Written by 4:12 pm Ιστορία

Το μυστήριο του τάφου του Γκόγκολ

του Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη

Ο Νικολάι Βασίλιεβιτς Γκόγκολ, εκτός από γενάρχης της σύγχρονης ρωσικής λογοτεχνίας και δημιουργός της θαυμάσιας ρωσικής γλώσσας κατά τον 19ο αιώνα, ήταν μία από τις πλέον μυστηριώδεις προσωπικότητες, όχι μόνο της εποχής του, μα και όσων ακολούθησαν.

Κρυψίνους σε όλη του τη ζωή, φεύγοντας από αυτή, άφησε πίσω του πολλά μυστήρια, τα οποία έκτοτε απασχολούν επιστήμονες, ερευνητές αλλά και αναγνώστες.

Στα έργα του, οι ήρωες ζουν πότε στον πραγματικό και πότε στον φανταστικό κόσμο, συναντούν ξωτικά και πνεύματα του δάσους, οι ίδιοι μεταμορφώνονται σε απόκοσμα πλάσματα που αναζητούν απαντήσεις.

Τα μεγάλα του έργα (Επιθεωρητής, Νεκρές ψυχές, Παλτό, Μύτη κλπ) εξακολουθούν μέχρι σήμερα να συγκινούν τον αναγνώστη με τον μυστηριώδη κόσμο τους, ωστόσο ο συγγραφέας πεθαίνοντας άφησε πίσω του αναπάντητα ερωτηματικά και απορίες που δημιούργησαν πλήθος φημών και θρύλων.

Ο ίδιος ο Νικολάι Βασίλιεβιτς, σύμφωνα με μαρτυρίες συγχρόνων του, ήταν ένας άνθρωπος με χιούμορ και του άρεσε να πειράζει τους άλλους. Συνάμα όμως ήταν ένας βαθιά θρησκευόμενος άνθρωπος που αναζητούσε απαντήσεις στα προαιώνια ερωτήματα του ανθρώπου. Η θρησκευτικότητα και η ευλάβεια του, πολλές φορές έφτανε σε ακραία σημεία, με αποτέλεσμα πολλοί να πιστεύουν πως ο μεγάλος Ρώσος συγγραφέας ήταν μέλος κάποιος μυστικιστικής σέκτας.

Το γεγονός ότι ο Γκόγκολ παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του ανύπαντρος, προκαλεί ακόμη πιο έντονες συζητήσεις και διαμάχες. Σύμφωνα με έναν αστικό μύθο, κατά την δεκαετία του 1840 είχε προτείνει στην κόμισσα Α. Μ. Βιλεγκόρσκαγια να παντρευτούν, μα εισέπραξε την άρνησή της. Στην εποχή του, κυκλοφορούσε έντονα η φήμη ότι ήταν πλατωνικά ερωτευμένος με την Α. Ο. Σμιρνόβα – Ροσσέτ, η οποία ήταν όμως παντρεμένη. Εξίσου έντονες ήταν οι φήμες ότι ήταν ομοφυλόφιλος, πράγμα που προσπαθούσε να καταπολεμήσει με την προσευχή και την τήρηση των αυστηρών ασκητικών κανόνων. Καμία όμως από τις φήμες αυτές δεν έχει επαληθευτεί, ωστόσο όλες ωχριούν μπροστά στις φήμες που κυκλοφορούν σχετικά με τον θάνατο και την ταφή του.

Κατά πάσα πιθανότητα ο Γκόγκολ αντιμετώπισε μία βαθιά κρίση κατάθλιψης αμέσως μετά την ολοκλήρωση της συγγραφής του δεύτερου τόμου των «Νεκρών ψυχών» το 1852. Εκείνη την εποχή, είχε στενή επικοινωνία με τον πνευματικό του Ματβέι Κωνσταντινόφσκι, ο οποίος προσπαθούσε να πείσει τον συγγραφέα να εγκαταλείψει την αμαρτωλή συγγραφική του δραστηριότητα και να αφοσιωθεί στις πνευματικές του αναζητήσεις. Μία εβδομάδα πριν την έναρξη της νηστείας της Μεγάλης Σαρακοστής, ο συγγραφέας αποφάσισε να τηρήσει τους πιο αυστηρούς μοναστικούς κανόνες: δεν έτρωγε σχεδόν τίποτα, δεν κοιμόταν, πράγμα που επιβάρυνε την εύθραυστη υγεία του. Την νύχτα της 12 Φεβρουαρίου έκαψε στο τζάκι κάποια χαρτιά, τα οποία κατά πάσα πιθανότητα ήταν ο δεύτερος τόμος των «Νεκρών ψυχών». Από την 18η Φεβρουαρίου ο Γκόγκολ δεν σηκώνεται από το κρεβάτι του και δηλώνει στο περιβάλλον του πως ετοιμάζεται να συναντήσει τον θάνατο. Στις 20 Φεβρουαρίου οι γιατροί αποφασίζουν να ξεκινήσουν την καταναγκαστική του θεραπεία, μα την επομένη το πρωί, ο συγγραφέας πέθανε.

Τα αίτια του θανάτου – Οι εκδοχές

Μέχρι σήμερα, έχουμε διατυπωθεί διάφορες εικασίες σχετικά με τις αιτίες θανάτου του Ν. Β. Γκόγκολ. Την ημέρα του θανάτου του ήταν μόλις 42 ετών και παρά την κλόνισμένη του υγεία, κανείς δεν περίμενε αυτή την κατάληξη. Οι γιατροί του δεν κατάφεραν να διακριβώσουν την ακριβή αιτία της εκδημίας του. Αυτό όμως προκάλεσε ένα νέο κύμα φημών. Σύμφωνα με διάφορες εκδοχές αυτών των φημών, η αιτία θανάτου του Γκόγκολ ήταν:

α) Η αυτοκτονία

Ο Γκόγκολ αυτοβούλως αρνήθηκε την τροφή και αντί να κοιμάται προσευχόταν διαρκώς. Ετοιμαζόταν συνειδητά για τον θάνατο, αρνήθηκε κάθε θεραπεία, δεν έδινε την παραμικρή προσοχή στις συμβουλές των γιατρών του. Ωστόσο, ο ίδιος, ως βαθιά θρησκευόμενος άνθρωπος, ως άνθρωπος που φοβόταν τον διάβολο και την κόλαση, είναι αμφίβολο αν θα επέλεγε ως τρόπο αποχώρησης από τη ζωή, εκείνον που καταδικάζει απερίφραστα η Εκκλησία.

β) Η ψυχική ασθένεια

Είναι πολύ πιθανόν, η αιτία της συμπεριφοράς του Γκόγκολ να οφείλεται σε απώλεια της λογικής; Σύμφωνα με αναμνήσεις των συγχρόνων του, λίγο πριν το τραγικό του τέλος, είχε πεθάνει η Γεκατερίνα Χομιακόβα, αδελφή του στενού φίλου του συγγραφέα, με την οποία ήταν πολύ δεμένος. Στις 8 και 9 Φεβρουαρίου ο Νικολάι Βασίλιεβιτς είδε στον ύπνο του ένα όνειρο με τον θάνατό του. Το άγγελμα του θανάτου της αγαπημένης φίλης του, ίσως, επιδείνωσε τον ταραγμένο ψυχισμό του και να τον ώθησε στην ακραία τήρηση των μοναστικών κανόνων, απόφαση που οδήγησε στην φρικτή κατάληξή.

γ) Λανθασμένη θεραπεία

Σύμφωνα με την εκδοχή αυτή, οι γιατροί δεν κατάφεραν να διαγνώσουν την αρρώστια του συγγραφέα, εικάζοντας στην μία περίπτωση πως έπασχε από τύφο και σε μία άλλη από γαστρορραγία. Τελικά, το συμβούλιο των γιατρών αποφάσισε πως ο ασθενής έχει μηνιγγίτιδα και τον υπέβαλε σε αφαίμαξη, σε θερμά λουτρά και ψυχρούς κατιονισμούς. Όλα αυτά υπέσκαψαν ακόμη περισσότερο τον αποδυναμωμένο οργανισμό λόγω της παρατεταμένης αφαγίας. Ο συγγραφέας πέθανε από καρδιακή ανεπάρκεια.

δ) Δηλητηρίαση

Σύμφωνα με ορισμένες άλλες αναφορές, οι γιατροί θέλοντας να προκαλέσουν δηλητηρίαση του οργανισμού, του χορήγησαν τρεις φορές διχλωριούχο αιθυλένιο. Αυτό συνέβη, γιατί οι οικείοι του συγγραφέα κάλεσαν γιατρούς διαφορετικών ειδικοτήτων, οι οποίοι δεν γνώριζαν τις άλλες θεραπευτικές αγωγές, με αποτέλεσμα ο συγγραφέα να πεθάνει από υπερβολική δόση.

Η κηδεία του Γκόγκολ

Η κηδεία του συγγραφέα έγινε στις 24 Φεβρουαρίου. Παρά το γεγονός ότι οι φίλοι του ήθελαν να γίνει σε στενό κύκλο, δεν τα κατάφεραν και πλήθος κόσμου προσήλθε για να αποχαιρετήσει τον μεγάλο γιο της ρωσικής γης. Αρχικά, ο τάφος του Γκόγκολ ήταν στο νεκροταφείο της μονής του Αγίου Δανιήλ. Το φέρετρο μεταφέρθηκε μετά την εξόδιο ακολουθία στο ναό της οσιομάρτυρος Τατιάνας. Σύμφωνα με μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων, ξαφνικά δίπλα στον τάφο του συγγραφέα εμφανίστηκε ένας μαύρος γάτος. Αυτό προκάλεσε, όπως ήταν άλλωστε φυσικό, πλήθος φημών και ερμηνειών. Πρώτη στις προτιμήσεις των συγχρόνων ήταν η εκδοχή πως η ψυχή του Γκόγκολ μετακόμισε στο μυστηριώδες ζώο, αφού μετά την κηδεία αυτό εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει ίχνη. Ο ίδιος ο Γκόγκολ είχε απαγορεύσει να κατασκευαστεί περίτεχνος τάφος κι έτσι τοποθετήθηκε ένα απλός σταυρός με ένα βιβλικό απόσπασμα. Ο σταυρός τοποθετήθηκε σε μία γρανιτένια πέτρα, την αποκαλούμενη Γολγοθά, από την Κριμαία που έφερε ο Κωνσταντίν Αξάκοφ. Το 1909, προς τιμή των 100 χρόνων από τη γέννηση του συγγραφέα, ο τάφος ανακαινίστηκε και τοποθετήθηκε ένας ορειχάλκινος φράχτης καθώς επίσης και μία σαρκοφάγος.

Ο τάφος του Ν. Β. Γκόγκολ στην μονή του Αγίου Δανιήλ, 
Μόσχα, 1902

Η εκταφή και η μεταφορά

Το 1930 η μονή του Αγίου Δανιήλ έκλεισε με απόφαση των σοβιετικών αρχών. Στη θέση της σκόπευαν να οικοδομήσουν ένα αναμορφωτήριο ανηλίκων. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα διαλύθηκε το νεκροταφείο. Το 1931 οι τάφοι επιφανών προσωπικοτήτων, όπως του Γκόγκολ, του Χομιακόφ, του Γιάζικοφ και άλλων, ανοίχτηκαν και μετά την εκταφή των οστών τους μεταφέρθηκαν στο νεκροταφείο της μονής Νοβοντεβίτσι.

Η εκταφή και η μεταφορά γινόταν παρουσία εκπροσώπων της διανόησης εκείνης της εποχής. Σύμφωνα με τις αναμνήσεις του συγγραφέα Β. Λιντίν, συγκεντρώθηκαν μπροστά στον τάφο του Γκόγκολ στις 31 Μαΐου. Οι εργασίες εκταφής κράτησαν μία ολόκληρη ημέρα, λόγω του ότι το φέρετρο ήταν θαμμένο πολύ βαθιά και είχε τοποθετηθεί πλαγίως. Τα οστά αποκαλύφθηκαν με το σούρουπο, γι’ αυτό και ήταν δυνατόν να φωτογραφηθούν. Στα αρχεία της NKVD φυλάσσεται το πρωτόκολλο εκταφής, το οποίο όμως δεν περιέχει κάποια άλλη ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια.

Σύμφωνα όμως με τις φήμες που κυκλοφόρησαν εκείνη την εποχή, αυτό έγινε για να μην προκληθεί θόρυβος στην κοινή γνώμη. Η εικόνα όμως που αντίκρισαν οι παρόντες τους συγκλόνισε. Αμέσως κυκλοφόρησε σε όλη την Μόσχα μία παράξενη φήμη σχετικά με το είδαν οι μάρτυρες εκείνη την ημέρα.

Ο συγγραφέας Δ. Λίντιν σε συζητήσεις που είχε με διάφορους συγχρόνους, είπε πως ο σκελετός του Γκόγκολ στον τάφο ήταν ένα παράξενο θέαμα, αφού το κεφάλι του ήταν γερμένο στο πλάι. Επιπλέον, το εσωτερικό του φέρετρου είχε γρατζουνιές.  Αυτές οι εξομολογήσεις στάθηκαν αρκετές για να διατυπωθούν διάφορες εικασίες, όπως ότι ο συγγραφέας δεν είχε πεθάνει, είχε πέσει σε ληθαργικό κώμα και πως θάφτηκε ζωντανός. Ήταν, συνεπώς, πολύ πιθανόν, κάποια στιγμή να ξύπνησε και να θέλησε να βγει από τον τάφο. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειώσουμε πως ο Γκόγκολ σε όλη του τη ζωή φοβόταν πως θα τον θάψουν ζωντανό. Το 1839 στην Ρώμη είχε υποφέρει από βαριάς μορφή ελονοσία, πράγμα που προκάλεσε εγκεφαλικές βλάβες. Από την εποχή εκείνη και μετά, οι γιατροί του συγγραφέα κατέγραφαν τις λιποθυμικές του κρίσεις και τον συνακόλουθο ύπνο. Ο ίδιος φοβόταν πως κάποια στιγμή, όταν θα βρισκόταν σε αυτή την κατάσταση, θα τον θεωρήσουν νεκρό και θα τον θάψουν πριν την ώρα του. Γι’ αυτό και είχε σταματήσει να κοιμάται στο κρεβάτι, προτιμώντας να λαγοκοιμάται μισοκαθισμένος στο ντιβάνι ή στην πολυθρόνα. Ο Γκόγκολ στην διαθήκη του είχε διατυπώσει την επιθυμία να μην τον θάψουν μέχρι να διακριβωθούν σαφείς ενδείξεις του θανάτου του. Είναι όμως δυνατόν να μην εκπλήρωσαν την επιθυμία του ή ότι στριφογύρισε στον τάφο; Ειδικοί και μη συμφωνούν πως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο. Και αυτό γιατί ο θάνατος του Ρώσου συγγραφέα καταγράφηκε από πέντε επιφανείς γιατρούς της εποχής εκείνης. Ο Νικολάι Ραμαζάνοφ που κατασκεύασε την επιθανάτια μάσκα του Γκόγκολ γνώριζε τους φόβους του κι έτσι στα απομνημονεύματα του αναφέρει ρητά και κατηγορηματικά πως ο συγγραφέας είχε πλέον πεθάνει, όταν καταπιάστηκε με το έργο του. Το κρανίο του θα μπορούσε να μετακινηθεί  από το σκέπασμα του φέρετρου, το οποίο με την πάροδο του χρόνου υποχωρεί από το βάρος του χώματος.

Σχετικά με το ακέφαλο πτώμα του Γκόγκολ, εκτός από τον Β. Λίντιν, αναφέρονται και οι παρόντες κατά την εκταφή Α. Σμιρνόφ, αρχαιολόγος και ο συνάδελφός του Β. Ιβανόφ. Μπορούμε να τους πιστέψουμε. Η ιστορικός Μ. Μπαρανόφσκαγια, παρούσα κατά την εκταφή, αναφέρει πως είδε όχι μόνο το κρανίο, αλλά και τα ανοιχτά καστανιά μαλλιά του συγγραφέα που είχαν διατηρηθεί. Ο λογοτέχνης Σ. Σολοβιόφ δεν είδε ούτε το φέρετρο, ούτε τα λείψανα, μα είδε τρύπες εξαερισμού, σε περίπτωση που ο νεκρός αναστηθεί και πρέπει να ανασάνει.

Ωστόσο, η ιστορία με το χαμένο κρανίο του συγγραφέα ήταν τόσο μέσα στο πνεύμα του έργου του που αυτή η ιστορία γνώρισε μεγάλη επιτυχία και είχε συνέχεια. Σύμφωνα με τους αστικούς μύθους που κυκλοφορούν, το 1909 κατά τη διάρκεια εργασιών συντήρησης στον τάφο του Γκόγκολ, ο συλλέκτης Α. Μπαχρούσιν, έπεισε τους μοναχούς της μονής του Αγίου Δανιήλ να κλέψουν το κρανίο του συγγραφέα. Εκείνοι, λαμβάνοντας μεγάλη αμοιβή, έκοψαν το κρανίο, το οποίο στη συνέχεια τοποθετήθηκε στο θεατρικό μουσείο του νέου ιδιοκτήτη του, μέσα σε μία τσάντα παθολογοανατόμου, ανάμεσα σε διάφορα άλλα ιατρικά εργαλεία. Το 1929, πεθαίνοντας ο Μπαχρούσιν πήρε μαζί του στον άλλο κόσμο το μυστικό σχετικά με την τοποθεσία, όπου υπήρχε το κρανίο του Γκόγκολ. Υπάρχει όμως και συνέχεια σε αυτή την ιστορία.

Μία φορά, επισκέφτηκε τον Μαχρούσιν ο ανιψιός του Γκόγκολ, ανθυποπλοίαρχος του πολεμικού ναυτικού Γιανκόφσκι. Είχε ακούσει τις φήμες για το κλεμμένο κρανίο και απειλώντας τον υπαίτιο με ένα γεμάτο όπλο, απαίτησε την επιστροφή του στην οικογένεια. Ο Μπαχρούσιν του έδωσε το κειμήλιο. Ο Γιανκόφσκι τότε αποφάσισε να θάψει το κρανίο στην Ιταλία, την οποία υπεραγαπούσε ο Γκόγκολ και την θεωρούσε δεύτερη πατρίδα του. Το 1911 στην Σεβαστούπολη ελλιμενίζονταν πλοία που είχαν έρθει από την Ιταλία. Αποστολή τους ήταν η μεταφορά των λειψάνων συμπατριωτών τους που είχαν σκοτωθεί  την περίοδο της κριμαϊκής εκστρατείας. Ο Γιανκόφσκι έπεισε τον πλοίαρχο ενός καραβιού, τον Μποργκόζε, να πάρει μαζί του την λάρνακα με το κρανίο και να την δώσει στον Ρώσο πρέσβη στην Ιταλία. Εκείνος, με την σειρά του, θα έπρεπε να την θάψει σύμφωνα με το ορθόδοξο τυπικό. Ωστόσο, ο Μποργκόζε δεν πρόλαβε να συναντηθεί με τον πρέσβη κι έφυγε ξανά, αφήνοντας την παράξενη λάρνακα στο σπίτι του. Ο μικρότερος αδελφός του πλοιάρχου, φοιτητής του Πανεπιστημίου της Ρώμης, ανακάλυψε το κρανίο και σκέφτηκε να τρομάξει τους φίλους του, με αφορμή ένα προγραμματισμένο ταξίδι με τραίνο, η διαδρομή του οποίου περνούσε από το μεγαλύτερο τούνελ εκείνης της εποχής. Ο νεαρός πήρε μαζί του το κρανίο. Λίγο πριν το τραίνο μπει στο τούνελ, άνοιξε την λάρνακα. Ο Μποργκόζε ο νεότερος και ένας ακόμη επιβάτης πήδηξαν από το εν κινήσει τραίνο. Οι υπόλοιποι εξαφανίστηκαν μαζί με το τραίνο και το κρανίο του Γκόγκολ. Οι έρευνες για τον εντοπισμό του τραίνου δεν είχαν αποτέλεσμα, πράγμα που είχε ως συνέπεια το σφράγισμα του τούνελ. Τα επόμενα χρόνια πολλοί ανέφεραν πως είδαν το συγκεκριμένο τραίνο σε διάφορες χώρες, μεταξύ των οποίων και στην Πολτάβα, ιδιαίτερη πατρίδα του συγγραφέα, αλλά και στην Κριμαία. Προφανώς, όλοι ήθελαν να πιστέψουν πως το πνεύμα του Γκόγκολ ταξιδεύει ανά τον κόσμο μέσα σε ένα διάφανο τραίνο, αναζητώντας την αιώνια ηρεμία του.

Όλα αυτά όμως είναι οι μύθοι που κυκλοφορούν γύρω από τον θάνατο και τη ταφή του Νικολάι Γκόγκολ. Ο ίδιος, μάλλον, ήθελε να πεθάνει και να ταφεί ήρεμος. Στην πραγματικότητα, τα πράγματα έγιναν πολύ διαφορετικά. Είναι γνωστό ότι πολλοί θαυμαστές του Ρώσου συγγραφέα, κατά την εκταφή και την μεταφορά των οστών του στη μονή Νοβοντεβίτσι, πήραν ό,τι μπόρεσε και πρόλαβε ο καθένας.

Ο Β. Λίντιν παραδέχτηκε πως πήρε ένα μικρό κομμάτι υφάσματος από τα ρούχα του Γκόγκολ και το τοποθέτησε στο εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης των «Νεκρών ψυχών», άλλοι πήραν κομμάτια από το φράγκο, τα παπούτσια, ακόμη και κομμάτια από τα οστά του. Στο νέο τόπο αναπαύσεως του συγγραφέα, εκτός από τα οστά, μεταφέρθηκε ο φράχτης και η πέτρα πάνω στην οποία είχε τοποθετηθεί ο σταυρός. Στο νέο τάφο, δεν τοποθέτησαν τον σταυρό, αφού η σοβιετική εξουσία δεν είχε καλές σχέσεις με τη θρησκεία. Είναι άγνωστο που βρίσκεται σήμερα. Το 1952 στον τάφο του συγγραφέα τοποθετήθηκε μία προτομή του, έργο του γλύπτη Ν. Β. Τόμσκι, πράγμα που ήταν αντίθετο με την εκπεφρασμένη του επιθυμία στη διαθήκη. Την πέτρα – βάση για τον σταυρό την μετέφεραν στο εργαστήριο των μαρμαράδων, όπου πολλά χρόνια αργότερα την ανακάλυψε η χήρα του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, ο οποίος θεωρούσε πως ήταν μαθητής του Γκόγκολ και κάθε φορά που αντιμετώπιζε δυσκολίες, πήγαινε στον τάφο του, επαναλαμβάνοντας τις λέξεις: Δάσκαλε, σκέπασε με με το χάλκινο παλτό του. Η χήρα του Μπουλγκάκοφ αποφάσισε να βάλει την πέτρα στον τάφο του συζύγου τους, ώστε ο Γκόγκολ ακόμη και στον άλλο κόσμο, να προστατεύει τον σύζυγό της.

Το 2009, με αφορμή τα 200 χρόνια από τη γέννηση του Νικολάι Βασίλιεβιτς Γκόγκολ, οι αρχές αποφάσισαν να ξαναδώσουν στον τάφο την αρχική του μορφή. Η προτομή αφαιρέθηκε και μεταφέρθηκε στο Ιστορικό μουσείο. Η μαύρη πέτρα με τον χάλκινο σταυρό επανατοποθετήθηκε στον τάφο του συγγραφέα στη μονή Νοβοντεβίτσι. Σήμερα ο τάφος βρίσκεται στο παλιό τμήμα του νεκροταφείο. Για να την βρει ο επισκέπτης δεν έχει παρά να πάει στην 12 σειρά, στο τμήμα Β.

 

(Visited 1 times, 1 visits today)
Close