Written by 8:24 am Αισθητική, Δοκίμιο, Ζωγραφική

Καζιμίρ Μαλέβιτς Η αρχιτεκτονική ως χαστούκι στο σιδηρομπετόν

Η τέχνη μετακίνησε τις πρωτοπορίες της από τις σήραγγες των προηγούμενων εποχών.

Το σώμα της τέχνης, ακούραστα μετενσαρκώνεται και ενισχύει τα θεμέλια του σκελετού με γερές, σταθερές βάσεις, σε συμφωνία με το χρόνο.

Τα ηφαίστεια των νέων βλασταριών των δημιουργικών δυνάμεων σαρώνουν τα πάντα, διαλύουν το κέλυφος και προωθούν καινούργιο.

Κάθε αιώνες τρέχει πιο γρήγορα από τον προηγούμενο και αναλαμβάνει μεγαλύτερα βάρη, ανοίγει δρόμους φτιαγμένος από σιδηρομπετόν.

Ο αιώνας μας τρέχει και προς τις τέσσερις κατευθύνσεις ταυτόχρονα, διευρυνόμενος σαν την καρδιά, μετακινεί τους τοίχους του σώματος, όπως ο Εικοστός αιώνας μετακινεί το χώρο, εμβαθύνοντας προς όλες τις πλευρές.

Η πρωτόγονη εποχή κινούνταν σε μια ευθεία, μετά σε δύο, στη συνέχεια σε τρεις, τώρα σε τέταρτο στο χώρο, αποσπώμενη από τη γη.

Ο φουτουρισμός σχεδίασε νέες τοπιογραφίες της σύγχρονης γρήγορης εναλλαγής των πραγμάτων, εξέφρασε σε καμβάδες όλη τη δυναμική της ζωής από σιδηρομπετόν.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η τέχνη της ζωγραφικής έκανε βήματα προς τα εμπρός, ακολουθώντας τη σύγχρονη τεχνολογία των μηχανών.

Η λογοτεχνία εγκατέλειψε την υπαλληλική υπηρεσία του λόγου, ήρθε πιο κοντά στο γράμμα και εξαφανίστηκε μέσα στην ουσία του.

Η μουσική από μελωδία του μπουντουάρ, των τρυφερών σειρήνων κατέληξε στον καθαρό ήχο καθεαυτό. Η τέχνη στο σύνολό της απελευθέρωσε το πρόσωπό της από τα περιττά στοιχεία, μόνο η τέχνη της αρχιτεκτονικής έχει ακόμη στο πρόσωπό της τα σπυράκια της ακμής της σύγχρονης εποχής, πρόσωπο στο οποίο διαρκώς μεγαλώνουν τα κονδυλώματα του παρελθόντος.

Τα καλύτερα οικοδομήματα υποχρεωτικά μιμούνται τις ελληνικές κολώνες, σαν τις πατερίτσες του ανάπηρου.

Και το οικοδόμημα, υποχρεωτικά στεφανώνεται με ένα ακάνθινο στεφάνι.

Ο ουρανοξύστης με τους ανελκυστήρες, τις ηλεκτρικές λάμπες, τα τηλέφωνα κλπ, διακοσμείται με μια Αφροδίτη, με έρωτες, με διάφορα στοιχεία της εποχής των Ελλήνων.

Από την άλλη πλευρά, δεν μας αφήνει σε ησυχία και το νεκρό ρωσικό στιλ.

Όχι, όχι, να που ξαφνικά πετάγεται: ορισμένοι που διεκδικούν την πρωτοτυπία σκέφτονται να το αναστήσουν και με την πρωτοτυπία να πλημμυρίσουν τα λιβάδια του ταχύτατου αιώνα μας.

Και να, ο αναστημένος Λάζαρος περιφέρεται στο μπετόν, την άσφαλτο, γδέρνει το κεφάλι του στα καλώδια, παραξενεύεται με τα αυτοκίνητα και ζητάει να τον ξαναβάλουν στο φέρετρο.

Τα τραμ, τα αυτοκίνητα, τα αεροπλάνο, κοιτάζουν έκπληκτα τον αδύναμο κάτοικο και με οίκτο του πετάνε τρία καπίκια.

Ο αστείος και μηδαμινός αναστημένος Λάζαρος με τον μανδύα του, βρίσκεται ανάμεσα στις ηλεκτρομηχανές που κινούνται με φρενήρη ταχύτητα.

Οι ώμοι του είναι θλιβεροί, ο χρόνος που έπεσε πάνω του τον συντρίβει.

Εσείς κύριοι που διεκδικείτε την πρωτοτυπία, μην εμποδίζεται το νέο σώμα να δυναμώσει τους μύες του.

Κύριοι που διεκδικείτε την πρωτοτυπία, μαζέψτε το συντομότερο δυνατόν του νεκρούς στάρετς από το δρόμο του ταχύτατου νεαρού πνεύματος.

Σιγουρευτείτε μόνο ότι δεν ανασταίνονται τα πτώματα, ώστε να μην μείνει κανένα πτώμα.

Και μόνο η αρρωστημένο, αφελής φαντασία του αρχιτέκτονα που διεκδικεί την πρωτοτυπία υποθέτει πως το πτώμα, πασαλειμμένο με μπετόν και αλυσοδεμένο με σίδερα, μπορεί να συγκρατήσει τον σάπιο σκελετό του.

Η απόλυτη αταλαντοσύνη και η πενία των δημιουργικών δυνάμεων υποχρεώνουν την περιπλάνηση σε νεκροταφεία και στην επιλογή λάσπης.

Τέτοια οικοδομήματα, με τα οποία εμπλουτίστηκε η Μόσχα είναι ο σιδηροδρομικός σταθμός της γραμμής του Καζάν και ο Οίκος του Δημόσιου Ταμείου στην πάροδο Αφανάσιεφσκι, πράγμα που αποδεικνύει με έμφαση την αταλαντοσύνη του οικοδόμου.

Η εποχή μας τρέμει τρομερό στο νευρικό της καλπασμό, μην βρίσκοντας ησυχία ούτε για μια στιγμή∙ ο καλπασμός της ήταν ορμητικός, αστραπιαίος∙ κάθε στιγμή <ακατάληπτη λέξη> είναι μια μικρή βίδα, προκαλεί δυσαρέσκεια. Η ταχύτητα είναι ο αιώνας μας.

Και να, σε αυτή την ταχύτητα θέλουν να φορέσουν τα ρούχα του μαμούθ και να προσαρμόσουν τις κατακόμβες του Κιέβου έτσι ώστε να είναι κατάλληλες για το ποδοσφαιρικό τρέξιμο.

Αστεία υπόθεση. Ο Εικοστός μας αιώνας δεν μπορεί να αλυσοδεθεί στο καφτάνι του Αλεξέι Μιχαήλοβιτς ή να φορέσει το καπέλο του Μονομάχου, καθώς επίσης δεν στηριχθεί στις πολυτελώς αδέξιες κολώνες των Ελλήνων. Όλα αυτά θα γίνουν σκόνη υπό την πίεση του ταμπεραμέντου μας.

 Ζω στην τεράστια πόλη της Μόσχας, περιμένω της μεταμορφώσεις της, χαίρομαι πάντα όταν γκρεμίζουν κάποια έπαυλη, το οποίο κατασκευάστηκε στην εποχή του τσάρου Αλέξανδρου του Α’.

Περιμένω να ανυπομονησία ότι το σπίτι που θα γεννηθεί θα είναι φτιαγμένο από τα σύγχρονα υλικά του πατέρα και της μητέρας, ζωντανό και δυνατό.

Στην πραγματικότητα τα πράγματα εξελίσσονται διαφορετικά – δεν είναι τόσο περίπλοκα, αλλά είναι αυθεντικά: παίρνουν τον μακαρίτη, τον παραχώνουν, ενώ δίπλα ξεθάβουν το νεκρό που πέθανε στην εποχή της Ρογκνέντα και τον στήνουν ξανά στα πόδια του, έχοντας τον προκαταβολικά πασαλείψει σύμφωνα με τις συνταγές κατασκευής του σιδηρομπετόν, ενώ στα σαπισμένα μέρη τοποθετούνται δοκάρια.

Όταν πέθανε εγκαίρως ο αξιοσέβαστος σιδηροδρομικός σταθμός της γραμμής του Καζάν  (και πέθανε γιατί τα ρούχα του δεν μπορούσαν να αντέξουν το σύγχρονο τρέξιμο), σκέφτηκα ότι στη θέση του θα χτίσουν ένα αρμονικό, δυνατό σώμα, ικανό να αντέξει την πίεση της ταχύτατης σύγχρονης πραγματικότητας.

Ζήλευα τον οικοδόμο, ο οποίος θα μπορέσει να εκδηλώσει τη δύναμή του και να εκφράσει αυτόν τον γίγαντα, τον οποίο πρέπει να γεννήσει η ισχύς.

Αλλά και εδώ είχαμε πρωτοτυπία. Εκμεταλλευόμενος τις σιδηροδρομικές γραμμές, πήγε κατευθείαν στο γραφείο κηδειών της αρχαιολογίας, ταξίδεψε στο Νόβγκοροντ και το Γιαροσλάβλ, στις διευθύνσεις που αναφέρονται στο βιβλίο των νεκρών.

Ξέθαψε το νεκρό, τον μετέφερε και τον τοποθέτησε χαρούμενος στην Μόσχα.

Θέλησε να είναι εθνικιστής, μα αποδείχτηκε πολύ απλά ατάλαντος.

Έχουν φανταστεί, άραγε, οι ιδιοκτήτες του σιδηροδρομικού σταθμού της γραμμής του Καζάν πως ο αιώνας μας ανήκει στο σιδηρομπετόν; Είδαν μήπως αυτούς τους ομορφονιούς με τους σιδερένιους μύες, τις ατμομηχανές με τις είκοσι ρόδες;

Έχουν ακούσει, μήπως, το ζωντανό τους μουγκρητό; Την ηρεμία της ρυθμικής τους εκπνοής; Το βογκητό την ώρα που τρέχουν; Είδαν, άραγε τα ζωντανά φώτα των σηματοφόρων; Βλέπουν, άραγε, την αρετή στο τρέξιμο εκείνων που ταξιδεύουν;

Προφανώς όχι. Είδαν μπροστά τους το νεκροταφείο της εθνικής τέχνης και όλη τη διαδρομή μαζί με τις διακλαδώσεις της, την διακόσμησαν με πύλες νεκροταφείου, – αυτό ήταν το αποτέλεσμα της οικοδομής, η οποία φιλοδοξούσε να γίνει το αριστούργημα της σύγχρονης εποχής.

Αναρωτήθηκε, άραγε, ο οικοδόμος τι σημαίνει σιδηροδρομικός σταθμός; Προφανώς όχι. Σκέφτηκε, μήπως, ότι σιδηροδρομικός σταθμός θα πει πόρτα, σήραγγα, το νευρικό τρέμουλο του σφυγμού, η αναπνοή της πόλη, μια ζωντανή φλέβα, μια καρδιά που χτυπάει;

Εκεί, σαν μετεωρίτες, μπαίνουν ορμητικά σιδερένιες δωδεκάτροχες ταχείες∙ ασθμαίνοντας, άλλοι μπαίνουν στο λαρύγγι του λαιμού από σιδηρομπετόν, άλλοι φεύγουν μακριά από τα βοσκοτόπια της πόλης, παίρνοντας μαζί τους πλήθος ανθρώπων, οι οποίοι, σαν δονάκια, που περιφέρονται στον οργανισμό του σιδηροδρομικού σταθμού και των βαγονιών.

Τα σφυρίγματα, η κλαγγή, ο στεναγμός των ατμομηχανών, η βαριά περήφανη αναπνοή, σαν ηφαίστειο, είναι οι ήχοι που εκπέμπουν οι εκπνοές των ατμομηχανών∙ ο ατμός ανάμεσα στις ευλύγιστες στέγες τέμνει τις δοκούς με την ελαφρότητά του∙ οι ράγες, οι σηματοφόροι, τα κουδούνια, τα σήμερα, οι όγκοι των βαλιτσών, οι μεταφορείς, όλα αυτά συνδέονται με την κίνηση του ταχέως χρόνου, το ρολόι βασανιστικά αργά μετακινεί τους δείκτες του και να προκαλεί εκνευρισμό.

Ο σιδηροδρομικός σταθμός είναι το ενεργό ηφαίστειο της ζωής, εκεί όπου δεν έχει καμιά θέση η ηρεμία.

Και αυτό το κοχλάζον κλειδί της ταχύτητας το σκεπάζουν με μια στέγη παλιού μοναστηριού. Ο σίδηρος, το μπετόν, το τσιμέντο μαγαρίστηκαν σαν την μικρή κοπέλα από τον έρωτα του γέρου. Οι ατμομηχανές θα κοκκινίζουν από τη ντροπή τους, βλέποντας μπροστά τους ένα πτωχοκομείο. Τι περιμένουν οι τοίχοι από μπετόν, που τύλιξαν το αδύναμο κορμί του μακαρίτη; Περιμένουν τη νέα ειρωνεία εκ μέρους των ζωγράφων, περιμένουν την εικονογράφηση με τις καντήλες.

6 Απριλίου 1918

Περιοδικό «Αναρχία», τεύχος Νο 37, σελ. 4

 

Μετάφραση από τα Ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης©

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος # 5 της έντυπης “Στέπας”

 

(Visited 1 times, 1 visits today)
Close