580 Views |  1

Ναντιέζντα Μαντελστάμ: Είμαι εβδομήντα επτά ετών, πάει να πει πως έζησα μόνο δεκαεπτά φυσιολογικά χρόνια

Στις 9 και 10 Οκτωβρίου 1977 η Elizabeth de Mauny, δημοσιογράφος και σύζυγος του πρώτου ανταποκριτή του BBC στην Ρωσία Eric de Mauny, συναντήθηκε με την χήρα του Οσίπ Μαντελστάμ Ναντιέζντα Γιάκοβλεβνα και είχε μαζί της μια μακρά συζήτηση υπό την μορφή της συνέντευξης.

Ας δούμε πως περιγράφει η Αγγλίδα δημοσιογράφος τη συνάντησή της με την θρυλική Ρωσίδα, χάρη στον κάματο και την φροντίδα της οποίας, έχουμε σήμερα στα χέρια μας ολόκληρο το πανόραμα μιας δύσκολης εποχής για την Ρωσία και τους ανθρώπους της.

«Για πρώτη φορά συναντήθηκα με την Ναντιέζντα Μαντελστάμ την Τρίτη 17 Οκτωβρίου 1972. Οι «Αναμνήσεις» της είχαν ήδη κυκλοφορήσει στα Ρωσικά και τα Αγγλικά («Норе against Норе»), και το «Δεύτερο βιβλίο» της που είχε ήδη κυκλοφορήσει στα Ρωσικά, αναμενόταν και στα Αγγλικά με τίτλο «Норе Abandoned». Ο σύζυγός μου Ρωσία  Eric de Mauny ήταν την εποχή εκείνη ανταποκριτής του BBC στην Μόσχα. Είχαμε έρθει για μια δεύτερη θητεία στην σοβιετική πρωτεύουσα στα τέλη Μαρτίου του 1972. Λίγο μετά την άφιξή μας, απελάθηκε ο Ντέβιντ Μποναβία, ανταποκριτής της λονδρέζικης εφημερίδας «Times», γιατί λίγο πριν την επίσκεψη του Νίξον οι σοβιετικές αρχές θέλησαν να απαλλαγούν από έναν καλά πληροφορημένο δυτικό ανταποκριτή. Αυτός μας είχε συστήσει σε ένα κύκλο των ανεπίσημων επαφών του (για παράδειγμα, στο ξεπροβόδισμα του Μποναβιά για πρώτη φορά συναντήσαμε τον Αντρέι Σάχαροφ, ο οποίος την εποχή εκείνη δεν είχε πολλές επαφές με ανταποκριτές).

Μέχρι τον Οκτώβριο είχαμε διευρύνει τον κύκλο των Ρώσων φίλων μας και τότε ο Κυρίλ και η Ιρίνα Χένκιν μας γνώρισαν με την Ναντιέζντα Γιάκοβλεβνα. Οι αντιθετικοί, μεταξύ τους, τίτλοι των βιβλίων με τα απομνημονεύματά της στα Αγγλικά, με έκαναν να αναρωτηθώ πως φαντάζεται το μέλλον της χώρας της. Επανέλαβε αρκετές φορές ότι μοναδική της ελπίδα είναι η μετά θάνατον ζωή. Αυτό δεν συμφωνούσε με εκείνη την σχετική αισιοδοξία, η οποία γινόταν αισθητή στα τελευταία κεφάλαια του πρώτου τόμου των απομνημονευμάτων της, τα οποία έγραψε όταν τελικά για πρώτη φορά εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Μόσχα το 1964.Αργότερα, η ίδια θεώρησε πως η αισιοδοξία αυτή δεν δικαιώθηκε. Από το 1972 η Ναντιέζντα Γιάκοβλεβνα επέμενε ότι η μοναδική ελπίδα για το μέλλον της Ρωσίας είναι η Εκκλησία. Διατήρησε, άραγε, αυτή της την ελπίδα μέχρι τον θάνατο; Έχω την αίσθηση πως όχι. Σχετικά με αυτό μπορούμε να κρίνουμε από τη συνέντευξη που κατέγραψα στο μαγνητόφωνο στα τέλη του 1977. Σύμφωνα με όσα στοιχεία διαθέτω είναι η μοναδική της συνέντευξη, καταγεγραμμένη σε μαγνητική ταινία. Της είχα υποσχεθεί πως δεν θα την δημοσιεύσω όσο ζούσε.

Η συνέντευξη θα έπρεπε να καλύψει τη ζωή της, από την παιδική της ηλικία μέχρι τις μέρες μας κι έτσι προετοίμασα με κάθε λεπτομέρεια τις ερωτήσεις. Ήθελα, επίσης, να διευκρινίσω ορισμένα περιστατικά της ζωής του Μαντελστάμ, τα οποία με είχαν προβληματίσει: για παράδειγμα, γιατί ο Οσίπ Μαντελστάμ στην δεκαετία του 1920 αρνήθηκε να φύγει στο εξωτερικό, όπως του είχε προτείνει ο Μπουχάριν. Εκτός από αυτό, ήθελα να μου επαναλάβει η Ναντιέζντα Γιάκοβλεβνα, όλα όσα είχε πει κατά τις προηγούμενες συναντήσεις μας: για την μεταστροφή του Μαντελστάμ στον Χριστιανισμό, η οποία έλαβε χώρα στα χρόνια της νιότης του, ήθελα να μάθω τι πραγματικά συνέβη, γιατί πολλοί θεωρούσαν πως το «έκανε από ανάγκη», για να γίνει δεκτός στο Πανεπιστήμιο της Πετρούπολης. Όντως, χωρίς αυτό, όντας Εβραίος, είχε την ευκαιρία να σπουδάσει στη Σχολή Τενίσεβσκι της Πετρούπολης. Φευ, η συνέντευξη δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Όταν επέστρεψα στην Μόσχα τον Οκτώβριο του 1977 η Ναντιέζντα Γιάκοβλεβνα ήταν σε τέτοια φυσική κατάσταση που όταν μου άνοιξε την πόρτα δεν την αναγνώρισα και παραλίγο να μου κλείσει την πόρτα κατάμουτρα. Δεν την είχα προειδοποιήσει για τον ερχομό μου, δεν μπορούσα να το κάνω με κανένα τρόπο και δεν ήξερα αν θα συμφωνούσε στην καταγραφή της συζήτησής μας.

Πράγματι, η πρώτη μου εντύπωση ήταν ότι άργησα να κάνω πράξη το σχέδιό μου. Παρόλα αυτά, ανεξάρτητα από τον φόβο και την φυσικά αδυναμία, συμφώνησε να μου δώσει συνέντευξη. Η φωνή της ώρες – ώρες έσβηνε, κοβόταν η ανάσα της, έκανε μεγάλες παύσεις. Υποχρεώθηκα να αφήσω κατά μέρος ορισμένες ερωτήσεις που ήθελα να της κάνω, φοβούμενη πως θα την κουράσω πολύ. Πίστευα ότι της είχε απομείνει πολύ λίγος χρόνος. Έκανα λάθος, έζησε άλλα τρία χρόνια. Ήθελε να πεθάνει, αλλά δεν μπορούσε να πεθάνει. Ο τρόπος σκέψης της ήταν πολύ ζωντανός και οξύνους, αλλά η εντύπωση που είχε για την επικαιρότητα ήταν πολύ θολή. Η αταλάντευτη πίστη της στην μετά θάνατον ζωή ήταν το μοναδικό της ηθικό στήριγμα. Κατά τη διάρκεια της εγγραφής της συνέντευξης, εγώ και ο σύζυγός μου νομίσαμε πως αυτή περνάει μέσα από κάποιο διανοητικό καθαρτήριο, απ’ όπου μπορούσε να την βγάλει μόνο ο θάνατος.

Μήπως η θυσία της ζωής της, της ζωής του Οσίπ Μαντελστάμ και πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων κατά την σταλινική περίοδο ήταν ανώφελη; Μήπως η διανοητική της αγωνία ήταν αποτέλεσμα της φυσικής της αδυναμίας και του άχθους του χρόνου μιας θυσιασμένης ζωής; Είναι αδύνατη η απάντηση στο ερώτημα αυτό. Ας μιλήσει από μόνο του το κείμενο της συνέντευξης. Η Ναντιέζντα Μαντελστάμ ήταν μια γυναίκα δυνατή και ανθεκτική, πολύ χαρούμενη, ευρυμαθής, οξύνους και αναπάντεχης τρυφερότητας. Την θυμάμαι πάντα με την ίδια αγάπη».

Ναντιέζντα Γιάκοβλεβνα, πείτε μας, σας παρακαλώ πού γεννηθήκατε;

Στο Σαράτοβ, είναι μια πόλη του ποταμού Βόλγα.

Ελάχιστοι γνωρίζουν πως περάσατε τα παιδικά σας χρόνια στη Δύση. Σε ποιες χώρες ζήσατε;

Δεν ξέρουν, φυσικά, γιατί κι εγώ η ίδια δεν θυμάμαι καλά. Έζησα στην Γαλλία, την Ιταλία, την Ελβετία, την Γερμανία, επισκέφτηκα την Σουηδία.

[…]

Πιστεύετε στον Θεό;

Ναι. Πηγαίνω στην εκκλησία.

Στην εκκλησία πηγαίνετε όλη σας τη ζωή;

Η γκουβερνάντα μου με πήγαινε στην εκκλησία, η Ρωσίδα γκουβερνάντα μου.

Η μητέρα σας ήταν Εβραία, ενώ ο πατέρας σας, αν δεν κάνω λάθος, ήταν Βαπτιστής. Σωστά;

Είχε βαπτιστεί. Γιατί ο πατέρας του, ο παππούς μου, ήταν Καντονιστής[1]. Ήταν παιδιά, τα οποία τα έπαιρναν και την εποχή του εκρωσισμού κατά την βασιλεία του Νικολάου του Α’, τα βάπτιζαν, σχεδόν βίαια.

Και η μητέρα;

Η μητέρα παρέμεινε Εβραία. Παντρεύτηκαν κάπου στη Γαλλία.

Θα μας πείτε πως γνωρίσατε τον Μαντελστάμ;

Υπήρχε το 1919 μια λέσχη στο Κίεβο. Ήμουν μόλις 19 ετών. Ήταν μια λέσχη που την έλεγαν «ΖΛΗΜ»: Ζωγράφοι, Λογοτέχνες, Ηθοποιοί και Μουσικοί.  Εκεί μαζευόμασταν κάθε βράδυ κι εκείνος εμφανίστηκε κάποια στιγμή. Μας σύστησε μία κοπέλα… Είχαν συμφωνήσει όλοι να μην συστήσουν, μια πόρνη όμως μας σύστησε.

Όταν γνωριστήκατε, ήταν γνωστός ως ποιητής;

Ήταν γνωστό. Ήξερα ότι ήταν ποιητής.

Θεωρούσατε πως ήταν από τότε μεγαλοφυΐα;

Δεν ξέρω αν ήταν μεγαλοφυΐα. Ήταν βλάκας.

Ήταν πολύ… ανόητος νεαρός;

Εξευγενίζετε τώρα. Ήταν, το λέω ευθέως.

Ήταν, επίσης, ένας χαρωπός νεαρός;

Πολύ χαρωπός, όλη του τη ζωή ήταν χαρούμενος, ακόμη και μες τη δυστυχία.

Διατήρησε αυτή τη χαρωπή διάθεση ακόμη και στα δύσκολα, στα βαριά χρόνια;

Στα δύσκολα χρόνια; Στο στρατόπεδο, όχι. Στο στρατόπεδο απλά τρελάθηκε. Φοβόταν να φάει, πίστευε ότι θέλουν να τον δηλητηριάσουν.

Ήταν ο σύζυγός σας καλός άνθρωπος;

Μ’ εμένα όχι, με τους άλλους ναι, ιδιαίτερα με τα παιδιά. Δεν μ’ άφηνε να πάω πουθενά.

Ορισμένοι μου είπαν ότι ήταν πολύ δύσκολος άνθρωπος.

Ήταν δύσκολος άνθρωπος για μένα. Και για τα καθάρματα. Γύρω μας μόνο καθάρματα υπήρχαν.

[…]

Μπορείτε να τον συγκρίνετε με κάποιον άλλον ποιητή της γενιάς του;

Φυσικά. Με τον Παστερνάκ. Με κανέναν άλλον.

Με κανέναν άλλον;

Από τις γυναίκες η Αχμάτοβα, η Τσβετάγιεβα, αλλά νομίζω πως είναι ήσσονος σημασίας σε σύγκριση με τον Παστερνάκ και τον Μαντελστάμ.

Η Αχμάτοβα όμως, ήταν η πιο κοντινή του φίλη;

Ήταν. Απέναντι σ’ εμένα όμως δεν ήταν πολύ καλή. Μου είπε, τριάντα πέντε, σαράντα χρόνια μετά τον θάνατου του Όσι: «Τώρα είναι προφανές ότι ήσασταν η κατάλληλη σύζυγος».

[…]

Στο βιβλίο σας, στον πρώτο τόμο, γράφετε πως όταν πέθανε ο Μαντελστάμ σας βοήθησαν πολύ τα λόγια του: «Γιατί πιστεύεις πως πρέπει να είσαι ευτυχισμένη;»

Μου έλεγε πάντα: «Γιατί πιστεύεις ότι πρέπει να είσαι ευτυχισμένη;». Είναι ο δικός του Χριστιανισμός.

Ο δικός του Χριστιανισμός;

Ήταν χριστιανός. Πίστευε στον Χριστό.

Πότε βαπτίστηκε; Όταν ήταν μικρός ή όταν μεγάλωσε;

Μεγάλος βαπτίστηκε. Ήταν περίπου είκοσι δύο ετών. Γράφουν συνήθως: «για να μπορέσει να μπει στο πανεπιστήμιο», μα αυτό είναι ανοησία, μπορούσε να το κάνει μέσω γνωριμιών του. Απλά πίστευε, και αυτό φυσικά, επηρέασε και εμένα.

Λέτε πως ο σύζυγός σας βαπτίστηκε όταν ήταν είκοσι δύο ετών. Πέθανε σχεδόν πριν από σαράντα χρόνια. Εξακολουθείτε να τον νιώθετε κοντά σας;

Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα το ένιωθα, μετά σταμάτησα, τώρα πια σταμάτησα. Άκουσε, όταν εξομολογήθηκα, ότι τον απάτησα.

Για να σωθούν τα έργα του συζύγου σας, χρειάστηκαν σαράντα χρόνια από τη ζωή σας. Αισθάνεστε ικανοποιημένη από το γεγονός ότι φέρατε σε πέρας το έργο της ζωής σας;

Και ναι και όχι. Αφιέρωσα τη ζωή μου σε αυτό. Ήταν πολύ δύσκολο. Τώρα πια νιώθω απολύτως κενή.

[…]

Ξέρω. Δεν πρόκειται να τον αποκαταστήσουν. Ήταν πάρα πολύ δυνατός άνθρωπος γι’ αυτό και τον σκότωσαν. Δεν ήταν σαν τον Μόλοτοφ, αυτό το χαμερπέστατο πλάσμα: όπως το ακούτε, χαμερπέστατο, όχι άνθρωπος, μα πλάσμα. (Για τον Μπουχάριν). Ήταν πολύ χαρωπός.

Στο βιβλίο σας γράφετε ότι για κάθε καλό που είχε στη ζωή του ο Μαντελστάμ, το οφείλει στον Μπουχάριν.

Μας έσωζε διαρκώς απλά. Πολύ δραστήρια.

Ελπίζετε ότι κάποτε θα αποκαταστήσουν τον Μπουχάριν;

Για να συμβεί αυτό θα πρέπει να αλλάξουν όλα. Δεν ξέρω αν αυτό είναι δυνατόν σε μια νεκρή χώρα.

Στο βιβλίο σας υπάρχει μια πολύ σημαντική αράδα. Γράφετε πως το θάνατος του καλλιτέχνη δεν είναι ποτέ τυχαίος, αλλά η τελευταία πράξη δημιουργίας.

Δεν είναι δικά μου λόγια, είναι του Μαντελστάμ. Το αναφέρει στο άρθρο του για τον Σκριάμπιν. Λέει όμως με αφέλεια πως η Ρωσία γνώριζε τον Σκριάμπιν. Η Ρωσία δεν γνώριζε καθόλου τον Σκριάμπιν, τον ήξερα μια χούφτα μουσικών στο Ωδείο.

Ο σύζυγός σας έγραψε το ποίημα  για τον Στάλιν όταν είδε τις επιπτώσεις της κολεκτιβοποίησης στην Ουκρανία και ένιωσε πως δεν μπορεί να σιωπά άλλο;

Μιλάτε για το πρώτο ποίημα; Ναι.

Σας μιλούσε όταν το έγραφε ή το έγραψε αμέσως;

Φυσικά και μου μιλούσε. Κάθε του στίχο μου έδειχνε. Μάλλον έχω το χάρισμα να ακούσω καλά τα ποιήματα.

Όταν το έγραφε, πιστεύετε ότι κατανοούσε πως αυτό θα τον οδηγήσει στο θάνατο;

Φυσικά! Πίστευε πως θα τον τουφεκίσουν αμέσως.

Πιστεύετε πως είχε δίκιο;

[…]

Τα ταξίδια στη Δύση επηρέασαν τον Μαντελστάμ και γράψαμε ότι η Μεσόγειος ήταν γι’ αυτόν κάτι σαν Άγιοι Τόποι. Πιστεύετε ότι ο κλασσικός πολιτισμός της Αρχαιότητας, της Ελλάδας και της Ρώμης, ήταν εκείνος που επέδρασε περισσότερο απ’ ο,τιδήποτε άλλο σε αυτόν ως ποιητή;

Η Ελλάδα ναι, μα ποτέ δεν πήγε στην Ελλάδα. Στην Ρώμη πήγε, αλλά έλεγε γι’ αυτήν πως είναι μόνο πέτρες, την Ελλάδα όμως την ένιωθε πολύ ζωντανά. Βέβαια, την Ελλάδα μπορείς να την νιώθεις και από τα ποιήματα και από την λογοτεχνία. Ούτε εγώ πήγα στην Ελλάδα.

[…]

Λέτε πως ο Μαντελστάμ ποτέ μιλούσε για το «έργο» του. Πάντα έλεγε πως «κάνει» πράγματα. Εικάζετε πως αντιμετώπιζε την ποίησή του ως κάποιος φορέας της Θείας Χάριτος;

Νομίζω πως ναι, αν και ποτέ δεν τον ρώτησα.

Εκείνα τα χρόνια που ζήσατε μαζί του, αφιερώνοντάς του όλη σας τη ζωή, μάλλον τον σώσατε πολλές φορές από την απόγνωση και, ίσως, από τον θάνατο;

Σκεφτόμουν πολύ την αυτοκτονία, γιατί ήταν η ζωή αβίωτη. Υπήρχε πείνα, ήμουν άστεγη, γύρω μου βασίλευε παντού η φρίκη, την οποία δεν μπορούσα να φανταστώ, υπήρχε απίστευτη βρωμιά. Η απόλυτη φτώχια.

Η φιλία με την Αχμάτοβα μήπως ήταν πηγή δύναμης γι’ αυτόν;

Μάλλον για εκείνη.

Πώς ήταν;

Η Αχμάτοβα; Όμορφη γυναίκα, ψηλή. Όταν γέρασε ήταν νευρωτική. Δεν είχε καλά γερατειά.

Γράφετε πως ο Μαντελστάμ βρισκόταν υπό κάποια πολύ δυνατή επιρροή…

Ο Ινοκέντι Άννενσκι. Ήταν αγαπημένος ποιητής, ο μοναδικός από τους Συμβολιστές. Τους επηρέασε όλους: τον Παστερνάκ, την Αχμάτοβα, τον Μαντελστάμ, τον Γκουμιλιόφ. Είναι ένας θαυμάσιος ποιητής, δεν τον γνωρίζουν στο εξωτερικό, δεν τον μεταφράζουν. Είναι θαυμάσιος ποιητής. Εγώ, δυστυχώς, έδωσε το βιβλιαράκι σε έναν ιερέα, ο οποίος με επισκέφτηκε. Για να τον κατανοήσει, έγραφε ποιήματα, αλλά πολύ άτεχνα, μάλλον του το έδωσα και τώρα δεν μπορώ να βρω άλλο. Ο Άννενσκι ήταν θρησκευτικός φιλόσοφος, αυτό ξεκαθάρισε απολύτως τώρα, γιατί βρέθηκαν νέες του επιστολές, δύο και εκεί ξεκαθαρίζουν όλα.

[…]

 

Μετάφραση από τα Ρωσικά

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Δημοσιεύτηκε στο # 8 του περιοδικού “Στέπα”

Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Континент» στο τεύχος Νο 31 το 1982, απ’ όπου έγινε και η μετάφραση.