Written by 7:28 am Διήγημα

Αλεξέι Τολστόι Ο ρωσικός χαρακτήρας

Ο ρωσικός χαρακτήρας! – είναι πολυσήμαντος τίτλος για ένα μικρό διήγημα. Τι να κάνουμε όμως, θέλησα να μιλήσω μαζί σας ειδικά για το ρωσικό χαρακτήρα.

Ο ρωσικός χαρακτήρας! Για ψάξε να τον βρεις… Να μιλήσουμε, άραγε, για ηρωικούς άθλους; Είναι τόσοι πολλοί όμως που θα χαθείς και δε θα ξέρεις ποιον να πρωτοδιαλέξεις. Έτσι λοιπόν με γλίτωσε ένας γνωστός μου με μια μικρή ιστορία από την προσωπική του ζωή. Δεν πρόκειται να αφηγηθώ το πως πολεμούσε τους Γερμανούς, αν και φέρει χρυσό αστέρι και το μισό του στήθος είναι γεμάτο μετάλλια.  Ήταν ένας απλός άνθρωπος, ήρεμος, συνηθισμένος – κολχόζνικος από ένα χωριό στην περιοχή Σαράτοβ, κοντά στον Βόλγα. Ανάμεσα στα άλλα ήταν γνωστός για το γεροδεμένο και αρμονικό του σώμα και την ομορφιά του. Αν τύχαινε να τον δεις να βγαίνει από τον πυργίσκο του τεθωρακισμένου θα νόμιζες πως είναι ο θεός του πολέμου! Πηδούσε από το άρμα στη γη, έβγαζε την κάσκα από τα υγρά του μαλλιά, σκούπιζε με μια πατσαβούρα το μουτζουρωμένο του πρόσωπο και χαμογελούσε πλατιά και μέσα από την καρδιά του.

Στον πόλεμο, συναναστρεφόμενοι μονίμως το θάνατο, οι άνθρωποι γίνονται καλύτεροι, διάφορα μικροπράγματα τους περνούν απαρατήρητα, σαν το αρρωστημένο δέρμα μετά το ηλιακό έγκαυμα και απομένει μόνο ο πυρήνας του ανθρώπου. Εννοείται πως στον ένα ο πυρήνας αυτός είναι πιο δυνατός, στον άλλο πιο αδύναμος, αλλά και εκείνοι που έχουν πυρήνα πολύ αδύναμο, θέλουν να γίνουν καλοί και πιστοί σύντροφοι. Ο γνωστός μου όμως, ο Γιεγκόρ Ντεμόφ, και πριν τον πόλεμο ήταν πολύ αυστηρός ως προς τη συμπεριφορά του, αγαπούσε πολύ και σεβόταν τη μητέρα του, την Μαρία Πολυκάρποβνα, και τον πατέρα του, τον Γιεγκόρ Γιεγκόροβιτς. «Ο πατέρας μου είναι άνθρωπος σοβαρός, πρώτα απ’ όλα έχει αυτοσεβασμό. Εσύ, μου λέει, γιέ μου, θα δεις πολλά στον κόσμο και στο εξωτερικό θα βρεθείς, μα να είσαι περήφανος που είσαι ρώσος…»

Είχε μια αρραβωνιαστικιά από το ίδιο χωριό στο Βόλγα. Σ’ εμάς λένε πολλά για τις αρραβωνιαστικιές και τις συζύγους, ιδιαίτερα όταν στο μέτωπο έχει ησυχία, κάνει παγωνιά, στο αμπρί καίει η μικρή φλόγα, τριζοβολάει η σόμπα και οι άνθρωποι έχουν ήδη φάει το βραδινό τους φαγητό. Τότε λένε τέτοια πράγματα που σου σηκώνονται οι τρίχες. Αρχίζουν, για παράδειγμα, να λένε: «Τι είναι η αγάπη;» Ο ένας θα πει: «Η αγάπη υπάρχει όταν υπάρχει σεβασμός…». Ο άλλος: «Δεν ισχύει αυτό, αγάπη είναι η συνήθεια, ο άνθρωπος αγαπάει όχι μόνο τη σύζυγό του, αλλά και τον πατέρα με τη μητέρα του, ακόμη και τα ζώα…» – «Φτου, ανόητε! – θα πει ένας τρίτος, – αγάπη είναι όταν όλα μέσα σου βράζουν, όταν ο άνθρωπος κυκλοφορεί σα να ‘ναι μεθυσμένος…» Και φιλοσοφούν κατ’ αυτόν τον τρόπο και μια και δυο ώρες, μέχρι ο λοχίας, μπαίνοντας στη συζήτηση με προστακτικό τόνο μιλήσει για την ουσία του πράγματος… ο Γιεγκόρ Ντρεμόφ, όμως ντρέπονταν όταν γίνονταν τέτοιες συζητήσεις, σπάνια αναφέρονταν στην αρραβωνιαστικιά του λέγοντας πως είναι όμορφη κοπέλα και πως είπε πως θα τον περιμένει, θα τον περιμένει να γυρίσει ακόμη κι αν έχει μόνο ένα πόδι…

Επίσης, δεν του άρεσε καθόλου να φλυαρεί για τις πολεμικές ανδραγαθίες: «Δεν έχω πολλή όρεξη να τα θυμάμαι αυτά!» έλεγε, το βλέμμα του σκοτείνιαζε και άναβε τσιγάρο. Για τις πολεμικές επιδόσεις του τεθωρακισμένου του μάθαμε από το πλήρωμά του, ενώ εκείνος που πάντα προκαλούσε μεγάλη έκπληξη στους ακροατές του ήταν ο οδηγός Τσουβίλιεφ.

– Καταλαβαίνεις… μόλις είχαμε στρίψει, βλέπω πετάγεται από τον πυργίσκο… του φωνάζω: «Σύντροφε υπολοχαγέ, ένας τίγρης!» – «Εμπρός, φωνάζει, πάτα τέρμα το γκάζι!…» Εγώ τράβηξα να καλυφθώ στο πευκώνα, δεξιά, αριστερά… ο τίγρης με το κανόνι του σκοπεύει στα τυφλά, αστόχησε… Ο σύντροφος υπολοχαγός τον βάρεσε στα πλάγια κι ανατινάχθηκε! Τον ξαναχτύπησε στον πυργίσκο, του έγδαρε την προβοσκίδα… τον βάρεσε και τρίτη φορά και τότε ο τίγρης άρχισε καπνούς να βγάζει από παντού, μετά πετάχτηκε μια φωτιά, ψηλά στα εκατό μέτρα… το πλήρωμα βγήκε από το κάτω άνοιγμα… ο Βάνκα ο Λαπσίν τους χτύπησε με το πολυβόλο, τους ξάπλωσε κάτω, βλέπαμε να κουνιούνται τα πόδια τους… Είχε πια ανοίξει ο δρόμος για μας. Πέντε λεπτά αργότερα μπαίνουμε τρέχοντας στο χωριό. Εκεί πια σφίχτηκε το στομάχι μου… Παντού είχε φασίστες που έτρεχαν για να γλιτώσουν… Και βρωμιά, καταλαβαίνεις, ο ένας βγήκε φορώντας μπότες κι ο άλλος μόνο τις κάλτσες του. Τρέχουν στο υπόστεγο. Ο σύντροφος υπολοχαγός μου δίνει διαταγή: «Τράβα προς το υπόστεγο». Γυρίσαμε το κανόνι και με πλήρη ταχύτητα ορμάω στο υπόστεγο και το διαλύω… Αχ πατερούλη μου καλέ! Πάνω στη θωράκιση έπεφταν σανίδες, τούβλα, οι φασίστες, οι οποίοι κάθονταν στη στέγη του… Εγώ τους πάτησα, οι υπόλοιποι σήκωσαν τα χέρια ψηλά και ο Χίτλερ καπούτ…

Έτσι πολεμούσε ο υπολοχαγός Γιεγκόρ Ντρέμοφ, μέχρι που τον βρήκε η συμφορά. Κατά τη διάρκεια της μάχη στο Κουρσκ, όταν οι γερμανοί αιμορραγούσαν πλέον και άρχισαν να τρέμουν, το τεθωρακισμένο του, σε ένα σιτοχώραφο, χτυπήθηκε από ένα βλήμα, δύο μέλη του πληρώματος του σκοτώθηκαν επί τόπου, ένα δεύτερο βλήμα έβαλε φωτιά στο τεθωρακισμένο. Ο οδηγός Τσουβίλιεφ, βγήκε από την μπροστινή πόρτα, μπήκε όμως ξανά μέσα και πρόλαβε να βγάλει έξω τον υπολοχαγό, ο οποίος ήταν αναίσθητος, ενώ είχε καεί η στολή του. Μόλις που είχε προλάβει ο Τσουβίλιεφ να βγάλει έξω τον υπολοχαγό όταν το τεθωρακισμένο εξερράγη με τέτοια δύναμη που ο πυργίσκος πετάχτηκε πενήντα μέτρα μακριά. Ο Τσουβίλιεφ άρχισε να ρίχνει χώματα στο πρόσωπο, το κεφάλι, στα ρούχα του υπολοχαγού για να σβήσει τη φωτιά. Στη συνέχεια σύρθηκε μαζί του από τον ένα κρατήρα στον άλλο μέχρι το πρόχειρο ιατρείο… «Όσο τον έσερνα; – έλεγε ο Τσουβίλιεφ, – έβαζα αυτί ν’ ακούσω αν χτυπάει η καρδιά του…»

Ο Γιεγκόρ Ντρεμόφ επέζησε και μάλιστα δεν έχασε τη όρασή του, παρόλο που το πρόσωπο του παραμορφώθηκε τόσο που σε ορισμένα σημεία φαίνονταν τα κόκκαλα. Οκτώ μήνες έμεινε στο στρατιωτικό νοσοκομείο, του έκαναν τη μία πλαστική επέμβαση μετά την άλλη, του αποκατέστησαν τη μύτη, τα χείλη, τις βλεφαρίδες και τα αυτιά. Μετά από οκτώ μήνες, όταν βγήκαν οι επίδεσμοι και κοιτάχτηκε είδε ότι δεν ήταν αυτό το πρόσωπο του. Η νοσοκόμα, η οποία του είχε δώσει ένα μικρό καθρεφτάκι, γύρισε από την άλλη πλευρά κι έβαλε τα κλάματα. Εκείνος της έδωσε πίσω το καθρεφτάκι αμέσως.

– Συμβαίνουν και χειρότερα, – είπε, – θα ζήσουμε κι έτσι.

Δεν ζήτησε ποτέ ξανά το καθρεφτάκι από τη νοσοκόμα, παρά μόνο πολύ συχνά ψαχούλευε το πρόσωπο του, σα να ‘θελε να το συνηθίσει. Η επιτροπή τον βρήκε ικανό για βοηθητική υπηρεσία. Τότε πήγε στον στρατηγό και του είπε: «Ζητώ την άδεια σας να επιστρέψω στο σύνταγμά μου». – «Μα είστε ανάπηρος», – είπε ο στρατηγός. «Δεν είμαι, είμαι παραμορφωμένος, αλλά αυτό δεν με ενοχλεί να κάνω τη δουλειά μου, θα είμαι απολύτως μάχιμος». (Το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της συζήτησης ο στρατηγός προσπαθούσε να μην τον κοιτάζει, ο Γιεγκόρ το πρόσεξε και το μόνο που έκανε ήταν να χαμογελάσει με τα λιλά, ίσια, σα χαραμάδα, χείλη του). Πήρε μια εικοσαήμερη άδεια για την πλήρη αποκατάσταση της υγείας του και πήγε στο σπίτι, να δει τον πατέρα και την μητέρα του. Αυτό έγινε τον Μάρτιο εκείνης της χρονιάς.

Στο σιδηροδρομικό σταθμό σκέφτηκε να νοικιάσει μεταφορικό μέσο, υποχρεώθηκε όμως να περπατήσει δεκαοκτώ βέρστια. Γύρω του όλα ήταν σκεπασμένα με χιόνι, έκανε υγρασία, ήταν έρημα, ένα παγωμένος αγέρας έμπαινε από την κάτω μεριά της χλαίνης του, ένα σφύριγμα μοναχικό άκουγαν τ’ αυτιά του. Στο χωριό του έφτασε όταν πια είχε πέσει το μισοσκόταδο. Να το πηγάδι, η φτερωτή από ψηλά γυρνούσε τρίζοντας. Από εδώ, η έκτη ίζμπα ήταν των γονιών του. Στάθηκε ξαφνικά, έχοντας τα χέρια στις τσέπες. Κούνησε το κεφάλι του. Κίνησε κατευθείαν για το σπίτι. Χωμένος μέχρι το γόνατο μέσα στο χιόνι, σκύβοντας στο παραθύρι, είδε την μητέρα του, να ετοιμάζει το τραπέζι για το δείπνο στο λιγοστό φως μιας λάμπας. Φορούσε το ίδιο εκείνο μαύρο φόρεμα, ήρεμη, χωρίς να βιάζεται, αγαθή. Είχε γεράσει, κρέμονταν οι αδύνατοι ώμοι της… «Ωχ, και να ‘ξερα… θα της έγραφα κάθε μέρα δυο λέξεις…». Είχε βάλει στο τραπέζι τα λιγοστά πράγματα – μια κούπα με γάλα, ένα κομμάτι ψωμί, δύο κουτάλια, την αλατιέρα και σκεπτική στεκόταν μπροστά στο τραπέζι, έχοντας σταυρώσει τα δύο της χέρια στο στήθος…  Ο Γιεγκόρ Ντρεμόφ, κοιτάζοντας μέσα από το παράθυρο τη μητέρα του, κατάλαβε ότι δεν μπορεί να την τρομάξει, δεν έπρεπε να αρχίσει να τρέμει το γέρικο πρόσωπό της.

Δεν πειράζει! Άνοιξε την πορτούλα, μπήκε στην μικρή αυλή και χτύπησε στο ξώστεγο. Η μητέρα φώναξε πίσω από την πόρτα «Ποιος είναι;» Εκείνος απάντησε: «Υπολοχαγός, Ήρωας της Σοβιετικής Ένωσης Γκρόμοφ»

Ένιωσε ένα δυνατό σφίξιμο στην καρδιά του – ακούμπησε στην παραστάδα της πόρτας. Όχι, η μητέρα δεν αναγνώρισε τη φωνή του. Μα κι ο ίδιος σα να άκουγε για πρώτη φορά τη φωνή του, η οποία είχε αλλάξει μετά από όλες αυτές τις εγχειρίσεις, είχε γίνει βραχνή, πνιχτή, ακαθόριστη.

–  Τι θέλεις πατερούλη; – ρώτησε εκείνη.

– Στη Μαρία Πολυκάρποβνα φέρνω βαθιά υπόκλιση από το γιο της, τον υπολοχαγό Ντρεμόφ.

Άνοιξε τότε η πόρτα και εκείνη τον έπιασε από τα χέρια:

– Ζει ο Γιεγκόρ μου! Είναι καλά; Πέρασε πατερούλη μου στην ίζμπα.

Ο Γιεγκόρ Ντρεμόφ κάθισε στον πάγκο που ήταν μπροστά στο τραπέζι, στην ίδια εκείνη θέση που καθόταν από τότε ακόμη που τα πόδια του δεν έφταναν στο πάτωμα και μερικές φορές η μητέρα, χαϊδεύοντας το σγουρόμαλλο κεφάλι του έλεγε: «Τρώγε, καλέ μου». Άρχισε να της λέει για το γιο της, για τον εαυτό του, – με κάθε λεπτομέρεια, πως τρώει, πίνει, δεν έχει καμιά ανάγκη, πάντα υγιής και χαρούμενος και της είπε δυο λόγια για τις μάχες που συμμετείχε με το άρμα του.

– Πες είναι τρομερός ο πόλεμος; – τον διέκοψε εκείνη κοιτώντας τον στο πρόσωπο με τα σκοτεινά της μάτια που δεν έβλεπαν.

– Ναι, φυσικά, είναι τρομερός, μητερούλα, ωστόσο όλα μια συνήθεια είναι.

Ήρθε ο πατέρας, ο Γιεγκόρ Γιεγκόρεβιτς, ο οποίος γέρασε στο μεταξύ, – η γενειάδα του είχε γίνει σαν τ’ αλεύρι. Κοιτάζοντας τον επισκέπτη, χτυπούσε στο κατώφλι τις σκισμένες τσόχινες μπότες του, χωρίς να βιάζεται έλυσε το κασκόλ του, έβγαλε το ημίπαλτο, πλησίασε στο τραπέζι, του έδωσε το χέρι για να τον χαιρετήσει, – αχ, το γνώριμο, μεγάλο, δίκαιο πατρικό χέρι! Χωρίς να ρωτήσει τίποτα, γιατί τα είχε έτσι κι αλλιώς όλα καταλάβει – γιατί ήρθε ο επισκέπτης με τα παράσημα, κάθισε κι άρχισε να ακούει με μισόκλειστα μάτια.

Όσο περνούσε η ώρα και δεν είχαν ακόμη αναγνωρίσει τον υπολοχαγό Ντρέμοφ, και εκείνος μιλούσε για τον εαυτό του σα ξένος, τόσο πιο δύσκολο του ήταν να αποκαλυφθεί, – να σηκωθεί και να πει: δεν με αναγνωρίζετε τον σακάτη, μητέρα και πατέρα μου!… Ένιωθε τόσο καλά στο οικογενειακό τραπέζι και τόσο στενάχωρα.

– Εντάξει, ας φάμε τώρα, μητέρα, φέρε κάτι για τον φιλοξενούμενο. – Ο Γιεγκόρ Γιεγκόρεβιτς άνοιξε την πορτούλα μιας παλιάς μικρής ντουλάπας, στην αριστερή γωνία της οποίας υπήρχαν αγκίστρια για ψάρεμα μέσα σε ένα σπιρτόκουτο, ένα τσαγερό με σπασμένη μύτη, ήταν εκεί όπου μύριζε ψίχουλα ψωμιού και κρεμμύδι. Ο Γιεγκόρ Γιεγκόροβιτς έπιασε μια μποτίλια με κρασί και τα μοναδικά δύο ποτηράκια, αναστέναξε, γιατί δεν είχε τίποτα άλλο. Κάθισαν να φάνε, όπως τα παλιά τα χρόνια. Την ώρα του φαγητού ο υπολοχαγός Ντρεμόφ πρόσεξε πως η μητέρα του κοιτάζει πολύ επίμονα το χέρι με το οποίο κρατούσε το κουτάλι. Χαμογέλασε, η μητέρα σήκωσε το βλέμμα της, το πρόσωπο της έτρεμε παράξενα.

Μίλησαν για το ένα και για το άλλο, είπαν για το πως θα είναι η άνοιξη φέτος και για το αν θα τα καταφέρει ο λαός με τη σπορά, και ότι αυτό το καλοκαίρι θα πρέπει να τελειώσει ο πόλεμος.

– Γιατί πιστεύετε, Γιεγκόρ Γιεγκόρεβιτς, ότι φέτος το καλοκαίρι θα τελειώσει ο πόλεμος;

– Ο λαός θύμωσε, – απάντησε ο Γιεγκόρ Γιεγκόροβιτς, – έζησε το θάνατο, τώρα δεν τον σταματάει τίποτα, καπούτ ο γερμανός.

Η Μαρία Πολυκάρποβνα ρώτησε:

– Δεν μας είπατε πότε θα του δώσουν άδεια, να έρθει να μας δει. Τρία χρόνια έχω να τον δω, να δις που θα μεγάλωσε πολύ, θα έχει αφήσει μουστάκι… Να δεις, έτσι που κάθε μέρα είναι δίπλα στο θάνατο, η φωνή του θα χόντρυνε;

– Να, θα έρθει και μπορεί να μην τον αναγνωρίσετε, – είπε ο υπολοχαγός.

Τον έβαλαν να κοιμηθεί δίπλα στο τζάκι, όπου θυμόταν το κάθε τούβλο, την κάθε χαραμάδα, στον φτιαγμένο από κορμούς δέντρων τοίχο, τον κάθε ρόζο στο ταβάνι. Μύριζε προβατίλα, στάρι, εκείνη την οικεία βολή που δεν την ξεχνάς μέχρι να πεθάνεις. Ο μαρτιάτικος αγέρας σφύριζε πάνω από τη σκεπή. Πίσω από το χώρισμα ο πατέρας ροχάλιζε. Η μητέρα στριφογύριζε, αναστέναζε, δεν κοιμόταν. Ο υπολοχαγός ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα, είχε βάλει το πρόσωπο μέσα στις παλάμες του: «Αν είναι δυνατόν να μη με αναγνώρισε, – σκεφτόταν, – αν είναι δυνατόν να μη με αναγνώρισε. Μαμά, μαμά…»

Το πρωί ξύπνησε από το τρίξιμο που έκαναν τα ξύλα που καίγονταν, η μητέρα του άναβε το τζάκι ∙ στο δεμένο σχοινί στέγνωναν τα πλυμένα ποδόπανα, δίπλα στην πόρτα ήταν πλυμένες οι μπότες του.

– Σ’ αρέσουν οι κρέπες από στάρι; – ρώτησε.

Δεν απάντησε αμέσως, κάθισε δίπλα στο τζάκι, φόρεσε τη φανέλα του, έδεσε τη ζώνη του και ξυπόλυτος, κάθισε στον πάγκο.

– Ζει εδώ στο χωριό η Κάτια Μαλσέβα, του Αντρέι Στεπάνοβιτς Μάλσεφ η κόρη;

– Πέρσι τελείωσε τη σχολή, είναι η δασκάλα μας. Θέλεις να τη δεις;

– Ο γιόκας σας μου ζήτησε να της δώσω χαιρετίσματα.

Η μητέρα έστειλε το κοριτσάκι του γείτονα να τη φωνάξει. Ο υπολοχαγός δεν είχε προλάβει να βάλει τις μπότες του, όταν ήρθε τρέχοντας η Κάτια Μάλσεβα. Τα μεγάλα γκρίζα μάτια της έλαμπαν, τα φρύδια της σα να πετούσαν, τα μάγουλα της είχαν εκείνο το ροδαλό χρώμα της χαράς. Όταν έριξε στους φαρδιούς της ώμους το πλεχτό μαντίλι από το κεφάλι της, υπολοχαγός σκέφτηκε: να μπορούσα να φιλήσω αυτά τα ζεστά ξανθά μαλλιά!… Πάντα έτσι φαντάζονταν τη φίλη του, – δροσερή, τρυφερή, χαρούμενη, καλή, όμορφη, έτσι όπως μπήκε τώρα και αμέσως η ίζμπα έγινε χρυσή…

– Φέρνετε χαιρετίσματα από τον Γιεγκόρ; (Στεκόταν με την πλάτη γυρισμένη στο φως και μόνο έγνεψε με το κεφάλι του, γιατί δεν μπορούσε να μιλήσει). Εγώ τον περιμένω μέρα και νύχτα, έτσι να του πείτε..

Τον πλησίασε. Τον κοίταξε και σαν κάτι να την χτύπησε ελαφρά στο στήθος, πισωπάτησε, τρόμαξε. Τη στιγμή εκείνη αποφάσισε πως θα φύγει σήμερα κιόλας.

Η μητέρα ζύμωσε κρέπες από σταρένιο αλεύρι με ζεστό γάλα. Εκείνος άρχισε και πάλι να λέει διάφορες ιστορία για τον υπολοχαγό Ντρεμόφ, αυτή τη φορά όμως για τις πολεμικές του ανδραγαθίες –  μιλούσε σκληρά και δεν σήκωνε το βλέμμα του να κοιτάξει την Κάτια, για να μην δει στο γλυκό της πρόσωπο την αντανάκλαση της αναπηρίας του. Ο Γιεγκόρ Γιεγκόροβιτς προσπαθούσε να βρει ένα άλογο από το κολχόζ, εκείνος όμως πήγε στο σταθμό με τα πόδια όπως ήρθε. Ήταν πολύ στεναχωρημένος με όλα όσα έγιναν. Χωρίς να σταματάει, χτυπούσε με τις παλάμες το πρόσωπό του, επαναλαμβάνοντας με βραχνή φωνή: «Λοιπόν, τι θα κάνεις τώρα;»

Γύρισε στο σύνταγμά του, το οποίο βρισκόταν στα μετόπισθεν περιμένοντας εφεδρείες. Οι σύντροφοι του στα όπλα τον υποδέχτηκαν με ειλικρινή χαρά,  μα εκείνος είχε κάτι στην ψυχή του που δεν τον άφηνε ούτε να φάει, ούτε να κοιμηθεί, ούτε να αναπνέει. Αποφάσισε ότι η μητέρα του δεν θα μάθει τίποτα για την ατυχία του. Και όσον αφορά στην Κάτια, θα την έβγαζε από την καρδιά του.

Μετά από μία εβδομάδα έλαβε ένα γράμμα από τη μητέρα του:

«Γεια σου γιόκα μου δυσθεώρητε. Φοβάμαι να σου γράψω, δε ξέρω τι να σκεφτώ. Ήρθε και μας βρήκε ένας άνθρωπος που είχες στείλεις, ένας άνθρωπος καλός, μόνο που είχε άσχημο πρόσωπο. Σκέφτηκε να ζήσει λίγο σ’ εμάς, αλλά έφυγε αμέσως. Από τότε γιόκα μου, δεν κοιμάμαι τις νύχτες, – νομίζω πως ήσουν εσύ. Ο Γιεγκόρ Γιεγκόροβιτς με μαλώνει λέγοντας πως γέρασα πια εντελώς και έχασα τα λογικά μου: αν ήταν ο γιος μας, δεν θα μας το ‘λεγε; Γιατί να κρυφτεί αν ήταν αυτός, αν το πρόσωπο του είναι σαν κι εκείνου που μας ήρθε, θα πρέπει να είναι περήφανος!.. Ο άνθρωπος αυτός κοιμήθηκε δίπλα στο τζάκι, έβγαλα τη χλαίνη του στην αυλή για να την καθαρίσω, την  έσφιξα πάνω μου και έβαλα τα κλάματα, – αυτός είναι, δική του είναι!… Γιεγκόρουσκα, γράψε μου, για όνομα του Χριστού, σκέφτομαι διαρκώς τι σου συμβαίνει. Πες μου την αλήθεια, αλλιώς θα τρελαθώ…»

Ο Γιεγκόρ Ντρεμόφ έδειξε το γράμμα αυτό σ’ εμένα, τον Ιβάν Σουντάρεφ, και λέγοντας την ιστορία του, σκούπιζε τα μάτια με το μανίκι του. Εγώ του είπα: «Λέω, λοιπόν, ότι έχουμε σύγκρουση χαρακτήρων! Βλάκας είσαι, βλάκας, γράψε γρήγορα στη μάνα σου, ζήτα της συγγνώμη, μην την τρελαίνεις… Της χρειάζεται η μορφή σου! Έτσι όπως είσαι θα σ’ αγαπάει πιο πολύ».

Την ίδια κιόλας ημέρα της έγραψε: «Αγαπημένοι μου γονείς, Μαρία Πολυκάρποβνα και Γιεγκόρ Γιεγκόροβιτς, συγχωρήστε μου τη βαρβαρότητα, όντως εγώ είχα έρθει, εγώ ο γιος σας…» Και λοιπά και λοιπά, σε τέσσερις σελίδες με μικρά γράμματα, που αλλιώς θα ήθελε είκοσι σελίδες. Μετά από λίγο καιρό ήμασταν μαζί στο πεδίο βολής κι ήρθε τρέχοντας ένα στρατιώτης και λέει στον Γιεγκόρ Ντρέμοφ: «Σύντροφε λοχαγέ, σας ζητούν…» Η έκφραση του προσώπου του στρατιώτη ήταν σαν του ανθρώπου που παρόλο που είναι καλά, ετοιμάζεται να πιει. Πήγαμε στο χωριό, πλησιάζουμε την ίζμπα που ζούσαμε με τον Ντρεμόφ. Γύρισα να τον κοιτάξω και είδα πως δεν είναι καλά. Ξερόβηχε συνέχεια… σκέφτομαι: «Μπορεί να είναι μαυροσκούφης, μα τα νεύρα του δεν είναι καλά». Μπαίνουμε στην ίζμπα, εκείνος μπροστά από μένα και τότε ακούω:»

«Μαμά, γεια σου, εγώ είμαι!..» Και τότε είδα μια μικροκαμωμένη γριούλα να πέφτει στην αγκαλιά του. Ρίχνω γύρω μου μια ματιά και βλέπω και μια άλλη γυναίκα. Στο λόγο της τιμής μου, αν κάπου υπάρχουν καλλονές, καμιά δεν θα είναι σαν κι αυτή, τουλάχιστον εγώ ποτέ δεν είχα ξαναδεί τόσο όμορφη κοπέλα.

Άφησε την μητέρα του, πλησίασε την κοπέλα, σας έχω πει ήδη πως η κορμοστασιά του τον έκανε να μοιάζει με θεό του πολέμου. «Κάτια! – λέει.-  Κάτια, γιατί ήρθατε; Εσείς είχατε υποσχεθεί να περιμένετε εκείνον, όχι αυτόν…»

Η όμορφη Κάτια του απάντησε, – εγώ παρόλο που είχα πάει στη θημωνιά, άκουσα να του λέει: «Γιεγκόρ, έχω αποφασίσει να ζήσω μαζί σας για πάντα. Θα σας αγαπώ πιστά, θα σας αγαπώ πολύ… Μη με διώχνετε…»

Αυτοί λοιπόν είναι οι ρωσικές χαρακτήρες! Απλός είναι ο άνθρωπος, μας σαν τον βρει η συμφορά, μικρή ή μεγάλη, τότε φανερώνει μια τέτοια μεγάλη δύναμη, μια ανθρώπινη ομορφιά.

1924 – 1944

Μετάφραση από τα Ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης©

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος # 2 της έντυπης “Στέπας”

 

 

(Visited 1 times, 1 visits today)
Close