Written by 9:11 pm Αργυρός αιώνας, Ποίηση

Αρσένι Ταρκόφσκι – Μαρίνα Τσβετάγιεβα Ένας ερωτικός, ποιητικός διάλογος

Σαν σήμερα το 1907 γεννήθηκε ο Αρσένι Ταρκόφσκι (+1989)

Πολλοί τον θεωρούν ως τον τελευταίο εκπρόσωπο του Αργυρού αιώνα της ρωσικής ποίησης, εκείνου του μεγαλειώδους κινήματος που σαν λάβα ηφαιστειακή φώτισε όχι μόνο την ρωσική γραμματεία μα συνολικά τον ευρωπαϊκό πολιτισμό.

Λίγοι γνωρίζουν πως ήταν ο τελευταίος έρωτας της Μαρίνας Τσβετάγιεβα (1892-1941) και πως είχαν αναπτύξει μεταξύ τους έναν ιδιότυπο, ευαίσθητο ποιητικό διάλογο.

Το πρώτο ποίημα ανήκει στον Αρσένι Ταρκόφσκι. Το έγραψε και το αφιέρωσε στην Μαρίνα Τσβετάγιεβα το 1940.

Το δεύτερο ποίημα ανήκει στην Μαρίνα Τσβετάγιεβα κι έμελλε να είναι ένα από τα τελευταία που έγραψε πριν αυτοκτονήσει το 1941.

∞ ∞ ∞

Απ’ ασβέστη και αλμύρα

Tο Σλαβιάνσκ σου είναι φτιαγμένο

Βαρέθηκα τόσο πολύ να είμαι μοναχή,

‘Έλα και κάθισε μαζί μου…

Έστρωσα για έξι το τραπέζι,

Μέσα στο βάζο ρόδα,

Μα όλοι οι καλεσμένοι μου

Θλιμμένοι είναι και πενθούν.

Εδώ είναι ο πατέρας μου,

Εδώ κι ο αδελφός μου.

Μια ώρα πέρασε και επιτέλους,

Κάποιος την πόρτα μας χτυπά.

Όπως και δώδεκα χρόνια πριν

Το χέρι ήταν παγωμένο

Και θρόιζαν τα παλιά

Τα γκρίζα σου μετάξια.

Απ’ τα σκοτάδια βγαίνει το κρασί

Κι αρχίζουν τα κρύσταλλα να τραγουδούν:

«Σε αγαπήσαμε βαθιά

Μα πως περνούν τα χρόνια».

Χαμογελάει ο πατέρας μου

Γεμίζει τα ποτήρια ο αδελφός μου.

Το χέρι της γυμνό απλώνει

Και μου λέει:

«Σκόνες σκέπασαν τα μποτάκια μου,

Και η κοτσίδα μου λυμένη,

Μέσα στα έγκατα της γης

Τραγούδια λένε οι φωνές μας».

1940

∞ ∞ ∞

 

 

«Έστρωσα για έξι το τραπέζι…»

Τον πρώτο στίχο μονότονα επαναλαμβάνω

Και όλο μια λέξη διορθώνω:

«Έστρωσα για έξι το τραπέζι»…

Εσένα μόνο ξέχασα – τον έβδομο.

Χαρούμενα περνούσαμε οι έξι.

Στα πρόσωπα σταλαγματιές βροχής…

Πως μπόρεσες σε τούτο το τραπέζι

Τον έβδομο να λησμονήσεις – την έβδομη…

Λυπημένοι οι επισκέπτες,

Άχρηστο το κρυστάλλινο σερβίτσιο.

Θλιμμένοι αυτοί – θλιμμένος κι εσύ

Η ακάλεστη, η πιο θλιμμένη απ’ όλους.

Λυπημένα και σκοτεινά.

Αχ! Μην τρώτε και μην πίνετε.

– Πώς μπόρεσα τον αριθμό να λησμονήσω;

Πώς μπόρεσα στο λογαριασμό να λαθέψω;

Πως μπόρεσες, πως τόλμησες να μην κατανοήσεις,

Πως οι έξι μας (δυο αδελφή, ο τρίτος

Εσύ με τη γυναίκα σου, ο πατέρας με τη μάνα)

Είμαστε επτά, αφού είμαι κι εγώ στον κόσμο.

Για έξι έστρωσες τραπέζι,

Μα μ’ έξι δε γέμισε ο κόσμος.

Αντί για σκιάχτρο ανάμεσα στους ζωντανούς – –

Φάντασμα θέλω να ΄μαι  με τους δικούς σου…

(Δικούς μου)…

Δειλή σα κλέφτης,

Ω, ψυχή ανέγγιχτη!

Μπροστά στο σερβίτσιο που δεν υπάρχει

Θα κάτσω η ακάλεστη εβδόμη.

Να! Έριξα το ποτήρι!

Κι αυτό που διψούσε να χυθεί,

Τ’ αλάτι όλο των ματιών, το αίμα όλο των πληγών – –

Απ’ το τραπεζομάντιλο – στο πάτωμα.

Μα, φέρετρο δεν υπάρχει! Ούτε και χωρισμός!

Λύθηκαν τα μάγια του τραπεζιού, γκρεμίστηκε το σπίτι.

Σα θάνατος στο γαμήλιο τραπέζι

Ήρθε εγώ στο δείπνο αυτό.

…Κανείς: ούτε αδελφός, ούτε γιος, ούτε σύζυγος,

Ούτε φίλος – κι εγώ παρόλα αυτά κατηγορώ:

– Τραπέζι έστρωσες για έξι ψυχές

Εμένα όμως δεν με κάθισες στην άκρη.

6 Μαρτίου 1941

 

Μετάφραση από τα Ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης©

(Visited 2 times, 1 visits today)
Close