Written by 5:10 pm Cinema

Αντρέι Μπίτοφ Για τον Αντρέι Ταρκόφσκι

Ας μιλήσουμε για τη δεκαετία του εξήντα – για την πάνδημης ανάτασης… Αυτοί οι φτωχοί, οι τσαλαπατημένοι άνθρωποι της δεκαετίας του εξήντα – φτάνει πια να τους τσαλαπατάμε. Σκέφτηκα πως το μοναδικό πράγμα που, ίσως, κατάφεραν να δημιουργήσουν οι άνθρωποι της δεκαετίας του εξήντα είναι ο κοινός τόπος σε σχέση με τον ολοκληρωτισμό.

Δηλαδή μία συναισθηματικά φιλελεύθερη προσέγγιση, η αναζήτηση του ενός από τον άλλο στη βάση των κοινών αισθητικών προτιμήσεων και της κοινής αίσθησης ότι δεν ανήκουν ούτε στην Μυστική Αστυνομία, ούτε στην Κεντρική Επιτροπή.

Αυτό συνέβη ενστικτωδώς, αυτή η στάση ανάμεσα στο στρατόπεδο και την ένταξη στο κίνημα των αντιφρονούντων. Στο εσωτερικό αυτής της αόρατης κοινότητας, όπου υπήρχαν οι δική της στρατηγοί και στρατιώτες… χμ… βασίλευε η καλή προαίρεση. Και αυτό είναι ένα σοβιετικό χαρακτηριστικό. Απολύτως σοβιετικό, γιατί είχε δομηθεί ως αντισοβιετικό… σε σχέση με απολύτως συγκεκριμένα πράγματα.

Δηλαδή, χάνοντας….χάσαμε και αυτή την καλή προαίρεση και την αναγνωρισιμότητα του ενός από τον άλλον. Έχει εξαπλωθεί πολύ μία προκατάληψη, μία ανώριμη ανταγωνιστικότητα. Για εκείνο και μπορούμε να νοσταλγούμε. Τις απώλειες.

Θυμάμαι πως… ήταν μια απέραντη στασιμότητα. Αντιμετώπιζα διώξεις. Με υποστήριζαν μόνο ελάχιστοι φίλοι μου. Αυτή ήταν για μένα… η δική μου κοινότητα… η δική μου βοήθεια. Μερικές φορές μάλιστα ήταν και το φαγητό μου. Τα πάντα. Και καταφύγιο και απάγκιο.

Μια φορά με έναν τέτοιο φίλο μου, ζωγράφο, δεν τα βρήκαμε, βρίσαμε ο ένας τον άλλον και ήρθαμε στα χέρια. Εγώ στεναχωρήθηκα πολύ.  Στενοχωρήθηκα πάρα πολύ… να τι είχε συμβεί: ένας, δύο, τρία, τέσσερις, πέντε, ήταν ο κύκλος των κοντινών μου φίλων και ξαφνικά συνέβη αυτή η ανοησία. Με αυτή την στεναχώρια πήγα στο εργαστήριο του Μέσσερερ… στο Μπέλε… και εφόσον ήταν κοινός μας φίλος, συζητήσαμε γι’ αυτόν και κάτι τον ρώτησα. Ο Μέσσερερ όμως, ως μάγιστρος της σοβιετικής κοινωνίας και μεγάλος τεχνίτης των κανόνων, είπε ξαφνικά ήρεμα και μεγαλοφυώς:

– Πάει να πει δεν ήσασταν πραγματικοί φίλοι…

Και τώρα, αναφορικά με το οριστικό τέλος του αιώνα, όλα γίνονται με βάση προσχεδιασμένες δημοσκοπήσεις, στις οποίες είναι υποχρεωτική η ερώτηση: ποιος από τον 20ό αιώνα, θα μείνει στον 21ο; Από την τέχνη, από την λογοτεχνία. Με αυτή την αφορμή όλοι επιτίθενται σε όσους επιβίωσαν και έχουν κύρος… και πρέπει, μην δυσανασχετείτε, να δείξουν την αισθητική τους επιλογή. Απευθύνονται σε ανθρώπους, οι οποίοι δεν έχουν μεγάλη εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και τους ρωτούν αν έκαναν κάτι κατά την διάρκεια του προηγούμενου αιώνα. Και, αν θα μπορέσουν να κάνουν κάτι στον μέλλοντα αιώνα. Τώρα πια, ο άνθρωπος είναι αμήχανος ως προς την αυτοεκτίμησή του, ανεξάρτητα από τη συμβατικότητα αυτής της διαχωριστικής γραμμής. Ποια απάντηση μπορεί να δοθεί σε αυτή την ερώτηση; Πόσο μου έχει απομείνει να ζήσω στον 21ο αιώνα; Θυμάμαι όλους εκείνους με τους οποίους δεν ευδοκίμησε η φιλία μας…

Μου ζήτησαν να μιλήσω για τον Αντρέι Ταρκόφσκι, προκειμένου να συμπεριληφθούν οι αναμνήσεις μου σε μια επετειακή συλλογή άρθρων στη μνήμη του.

Εγώ όμως, φυσικά, βρέθηκα μπροστά σε ένα σύμπλεγμα ενός ακόμη κειμένου. Σταδιακά η υποχρέωσή μου αυτή μετατράπηκε σε αρρώστια ενός ακόμη άγραφου κειμένου. Είναι ένα πράγμα που σκέφτομαι πολύ συχνά… και έχω εκείνη την αίσθηση της ντροπής…. γιατί παρόλα αυτά πρέπει κάπως να γράψω αυτό το κείμενο…

Κάποια στιγμή βρέθηκα στο νησί Gotland. Εκπληκτικό μέρος, όμορφο και πεντακάθαρο. Καθαριότητα, θάλασσα, βράχια, δειλινά κι ανατολές. Και αυτό απέναντι, μέσω της Βαλτικής μέσα στην ομίχλη μπορείς να δεις την πατρίδα, την Πετρούπολη, όπου όλα σού είναι οικεία. Παρόλα αυτά είναι νησί. Οικείο και ξένο και συνάμα έμαθα ότι εκεί ο Ταρκόφσκι γύρισε την «Θυσία».

Τόσο όμορφο μέρος… ένα πορθμείο εκτελεί δρομολόγιο με ένα ακόμη νησάκι, το Φαρό. Εκεί, ασκητεύει ο Μπέργκμαν. Ο ίδιος ο Μπέργκμαν είναι ακατοίκητος.

Εκεί, στο νησί, μέσα σε πέτρες που φτάνουν μέχρι τον ορίζοντα, υπάρχουν βρύα, λειχήνες και βράχια… ομορφιά … Ανάμεσα στα βράχια υπάρχει μία τουαλέτα, ξύλινη και καλοφτιαγμένοι, οι Σκανδιναβοί ξέρουν να δουλεύουν το ξύλο. Μία εξαιρετική ξύλινη τουαλέτα. Ένα κουτί και δίπλα μία για αναπήρους. Η ρωσική ψυχή πετάρισε, γιατί το χάσμα των πολιτισμών για άλλη μία φορά προκάλεσε ρωγμές στην εμπειρία μου…

Ο Ταρκόφσκι έκανε γυρίσματα εδώ και μια φράση έλαμψε μέσα στις συζητήσεις: κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, κάτι χρειάστηκε, περίμενε μέσα στην ομίχλη είτε ένα δειλινό είτε μια χαραυγή. Επιτέλους, έγινε όπως το ήθελε. Τότε όλοι φώναξαν: «Αυτό ήταν. Μοτέρ!». Εκείνος όμως είπε:

– Όχι, είναι πολύ όμορφα.

Και δεν άφησε να γίνει το γύρισμα. Αυτή είναι μία τοπική ιστορία που λένε εκεί: όχι, είναι πολύ όμορφα…

Εκείνα λοιπόν τα πέτρινα χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων τον γνώρισα όλα γίνονταν έτσι: κανείς δεν είχε την παραμικρή πληροφόρηση, δεν υπήρχε  επίσημη πληροφόρηση για τίποτα το καλό, – αλλά όλοι, ο ένας με τον άλλον, σαν μέλισσες, δηλαδή, μετέφεραν τη γύρη: κάποιος άκουσε κάποιο όνομα, κάποιος βρήκε ένα βιβλίο… Και η φήμη ότι κάτι εμφανίστηκε, μεταδιδόταν με τέτοια ταχύτητα, γινόταν πιστευτή αμέσως, όπως για παράδειγμα, ότι εγώ ετοιμάζομαι να γυρίσω μία ταινία, ήταν κάτι που ονειρευόμουν… ξαφνικά διάβαζα στη «Λιτερατούρναγια Γκαζέτα» μία μαχητική ανταπόκριση για το Φεστιβάλ των Κανών, όπου, φερ’ ειπείν ο Γκοντάρ πήρε το πρώτο βραβείο για την ταινία «Με κομμένη την ανάσα», στην οποία εμφανίστηκε για πρώτη φορά ο Μπελμοντό.

Τώρα που μιλάω θυμάμαι ότι γύρω ότι για κάθε λέξη θα πρέπει να γραφτούν ολόκληρες σελίδες προκειμένου να την καταλάβει ο συγκαιρινός μας· γιατί ούτε η λέξη «Μπελμοντό», ούτε η λέξη «Γκοντάρ», ούτε η λέξη «Κάνες» – υπήρχαν… τόσο απλά… Και από όλες αυτές τις πληροφορίες με αποστροφή για το πόσο κακή είναι η Δύση, υπήρχε μία φράση στο τέλος, σύμφωνα με την οποία ο ήρωας πεθαίνει σε ένα σταυροδρόμι. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι σινεμά με έκανε να ονειρεύομαι αυτή, η μοναδική αράδα!

Στη συνέχεια όμως κατά τη διάρκεια πολλών ετών, είδα τις ταινίες και κατάλαβα ότι ήξερα όλον τον Γκοντάρ, εξαιτίας αυτού του άρθρου.

Η Ρόζα Χουσνουντίνοβα ήταν μια εξαιρετική συγγραφέας (ίσως και τώρα να είναι, κρύφτηκε… ). Μια πανέμορφη Τατάρα… Η Ρόζα η οποία έγραψε μία μαγική, σουρεαλιστική πρόζα. Παραμυθένια. Μια στιγμή μου είπε άξαφνα: Είδα μία θαυμάσια ταινία. Μεγαλοφυής. Λέγεται «Το βιολί και το παγοδρόμιο». Είναι διπλωματική. Και μου ανέφερε τον Αντρέι Ταρκόφσκι. Κανείς δεν γνωρίζει, επίσης, τον πατέρα του Ταρκόφσκι…. Εγώ όμως τον ξέρω: υπάρχει ένας Αντρέι Ταρκόφσκι που έχει γυρίσει μία μεγαλοφυή ταινία. Μία συγκινητική ιστορία: ένα αγοράκι, ένα βιολί, η φιλία με ένα προλετάριο στο παγοδρόμιο…

Κατανοητά όλα. Υπάρχει ένας άνθρωπος.

Ουσιαστικά, δεν είχε δημοσιευτεί τίποτα δικό μου. Ξαφνικά, χτυπάει το τηλέφωνο… Α! Μετά το όνομα του Ταρκόφσκι ακουγόταν παντού: «Η παιδική ηλικία του Ιβάν» άρχισε να προβάλλεται… Δεν πήγα να την δω. Δεν την είδα.

Ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνο στο Λένινγκραντ… Θα πρέπει να προσδιορίσουμε την  χρονολογία… Δεν ξέρω, ήταν η δεκαετία του εξήντα. Στις αρχές της. «Σας μιλάει ο Αντρέι Ταρκόφσκι». Μεγάλη τιμή λοιπόν… Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι οι κάτοικοι του Λένινγκραντ ήταν παραπεταμένοι, όλη η δόξα πήγαινε στη Μόσχα. Απερίγραπτη ζήλια. Ταυτόχρονα όμως και δίψα τεράστια για αναγνώριση… Όλα αυτά όμως τώρα χάθηκαν, δεν υπάρχουν, τότε όμως ήταν πολύ παράξενα: κι εκείνος είχε ακούσει για μένα… Για άλλους δεν είχε ακούσει τόσα πολλά, αλλά θέλει να με συναντήσει. Στο ξενοδοχείο. Για να πιούμε κονιάκ στο δωμάτιό του. Πήγα με τη νεαρή όμορφη κοκκινομάλλα σύζυγό μου. Συναντηθήκαμε. Ήπιαμε. Μου άρεσε εμφανισιακά.  Μου φάνηκε σαν Γασκώνος. Ναι Γασκώνος. Μα για ποια Γασκωνία μπορεί να γίνει λόγος; Κι όμως ο Γασκώνος ντ’ Αρτανιάν. Ξαφνικά νόμισα πως μοιάζει με τον ντ’ Αρτανιάν. Το μόνο που έλλειπε ήταν το σπαθί… Τα ζυγωματικά του ήταν πολύ χαρακτηριστικά, αν τον έβλεπες μάλιστα από μία συγκεκριμένη γωνία ήταν εντελώς στραβό το προφίλ του. Από την άλλη πλευρά όμως, ήταν τόσο στεγνό. Ισχνός. Ανάλαφρος. Έτσι μπήκε, με τούτη την εμφάνισή…

Νέοι ήμασταν. Αυτό σήμαινε πολλά.

Ήταν πολύ γλυκά. Μιλήσαμε. Φύγαμε.

Στη συνέχεια όμως εγώ… εγώ, μάλλον, μάθαινα ακόμη. Γιατί βρέθηκα γραμμένος σε κάποιο Γεωλογικό Ινστιτούτο. Βρωμιά, σκοτάδι. Επιτέλους, μπορώ να χρονολογήσω: «Θα ξεπεράσουμε την Αμερική στην παραγωγή κρέατος και γάλακτος!» – υπήρξε κι αυτή η στιγμή. Ο Χρουστσόφ πήγε να φέρει καλαμπόκι από την Αμερική… Έτσι λοιπόν, με όλους αυτούς τους ηγέτες, μέσα στις λάσπες, μαζεύοντας πατάτες, στην αγροτική λέσχη προβάλλεται η ταινία «Η παιδική ηλικία του Ιβάν». Είχε τόσο πολύ κόσμο που δεν μπορούσες να αναπνεύσεις… Θυμάμαι πως βρήκα μία θέση δίπλα στον καυστήρα. Εκεί είδα για πρώτη φορά ταινία του Ταρκόφσκι· στον ένα τοίχο κρεμόταν ένα πλακάτ «Θα ξεπεράσουμε την Αμερική στην παραγωγή κρέατος και γάλακτος» και στον απέναντι τοίχο, εγώ δίπλα στον καυστήρα, σε ένα χώρισμα ανάμεσα στην καμινάδα και τον τοίχο, κοιτάζω την οθόνη, το άλογο, το οποίο πότε μασουλάει, πότε ποδοπατάει μήλα… Λες κι ήταν αλήθεια όλα. Βρέχει. Είμαι ενθουσιασμένος. Σκέφτομαι: τίποτα δεν είναι τυχαίο, ωραία μούρη κι ήξερα για «Το βιολί και το παγοδρόμιο»….

Στη συνέχεια την πάτησα… Είχα διαβάσει εκείνη την αράδα για τον Γκοντάρ, η οποία με οδήγησε στην Ανώτατη Σχολή Σεναρίου. Ενώ σπούδαζα εκεί, ο Αντρέι γύριζε τον «Ρουμπλιόφ». Με κάλεσε στην πρεμιέρα. Στην οποία για κάποιο λόγο δεν πήγα…

Τώρα όμως σκέφτομαι: μήπως ήμουν ερωτευμένος, μήπως είχα παραπιεί; μήπως είχα δει πάρα πολύ ταινία του Γκοντάρ και του Μπέργκμαν και χόρτασα; Μα, τι έγινε και δεν πήγα σ’ εκείνη την πρεμιέρα;

Συναντηθήκαμε ξανά, όταν ήρθε στη σχολή κι έδωσε μια διάλεξη για τους φοιτητές της Ανώτατης Σχολής Σεναρίων, στην τάξη των σκηνοθετών. Δεν γνώριζε κανέναν εκεί. Συναντηθήκαμε και πήγαμε μια βόλτα και θυμάμαι την τοποθεσία… Παράξενο πράγμα η μνήμη: σαν φωτογραφική μηχανή, οριοθετεί κάποια στιγμή και ένα τμήμα μιας φράσης. Η ηλικία… η οποία μπορεί να θεωρηθεί ηλικία: για μένα η Μόσχα και η Πετρούπολη, αλλά και πολλές άλλες πόλεις δεν είναι γεμάτες αναμνήσεις, αλλά γραμμένα σε πέτρες θραύσματα φράσεων… Και τότε κάνει την εμφάνισή του και ο καιρός και οι εκφράσεις των προσώπων και ο συνοδοιπόρος. Δηλαδή, περπατήσαμε από τον Κεντρικό Οίκο Λογοτεχνίας μέχρι την οδό Χέρτσεν. Μόλις είχε διαβάσει τότε τον «Κήπο», ένα βιβλίο που δεν είχε δημοσιευτεί, ήταν χειρόγραφο, κυκλοφορούσε χέρι με χέρι… Δεν υπήρχε τότε ακόμη το Σαμιζντάτ. Το διάβασε, το παίνεψε και μου είπε: «Πρέπει να διαβάσεις την «Λολίτα»». Μου θύμισε πάρα πολύ την «Λολίτα» – «Ποια Λολίτα»: – «Του Ναμπόκοφ». Είχα ακούσει το όνομα του Ναμπόκοφ. Είχε ακούσει και για την «Λολίτα». Η «Λολίτα» είναι του 1956.

Αυτό ήταν το λιώσιμο των πάγων…

Την ταινία «Ρουμπλιόφ» την είδα μετά από πολλά χρόνια. Γενικά, πιστεύω πως πρόκειται για μεγαλοφυή ταινία. Πώς παρουσιάζονται οι Τάταροι ως ξένοι… Ο Αντρέι είναι αυτό το βάσανο στην ψυχοσύνθεσή του. Το διατύπωσε με μεγάλη ευγένεια. Κάτι παράξενο βρήκε εκεί…

Σκεφτόταν για πραγματικά πράγματα, κοντολογίς. Βαθυστόχαστα. Αλλά…

Το ενδιαφέρον είναι ότι η φόρμα υποστηρίζει το περιεχόμενο. Αυτό έχω να πω.

Το τελευταίο διάστημα το σκέφτομαι πολύ αυτό. Όσο η σοβιετική εξουσία ήταν αντίθεση με τη φόρμα… σοσιαλιστικός ρεαλισμός, -ισμός, -ισμός… την ίδια στιγμή μια τέτοια εσωτερική δόξα, καλλιτεχνική, μπορούσες να την αποκτήσεις μόνο με τη φόρμα. Και αυτοί μάχονταν ειδικά με τη φόρμα.

Ο Αντρέι όμως πρότεινε ένα νέο σινεμά, μια διαφορετική, πιο σύγχρονη κινηματογραφική γλώσσα· όλα αυτά τα εκλάμβανε κανείς όμορφα, ήταν κάτι τόσο καινούριο… Μα δεν θα το επέτρεπαν η Κρατική Εταιρεία Κινηματογραφίας και η Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος. Είχε όμως και περιεχόμενο, εκτός από τη φόρμα. Και αυτό ήταν η ουσία της υπόθεσης. Κανείς δεν ήταν έτοιμος να αποδεχτεί από το περιεχόμενο… Είχε τόσα βάσανα. Τα κατά Αντρέι Πάθη. Τι είναι η Ρωσία; Τι είναι αυτός ο ναός; Τι είναι αυτή η βία και τι είναι η βία επί της βίας; Αυτό είναι το πρόβλημα της Ρωσίας… Η Ρωσία θα είναι ελεύθερη, ακόμη κι όταν υπάρχουν ο Ναπολέων και ο Χίτλερ, ναι; Μέσα της ασκεί βία, όταν όμως κάποιος θέλει να της επιβληθεί δια της βίας, τότε γίνεται ανθρώπινη. Και μετά θα πρέπει η ίδια να ασκεί βία στον εαυτό της.. Γι’ αυτό και είναι ανθρώπινη, επειδή έχει πάντα μέσα της τη δυνατότητα της ενανθρωπήσεως.

Όλα όμως αυτά τα δεινά κι επιπλέον στο φόντο των φιλελεύθερων καταστάσεων που είναι της μόδας, δεν ήταν έτσι απλά ορατά… Μόλις είχε αρχίσει η συζήτηση μεταξύ των Σλαβόφιλων και των Δυτικιζόντων – νεογέννητοι, ημιμαθείς, χωρίς να έχουν καμιά σχέση ούτε καν με τον 19ο αιώνα που τόσο λίγο είχαν μελετήσει. Αυτό σήμαινε ότι αμέσως εμφανίστηκαν οι πρώτες υποψίες: τι θέλει και ασχολείται με τη Ρωσία; Δεν μπορούσαν να καταλάβουν…

Ο Αντρέι με τη φήμη της μεγαλοφυΐας, η οποία είχε σχέση μόνο με την επιφάνεια. Δεν τον καταλάβαιναν ως καλλιτέχνη. Αυτό όμως είναι φυσιολογικό.

Εγώ το καταλάβαινα. Και όπως άρμοζε, σε έναν επαρχιώτη όπως εγώ από το Λένινγκραντ, ο οποίος δεν είχε δημοσιεύσει τίποτα ακόμη, ζήλευα αυτή τη φήμη. Παρόλα αυτά όμως: αυτός με προσέγγιση και μία φορά και δεύτερη…

Τώρα λοιπόν σκέφτομαι πόσο μόνος ήταν;

Μετά όμως… υπήρξε και συνέχεια. Μετά είδα τον «Καθρέφτη», την ταινία που αγαπώ πιο πολύ απ’ όλες όσες έχει γυρίσει. Συνέπεσε με την απαγόρευση της ταινίας μου «Την Πέμπτη και ποτέ ξανά» την οποία είχα γυρίσει. Οι μοίρες μας είχαν αρχίσει να συναντιόνται. Και πάλι… θέλησε με κάποια αφορμή να γνωρίσει τον ΓκράντΜατεβοσιάν: είχε έναν αγαπημένο Αρμένιο μαθητή και είχε την ιδέα να γυρίσει μια ταινία με τον Γκραντ. Γινόταν ένας διάλογος με τον Παρατζάνοφ, (ο Γκράντ δούλεψε με τον Παρατζάνοφ στα γυρίσματα της ταινίας «Το χρώμα του ρόδου».)

Είχαν την ιδέα να καλέσω εγώ τον Γκράντ… Μια φορά προσπάθησα αλλά κάπως άκομψα δεν το κατάφερα… Στη δεύτερη προσπάθεια τα κατάφερα. Θυμάμαι τις αφηγήσεις του για το πατρικό του. Για το μέρος στο οποίο το έχτισε ξοδεύοντας κάτι απερίγραπτα ποσά…

Σε αυτό το μέρος έχτισε ένα πολιτισμένο σπίτι… Τώρα σκέφτομαι πώς δεν τον καταλάβαινα τότε;

Τελικά, έφυγε… Έφυγε για κάποιον δικό του λόγο, δεν ξέρω ποιον.

Μετά, ήρθε η πρώτη φορά που μου επέτρεψαν να ταξιδέψω στη Δύση… Ουσιαστικά, μετά από μια δεκαετή απαγόρευση. Ήταν το φθινόπωρο του 1986. Ήταν η δική μας ελεύθερη Δύση, ήμουν μόνος μου κι αυτό ήταν μεγάλη είδηση, τότε ακόμη δεν μας άφηναν να ταξιδεύουμε… Μου τηλεφωνούσαν διαρκώς… μου τηλεφωνούσαν όλοι, ακόμη και κάποιοι πιγκουίνοι ρωσικής καταγωγής από την Αυστραλία…

Το τηλέφωνο χτυπούσε διαρκώς, μιλούσαμε με τις ώρες, πληρώνοντας σε συνάλλαγμα… Ξαφνικά όλοι ήθελαν να μιλήσουν, διάφοροι… Εκείνη την εποχή ο Αντρέι ήταν άρρωστος, πράγμα που μου είπαν ο Βλαντίμοφ και η Νατάσα… Του έκαναν ακτινοβολίες και, γενικά, τα νέα ήταν δυσάρεστα. Τότε τηλεφώνησα στον Γκορενστέιν, που ήταν συνεργάτης του. Ζούσε στο Βερολίνο. Με ρώτησε: «Είναι αλήθεια ότι ο Αντρέι είναι πολύ άσχημα;» Του απάντησα: «Δυστυχώς, είναι αλήθεια» – στη βάση των πληροφοριών που είχα. «Γιατί τότε μάλωσε μαζί μου;«. Ιδού μια εκπληκτική λογική. Υπάρχει κι αυτή όμως.

Δεν έγιναν πραγματικοί φίλοι… Κάτι δεν πήγε καλά, κάποια παρεξήγηση, αν το καλοσκεφτείς, μα δεν μπορείς να το διορθώσεις πια…

Μια φορά, αφού είχε πεθάνει ο Αντρέι κι άρχισαν να δημοσιεύουν τα πάντα, έλαβα μία απάντηση: δημοσίευσαν σημειώσεις, παρατηρήσεις, όπως κάνουν με τους κλασσικούς, όπου ψάχνουν μα βρουν μια θυμωμένη αράδα: «Δεν θέλω να πάω πουθενά, να δω κανέναν… Και λοιπόν, θα πάω στο Κεντρικό Οίκο Λογοτεχνίας και συναντήσω τον μεθυσμένο Μπίτοφ… Δεν θα πάω».

Προσβλητική αράδα. Δίκαιη.

Η αλήθεια είναι ότι ήμουν φίλος με τον πατέρα του. Δεν ήταν όμως ο Αντρέι. Ή όχι, αρχικά ήταν.

Για τον πατέρα όμως θα πρέπει να μιλήσω ξεχωριστά, το αξίζει. Όταν όμως κοιτούσα τον ΑρσένιΑλεξάντροβιτς, έναν ασυνήθιστα όμορφο άντρα, αναγνώριζα σε αυτόν την ασχήμια του Αντρέι. Θαρρείς και ο πατέρας ήταν γιος…

Όσον αφορά στη δόξα πάντως, έτσι ήταν. Ο ΑρσένιΑλεξάντροβιτς μου έδειχνε την ενότητα της δυναστείας του με την εύκολη συμπεριφορά του… Χωρίς πόδι κι ωστόσο πετούσε. Έμοιαζε με πουλί.

Επιπλέον, μου αρέσει το γεγονός ότι ο γιος αγαπούσε τον πατέρα. Κι εκείνοι οι στίχοι που ακούγονται στην οθόνη «Σαν τρελός με το ξυράφι στα χέρια…»

Τελικά, βρίσκονται στην τοποθεσία του Ταρκόφσκι, στο μέρος του Μπέργκμαν και κοιτάζω από στο ράφι τη μοναδική ταινία που υπάρχει. «Στάλκερ».

Ο Ταρκόφσκι ήταν μεγαλοφυΐα. Αυτό δεν σημαίνει πως όλα του τα έργα είναι αριστουργήματα. Μεγαλοφυΐα είναι η εξέλιξη μέχρι τον θάνατο (και σε αυτόν ακόμη. Και μετά.) Μια αδιάλειπτη γραμμή. Αδιάλειπτη.

Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης©

Δημοσιεύτηκε στο ειδικό αφιέρωμα για τον Αντρέι Ταρσκόφσκι στο τεύχος # 8 της Στέπας.

(Visited 1 times, 1 visits today)
Close