. Μεταξύ μας άρχισε αλληλογραφία, που ήταν ιδιαίτερα τακτική στα μέσα την  δεκαετίας του 1920, όταν εμφανίστηκε η «Τέχνη» της και στη Μόσχα έγιναν γνωστοί από καταλόγους τα μεγάλα σε όγκο και σύλληψη, ασυνήθιστα σε νεωτερισμό έργα της «Το ποίημα του τέλους», «Το ποίημα του βουνού» και «Ο Ποντικοκυνηγός» .Γίναμε φίλοι.

Το καλοκαίρι του 1035,όταν δεν ήμουν στα καλά μου και στο χείλος ψυχικής ασθένειας εξαιτίας μία αϋπνίας που κρατούσε σχεδόν ένα ολόκληρο χρόνο βρέθηκα στο Παρίσι στο αντιφασιστικό συνέδριο. Εκεί γνωρίστηκα με τον γιο, την κόρη και τον σύζυγο της Τσβετάγιεβα και αγάπησα σαν αδελφό αυτόν τον θαυμάσιο, λεπτό και υπομονετικό άνθρωπο.

Τα μέλη της οικογένειας της Τσβετάγιεβα επέμεναν να επιστρέψει στη Ρωσία. Εν μέρει τους ωθούσε η νοσταλγία για την πατρίδα και η συμπάθεια για τον κομμουνισμό και την Σοβιετική Ένωση, εν μέρει δε, οι σκέψεις ότι η Τσβετάγιεβα δεν μπορεί να ζήσει στο Παρίσι και ότι αυτή εκεί θα χαθεί στην ερημιά, χωρίς την ανταπόκριση των αναγνωστών.

Η Τσβετάγιεβα ρώτησε τι σκέφτομαι γι» αυτό. Σχετικά μ’ αυτό δεν είχα καμιά συγκεκριμένη άποψη. Δεν ήξερα τι να τη συμβουλεύσω, και φοβόμουν πάρα πολύ ότι και γι’ αυτήν και για την θαυμάσια της οικογένεια θα ήταν πολύ δύσκολο και ανήσυχα να ζήσουν. Η κοινή τραγωδία της οικογένειας ξεπέρασε κατά πολύ τους φόβους μου.

Στην αρχή αυτού του εισαγωγικού δοκιμίου, στις σελίδες που αναφέρονται στην παιδική ηλικία, έδωσα τις πραγματικές εικόνες και σκηνές και περιέγραψα ζωντανά περιστατικά, ενώ από την μέση και μετά πέρασα σε γενικεύσεις και άρχισα να περιορίζω την αφήγηση σε σύντομους χαρακτηρισμούς. Αυτό έγινε για λόγους συντομίας.

Εάν άρχιζα να διηγούμαι την κάθε περίπτωση χωριστά και την μία κατάσταση μετά την άλλη, της ιστορίας των ενδιαφερόντων και των σκοπών που μας ενώνουν με την Τσβετάγιεβα, θα είχα βγει ήδη πολύ μακριά από τα  όρια που έθεσα στον εαυτό μου. Θα ήμουν υποχρεωμένος να αφιερώσω ένα ολόκληρο βιβλίο, τόσα πολλά ζήσαμε τότε από κοινού, με τις εναλλαγές του χαρούμενου και του τραγικού, πάντα αναπάντεχα και πάντα από συνάντηση σε συνάντηση, του αμοιβαία διευρυνόμενου πνευματικού ορίζοντα.

Και εδώ, αλλά και στα κεφάλαια που απέμειναν θα αποφύγω το  προσωπικό και το μερικό και θα περιοριστώ στο ουσιαστικό και το γενικό.

Η Τσβετάγιεβα ήταν γυναίκα με δραστήρια ανδρική ψυχή, αποφασιστική,  δυναμική, ατίθαση. Στη ζωή και στη δημιουργία αποφασιστικά, άπληστα και σχεδόν αρπακτικά ορμούσε στην τελειοποίηση και την συγκεκριμενικότητα, ακολουθώντας τις οποίες έφθασε πολύ μακριά και τους ξεπέρασε όλους.

Εκτός από τα λίγα γνωστά, έγραψε ένα μεγάλο πλήθος άγνωστων σε μας  πραγμάτων, τεράστια οργισμένα δημιουργήματα, άλλα στο στυλ των ρωσικών λαϊκών παραμυθιών, άλλα στα μοτίβα των γνωστών ιστορικών παραδόσεων και μύθων.

Η έκδοσή τους θα είναι τεράστια νίκη και αποκάλυψη για την πατρώα μας ποίηση και αμέσως, με την πρώτη απόπειρα θα την πλουτίσει με ένα καθυστερημένο αλλά και ταυτόχρονα μοναδικό δώρο.

Νομίζω, ότι η μεγαλύτερη επανεξέταση και η μεγαλύτερη αναγνώριση περιμένουν την Τσβετάγιεβα.

 Ήμασταν φίλοι. Φύλαξα γύρω στις εκατό επιστολές της, απαντήσεις στις δικές μου. Άσχετά από την θέση που, όπως είπα και προηγουμένως, έχουν στη ζωή μου οι απώλειες και οι εξαφανίσεις, μου ήταν αδύνατο να φανταστώ, ότι κατά κάποιο τρόπο ήταν δυνατό να χαθούν αυτές οι  πολύτιμες επιστολές που τόσο προσεκτικά φυλάσσονταν. Τις κατάστρεψε η  περιττή  επιμέλεια της φύλαξής τους.

Τα χρόνια του πολέμου και των επισκέψεών μου στην οικογένειά μου στην περιοχή που μεταφέρθηκαν μία συνεργάτιδα του Μουσείου Σκριάμπιν, μεγάλη θαυμάστρια της Τσβετάγιεβα και πολύ καλός μου φίλος, μου πρότεινε να τις πάρει για να τις φυλάξει μαζί με τις επιστολές των γονιών μου και μερικές επιστολές του Γκόρκι και του Ρολλάν. Όλα τα παραπάνω τα  έβαλε στο χρηματοκιβώτιο του μουσείου, ενώ τις επιστολές της Τσβετάγιεβα  δεν τις αποχωρίζονταν από τα χέρια της γιατί δεν εμπιστευόταν την σταθερότητα των τοίχων του πυρίμαχου χρηματοκιβωτίου.

Ζούσε ολόκληρο τον χρόνο έξω από την πόλη και κάθε απόγευμα κουβαλούσε αυτές τις επιστολές με μία τσάντα στο χέρι στο μέρος όπου    κοιμόταν και τις μετέφερε το πρωί στην πόλη εκεί που δούλευε. Μια φορά τον χειμώνα σε άθλια κατάσταση επέστρεψε πίσω στο εξοχικό της. Στα μισά του δρόμου από τον σταθμό, θυμήθηκε ότι άφησε την τσάντα με τις επιστολές στο βαγόνι του ηλεκτρικού. Έτσι έφυγαν και χάθηκαν οι    επιστολές της Τσβετάγιεβα[1].

Το απόσπασμα είναι από το έργο του Μπορίς Παστερνάκ «Άνθρωποι και καταστάσεις». Προέρχεται από το κεφάλαιο «Τρεις σκιές»

Μετάφραση από τα Ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©

[1] Οι επιστολές αυτές χάθηκαν κατά τη διάρκεια της αντιγραφής τους από τον Α. Ε. Κρουτσενίχ.  Έχουν σωθεί ορισμένα αντίγραφα 22 επιστολών της περιόδου 1922 – 1926 τα οποία όμως έχουν μισοκαταστραφεί. Πρόσφατα ορισμένες από αυτές εκδόθηκαν στα ελληνικά «Η αλληλογραφία των τριών. Παστερνάκ – Τσβετάγιεβα – Ρίλκε» Εκδόσεις «Μεταίχμιο» 2005