Written by 9:37 am Αργυρός αιώνας, Ιστορία, Ποίηση

Άννα Αχμάτοβα Λίγα λόγια για μένα (Αυτοβιογραφία)

Γεννήθηκα στις 11 (23) Ιουνίου 1889, κοντά στην Οδησσό (στο Μπολσόι Φοντάν). Ο πατέρας μου την εποχή εκείνη ήταν απόστρατος αξιωματικός – μηχανικός του πολεμικού ναυτικού. Ενιαύσιο μωράκι μεταφέρθηκα στο βορρά, στο Τσάρσκογιε Σελό. Εκεί έζησα μέχρι τα δεκάξι μου χρόνια.

Οι πρώτες μου αναμνήσεις έχουν σχέση με το Τσάρσκογιε Σελό: η πράσινη, γκρίζα μεγαλοπρέπεια των πάρκων, οι βεγόνιες, όπου με πήγαινε βόλτα η γκουβερνάντα μου, ο ιππόδρομος, όπου έτρεχαν μικρά γρήγορα αλογάκια, ο παλιός σιδηροδρομικός σταθμός και ορισμένα άλλα πράγματα, τα οποία αργότερα τα έβαλα στην «Ωδή για το Τσάρσκογιε Σελό».

Κάθε καλοκαίρι πήγαινα κοντά στη Σεβαστούπολη, στις όχθες του κολπίσκου Στρελέτσκα, και εκείνη έκανα παρέα με τη θάλασσα. Η πιο δυνατή εντύπωση αυτών των χρόνων είναι η αρχαία Χερσόνησος, κοντά στην οποία ζούσαμε.

Να διαβάζω έμαθα από το αλφαβητάρι του Λέοντα Τολτσόι. Σε ηλικία πέντε ετών, ακούγοντας πως η δασκάλα έκανε το μάθημα το μεγαλύτερα παιδιά, έμαθα να μιλάω γαλλικά.

Τους πρώτους μου στίχους τους έγραψα όταν ήμουν έντεκα χρονών. Η ποίηση για μένα δεν άρχιζε από τον Πούσκιν και τον Λέρμοντοφ, αλλά από το Ντερζάβιν («Η γέννηση του πορφυρογέννητου παιδιού») και το Νεκράσοφ («Παγωνιά και κόκκινη μύτη»). Τα ποιήματα αυτά τα έμαθε απ’ έξω η μαμά μου.

Σχολείο πήγα στο Γυμνάσιο Θηλέων του Τσάρσκογιε Σελό. Στην αρχή ήμουν κακή μαθήτρια, μετά έγινα πολύ καλύτερη, πάντα όμως ήμουν απρόθυμη.

Το 1905 οι γονείς μου χώρισαν και η μαμά με τα παιδιά μετακόμισε στο Νότο. Για ένα ολόκληρο χρόνο ζήσαμε στην Ευπατόρια, όπου κατ’ οίκον διδάχτηκα τα μαθήματα της προτελευταίας τάξης του γυμνασίου, μου έλλειπε το Τσάρκοσγιε Σελό κι έγραψα ένα τεράστιο αριθμό ατάλαντων στίχων. Η ηχώ της επανάστασης του 1905 έφτανε αδύναμη στην αποκομμένη από τον κόσμο Ευπατόρια. Την τελευταία τάξη του γυμνασίου την έκανα στο Κίεβο, στο Γυμνάσιο του Φουντουκλεγιέφσκι, από το οποίο αποφοίτησα το 1907.

Στη συνέχεια έγινα φοιτήτρια της νομικής σχολής των Ανώτατων Σπουδών για γυναίκες στο Κίεβο. Όσο έπρεπε να μελετάω την ιστορία του δικαίου και ιδιαίτερα τα λατινικά, ήμουν ευχαριστημένη, όταν άρχισαν τα κανονικά νομικά μαθήματα, η σχέση μου προς τη σχολή κρύωσε.

Το 1910 (στις 25 Απριλίου με το παλαιό ημερολόγιο) παντρεύτηκα το Ν. Σ. Γκουμιλιόφ[1] και πήγαμε ταξίδι του μέλιτος στο Παρίσι για ένα μήνα.

Δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί η κατασκευή νέων οδοστρομάτων στις παρισινές λεωφόρους (μπουλβάρ Raspail). Ο Βέρνερ, φίλος του Έντισσον, μου έδειξε στην «Taverne de Panteon» δύο τραπεζάκια και είπε: «Εδώ είναι οι σοσιαλδημοκράτες σας, σε αυτό κάθονται οι μπολσεβίκοι και στο άλλο, οι μενσεβίκο». Οι γυναίκες με μερική επιτυχία πότε προσπαθούσαν να φορέσουν παντελόνια (jupes – cullotes), πότε να φασκιώσουν τα πόδια τους (jupes – entranees). Η ποίηση ήταν σε πλήρες αδιέξοδο και τα βιβλία ποίησης τα αγόραζαν μόνο για την εικονογράφηση κάποιων λόγο ή πολύ γνωστών ζωγράφων. Από τότε ήδη κατάλαβα ότι η παρισινή ζωγραφική είχε καταβροχθίσει την γαλλική ποίηση.

Μετακομίζοντας στην Πετρούπολη, σπούδασα στην ιστορικο-λογοτεχνική σχολή του Ινστιτούτου Ανώτατων Σπουδών Θηλέων του Ράεβ. Την εποχή εκείνη έγραψα στίχους, οι οποίοι στη συνέχεια δημοσιεύτηκαν στο πρώτο μου βιβλίο.

Όταν μου έδειξαν τις διορθώσεις από το «Κυπαρισσένιο κουτί» του Ιννοκέντιου Άννενσκι[2], συγκλονίστηκα τόσο πολύ που όταν το διάβαζα ξέχασα τα πάντα στον κόσμο τούτο.

Το 1910 ήταν προφανής η κρίση του συμβολισμού και οι νεαροί ποιητές δεν ήθελαν να ανήκουν στο ρεύμα αυτό. Ορισμένοι ακολουθούσαν τον φουτουρισμό[3], άλλοι τον ακμεϊσμό[4]. Μαζί με τους συντρόφους μου από το Πρώτο Εργοστάσιο ποιητών – τον Μαντελστάμ[5], τον Ζενκέβιτ, το Ναρμπούτ[6] – έγινα ακμεΐστρια.

Την άνοιξη του 1911 την πέρασα στο Παρίσι, όπου ήμουν μάρτυρας των πρώτων θριάμβων του ρωσικού μπαλέτου. Το 1912 πήγα στη Βόρεια Ιταλία (Γένοβα, Πίζα, Φλωρεντία, Μπολόνια, Πάντοβα, Βενετία). Η εντύπωση που μου έκανε η ιταλική ζωγραφική και αρχιτεκτονική ήταν τεράστια: έμοιαζε με όνειρο, το οποίο θυμάσαι σε όλη σου τη ζωή.

Το 1912 κυκλοφόρησε η πρώτη συλλογή ποιημάτων μου, η «Εσπέρα». Τυπώθηκε συνολικά σε τριακόσια αντίτυπα. Η κριτική την υποδέχτηκε ευμενώς.

Την 1η Οκτωβρίου 1912 γεννήθηκε ο μοναδικός μου γιος Λέβ.

Τον Μάρτιο του 1914 κυκλοφόρησε το δεύτερο βιβλίο μου, το «Ροζάριο». Έμελλε να ζήσει όλο κι όλο έξι εβδομάδες. Στις αρχές Μαΐου η σαιζόν στην Πετρούπολη άρχισε να ξεψυχά, όλοι, σιγά – σιγά έφευγαν. Αυτή την φορά ο χωρισμός με την Πετρούπολη αποδείχτηκε αιώνιος. Επιστρέψαμε όχι πια στην Πετρούπολη, αλλά στο Πέτρογκραντ, από τον 19ο αιώνα κατευθείαν στον 20ο, όλα ήταν διαφορετικά, αρχίζοντας από την όψη της πόλης. Όλα έδειχναν πως το μικρό βιβλίο με τον ερωτικό λυρισμό ενός πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή θα βούλιαζε στα διεθνή γεγονότα. Ο χρόνος όμως είχε άλλα σχέδια.

Κάθε καλοκαίρι πήγαινα στο πρώην κυβερνείο της Τβερ, σε απόσταση δεκαπέντε βερστίων[7] από το Μπεζέτσκ. Δεν είναι κάποια όμορφη περιοχή: οργωμένα σε ίσα τετράγωνα χωράφια, μύλοι, βάλτοι, αποξηραμένα έλη, σιτάρια, σιτάρια . . . Εκεί έγραψα πολλά από τα ποιήματα του «Ροζάριου» και του «Λευκού σμήνους». «Η λευκή αγέλη» κυκλοφόρησε το Σεπτέμβριο του 1917.

Τόσο οι αναγνώστες όσο και η κριτική δεν φέρθηκαν δίκαια σ’ αυτό το βιβλίο. Για κάποιο λόγο θεωρείται ότι είχε μικρότερη επιτυχία από το «Ροζάριο». Η συλλογή αυτή έκανε την εμφάνισή της κάτω από πολύ πιο απειλητικές συνθήκες. Οι συγκοινωνίες ξεψυχούσαν, το βιβλίο ήταν αδύνατο να σταλεί στη Μόσχα, πωλήθηκε μόνο στο Πέτρογκραντ. Τα περιοδικά έκλειναν, οι εφημερίδες το ίδιο. Γι’ αυτό και σε αντίθεση με το «Ροζάριο» το «Λευκό σμήνος» δεν προκάλεσε θόρυβο στον τύπο. Η πείνα και η καταστροφή μεγάλωναν μέρα με την ημέρα. Είναι πολύ παράξενο που σήμερα οι συνθήκες αυτές δε λαμβάνονται υπόψη.

Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση δούλεψα στην βιβλιοθήκη του Γεωπονικού Ινστιτούτου. Το 1921 κυκλοφόρησε η συλλογή ποιημάτων μου με τίτλο «Αγριοβότανο», το 1922 το βιβλίο μου «Αnno Domini».

Στα μέσα, περίπου, της δεκαετίας του ’20, άρχισα με πολύ πάθος και μεγάλο ενδιαφέρον να ασχολούμαι με την αρχιτεκτονική της παλιάς Πετρούπολης και με την μελέτη της ζωής και του έργου του Πούσκιν. Αποτέλεσμα των μελετών μου για τον Πούσκιν ήταν τρεις εργασίες – για τον «Χρυσό πετεινό», για τον «Αδόλφο» Μπένζαμιν Σοστάν και για τον «Πέτρινο επισκέπτη». Όλες τους δημοσιεύτηκαν στην εποχή που γράφτηκαν.

Οι εργασίες «Αλεξανδρίνα», «Ο Πούσκιν και η παραλία του Νέβα», «Ο Πούσκιν το 1828», με τις οποίες ασχολούμαι τα είκοσι, σχεδόν, τελευταία χρόνια, θα είναι μέρος του βιβλίου «Ο χαμός του Πούσκιν».

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’20 έπαψαν να δημοσιεύουν τα νέα μου ποιήματα, τα δε παλιά έπαψαν να τα ξανατυπώνουν.

Ο Πατριωτικός πόλεμος του 1941 με βρήκε στο Λένινγκραντ. Στα τέλη Σεπτεμβρίου, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, πήγα αεροπορικώς στη Μόσχα.

Μέχρι τον Μάιο του 1944 έζησα στη Τασκένδη, διψασμένα προσπαθούσα να μάθω νέα για το Λένινγκραντ, για το μέτωπο. Όπως και άλλοι ποιητές, συχνά απήγγειλα ποιήματα σε νοσοκομεία, διάβαζα στίχους σε λαβωμένους μαχητές. Στη Τασκένδη για πρώτη φορά έμαθα τι θα πει καύσωνας, σκιά των δέντρων και ήχος του νερού. Έμαθα επίσης τι είναι η ανθρώπινη καλοσύνη: στη Τασκένδη ήμουν βαριά άρρωστη για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα.

Τον Μάιο του 1944 επέστρεψα αεροπορικώς στην ανοιξιάτικη Μόσχα, γεμάτη χαρούμενες ελπίδες εν αναμονή της νίκης που πλησίαζε. Τον Ιούνιο επέστρεψα στο Λένινγκραντ.

Το τρομερό φάντασμα, το οποίο υποκρινόταν πως είναι η πόλη μου, με συγκλόνισε τόσο πολύ που περιέγραψα αυτή μου τη συνάντηση μαζί της σε πεζό λόγο. Τότε ήταν που έγραψα τα δοκίμια «Τρεις πασχαλιές» και «Επισκέπτης του θανάτου» – το τελευταίο το έγραψα για να το απαγγέλω στο μέτωπο στο Τεριόκ. Η πρόζα ήταν πάντα για μένα ένα μυστήριο και ένας πειρασμός. Από την αρχή γνώριζα τα πάντα για την ποίηση, ποτέ δεν έμαθα τίποτα για την πρόζα. Η πρώτη μου απόπειρα εγκωμιάστηκε από πολλούς, εγώ όμως, φυσικά, δεν τους πίστευα. Φώναξα το Ζόσενκο[8]. Με πρόσταξε κάποια πράγματα να τα σβήσω, και είπε ότι με τα υπόλοιπα συμφωνεί. Ήμουν πολλή χαρούμενη. Στη συνέχεια, μετά τη σύλληψη του γιου μου, τα έκαψα μαζί με όλο το αρχείο μου.

Από παλιά με ενδιέφεραν τα ζητήματα της λογοτεχνικής μετάφρασης. Στα μεταπολεμικά χρόνια μετέφρασα πολύ. Και τώρα μεταφράζω.

Το 1963 τελείωσα «Το ποίημα δίχως ήρωας», το οποίο έγραφα κατά την διάρκεια είκοσι δύο χρόνων.

Την περασμένη άνοιξη, στις παραμονές του Έτους για τον Δάντη, άκουσα και πάλι τους ήχους της ιταλικής γλώσσας – επισκέφτηκα τη Ρώμη και της Σικελία. Την άνοιξη του 1965 πήγα στην πατρίδα του Σαίξπηρ, είδα τον βρετανικό ουρανό και τον Ατλαντικό, συναντήθηκα με παλιούς φίλους γνώρισα νέους και επισκέφτηκα για άλλη μια φορά το Παρίσι.

Δεν έπαψα να γράφω στίχους. Για μένα σε αυτούς βρίσκεται η σχέση μου με το χρόνο, με τη νέα ζωή του λαού μου. Όταν τους έγραφα, ζούσα με εκείνους τους ρυθμούς που ακούγονταν στην ηρωική ιστορία της χώρας μου. Είμαι ευτυχισμένη που έζησα αυτά τα χρόνια και είδα γεγονότα, όμοια των οποίων ποτέ άλλοτε δεν υπήρξαν.

[1] Γκουμιλιόφ Νικολάι Στεπάνοβιτς (1886 – 1921) Ρώσος ποιητής, ο πρώτος σύζυγος της Άννας Αχμάτοβα, ιδρυτής της ποιητικής σχολής του ακμεισμού (από την ελληνική λέξη «ακμή»). Εκτελέστηκε μετά από στημένη δίκη με την κατηγορία της συνομωσίας κατά του σοβιετικού κράτους.

[2] Άννενσκι Ινοκέντρι Φιοντόροβιτς  (1855 – 1909) Ρώσος ποιητής, κριτικός της λογοτεχνίας και δραματουργός. Κάτοχος δεκατεσσάρων γλωσσών, μεταξύ των οποίων τα σανσκριτικά και η αρχαία εβραική γλώσσα, μετέφρασε όλες τις τραγωδίες του Ευριπίδη στα ρωσικά. Το ποιητικό του έργο άσκησε μεγάλη επίδραση στη διαμόρφωση της ρωσικής ποίησης του 20ου αιώνα.

[3] Φουτουρισμός, καλλιτεχνικό κίνημα το οποίο γνώρισε ιδιαίτερη άνθιση στην Ρωσία τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα και στο οποίο συμμετείχαν ορισμένοι από τους κορυφαίους ποιητές της όπως ο Βλαδιμηρος Μαγιακόφσκι, ο Νταβίντ Μπουρλιούκ, ο Χλέμπνικοφ κ.ά.

[4] Ακμεϊσμός, ποιητικό ρεύμα (από την ελληνική λέξη «ακμή») που γνώρισε μεγάλη διάδοση στη Ρωσία στις αρχές του 20ου αιώνα και στο οποίο εξέχουσα θέση κατείχε η Άννα Αχμάτοβα.

[5] Μαντελστάμ Οσίπ (1891 – 1938) Ρώσος ποιητής και πεζογράφος.  Μια από τις πιο χαρισματικές μα και συνάμα τραγικές μορφές της ρωσικής ποίησης του 20ου αιώνα.

[6] Ναρμπούτ Βλαδίμηρος Ιβάνοβιτς (1888 – 1938) Ρώσος ποιητής. Χάθηκε στα γκουλάγκ.

[7] Βέρστι: μονάδα μέτρησης χιλιομετρικών αποστάσεων ίση με 1,06 χλμ.

[8] Ζόσενκο Μιχαήλ Μιχαήλοβιτς (1895 – 1958) Ρώσος συγγραφέας. Μαζί με την Αχμάτοβα έγινε στόχος επιθέσεων από το Κ.Κ.Σ.Ε. με την περίφημη ομιλία του τότε γραμματέα της Κ.Ε. για ζητήματα πολιτισμού και ιδεολογίας Α. Ζντάνοφ, στην περίφημη ομιλία του για τα λογοτεχνικά περιοδικά του Λένινγκραντ «Αστέρι» και «Νέβας», όπου τους κατηγόρησε για «μικροαστισμό», «φορμαλισμό» και άλλα «εγκλήματα καθοσιώσεως» του σοσιαλιστικού ρεαλισμού.

(Visited 3 times, 1 visits today)
Close