Written by 3:39 am Cinema

Αντρέι Πλάχοφ, Δύσκολες σχέσεις: για την αυτολογοκρισία του σκηνοθέτη

Αντρέι Ζβιάγκνιτσεφ

Ο Αντρέι Ζβιάγκνιτσεφ είναι ένας από τους πλέον σημαντικούς και διεθνώς αναγνωρισμένους Ρώσους σκηνοθέτες. Μετά από τις ταινίες «Λεβιάθαν» και «Χωρίς αγάπη», ξεκίνησε το σχεδιασμό των νέων του ταινιών. Ωστόσο, συνάντησε όχι μόνο την άρνηση της χρηματοδότησης από την πλευρά της πολιτείας, αλλά και την απροθυμία των ιδιωτών επενδυτών και παραγωγών να χρηματοδοτήσουν ταινίες που μπορούν να προκαλέσουν δυσάρεστες επιπτώσεις.

Φανταστείτε για λίγο: γίνεται γνωστό πως ο Στίβεν Σπίλμπεργκ δεν μπορεί να γυρίσει κάποια από τις ταινίες του, γιατί όλοι οι παραγωγοί αρνούνται να δουλέψουν μαζί του, φοβούμενοι μήπως ο σκηνοθέτης θίξει κάποια πολύ οδυνηρά ζητήματα. Όχι, θα πείτε, αυτό είναι αδύνατο, γιατί ο Σπίλμπεργκ είναι ο ίδιος παραγωγός, δεύτερον, γιατί ποτέ δεν θίγει ιδιαίτερα οδυνηρά ζητήματα και τρίτον, η Αμερική, όπως και να το κάνουμε είναι μία ελεύθερη χώρα.

Ας υποθέσουμε λοιπόν πως δεν πρόκειται για την Αμερική, μα για την Ιταλία και δεν είναι ο Σπίλμπεργκ, αλλά, φερ’ ειπείν, ο Πάολο Σορεντίνο. Όταν άρχισε να δουλεύει μία ακόμη σειρά για τον Πάπα της Ρώμης, δέχτηκε τέτοια «πίεση» από το Βατικανό, ώστε όλοι οι «ανεξάρτητοι» παραγωγής έκαναν πως δεν τον γνώριζαν και τα επεισόδια της σειράς που είχαν ήδη ολοκληρωθεί πετάχτηκαν στον κάλαθο των αχρήστων.

Απίστευτο; Στο μεταξύ κάτι παρόμοιο συμβαίνει δίπλα μας με τον Αντρέι Ζβιάγκνιτσεφ. Οι ταινίες του, αρχής γενομένης από την «Επιστροφή» (2009) τιμήθηκαν με βραβεία φεστιβάλ και την αναγνώριση του κοινού. Ο «Λεβιάθαν» (2014) και το «Χωρίς αγάπη» (2017) ήταν, επιπλέον, υποψήφια για τα βραβεία Όσκαρ στην κατηγορία «Καλύτερης ξένης ταινίας», που θεωρείται ως η ύψιστη επαγγελματική αναγνώριση.

Η ταινία «Λεβιάθαν» όμως ήταν το κρίσιμο σημείο της σκηνοθετικής καριέρας, σημείο το οποίο δεν έγινε αμέσως αντιληπτό. Το Υπουργείο Πολιτισμού συμμετείχε στη χρηματοδότηση της ταινίας του Ζβιάγκνιτσεφ, αλλά ήταν το τελευταίο άστοχο βήμα, όταν το κράτος στήριξε «αντικρατική» και «ρωσοφοβική» ταινία.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο ερμήνευσαν πολλοί εκπρόσωποι του κατεστημένου την ταινία, παρόλο που αρχικά η υπόθεση αφορούσε τη ζωή στην Αμερική και η ταινία θα μπορούσε κάλλιστα να εκληφθεί ως μια παραβολή οικουμενικού χαρακτήρα. Το θέμα όμως ήταν ότι ήταν εξαιρετικά δυσάρεστη η ρωσική πραγματικότητα και οι λεπτομέρειες. Η τελική, γεμάτη σαρκασμό σκηνή στο ναό, ο οποίος είχε χτιστεί «όχι από εκείνους που έπρεπε, όχι εκεί που έπρεπε και όχι για το λόγο που έπρεπε», βρισκόταν σε μία γκροτέσκο αρμονία με την ιερή ερώτηση που είχε τεθεί πριν από τριάντα χρόνια στην «Μετάνοια» του Αμπουλάτζε: «Τι να τον κάνουμε τον δρόμο αν δεν καταλήγει στο ναό;» Ας μην ξεχνάμε πως ήταν το 2014, χρονιά που έγινε η απότομη στροφή προς τον συντηρητισμό.

Η επόμενη ταινία ήταν το «Χωρίς αγάπη», την οποία ο Ζβιάγκνιτσεφ με παραγωγό τον Αλεξάντρ Ροντιάνσκι, ολοκλήρωσαν χωρίς κρατική χρηματοδότηση, αλλά με ιδιωτικά κεφάλαια. Η ταινία δεν προκάλεσε τόσο θυελλώδεις αντιδράσεις, όπως ο «Λεβιάθαν» και έτσι θα μπορούσε ο σκηνοθέτης να προγραμματίσει τα νέα του σχέδια. Τον Νοέμβριο του 2018 ανακοινώθηκε πως ο «Αντρέι Ζβιάγκνιτσεφ θα γυρίσει ταινία για πολιορκία του Λένινγκραντ», πράγμα που επιβεβαίωσε ο ίδιος ο σκηνοθέτης στη συνέντευξη που παραχώρησε στο κανάλι του Youtube «Еще не Познер». Η ταινία θα ήταν σπονδυλωτή και θα αφορούσε τρεις νουβέλες. Παρά το γεγονός ότι δεν είχε μεγάλες πολεμικές σκηνές, ο προϋπολογισμός ήταν μεγάλος και αντιστοιχούσε σε παραγωγές ιστορικών ταινιών.

Ωστόσο, για κάποιο μυστηριώδη λόγο, προφανώς κάθε άλλο παρά εμπορικού χαρακτήρα, το σχέδιο δεν ευοδώθηκε. Αυτό προκάλεσε τη ρήξη στις σχέσεις του Ζβιάγκνιτσεφ με τον παραγωγό Ροντιάνσκι και ο σκηνοθέτης ξεκίνησε τη συνεργασία του με άλλο παραγωγό, τον Ιλιά Σιούαρτ. Το σχέδιο για την ταινία με θέμα την πολιορκία του Λένινγκραντ δεν κατάφερε να ζωντανέψει ξανά, στη θέση του όμως ανακοινώθηκε ένα νέο. Τον Σεπτέμβριο του 2019 η εταιρεία του Ιλιά Στιούαρτ Hype Film ανακοίνωσε πως ο Αντρέι Ζβιάγκνιτσεφ ξεκίνησε τις προετοιμασίες για τα γυρίσματα ενός νέο, προς το παρόν χωρίς τίτλο, δράματος, κεντρικός ήρωας του οποίου θα ήταν ένας συμπατριώτης μας, εύπορος μεσήλικας, ιδιοκτήτης σπιτιού στη Μεσόγειο. Ο ίδιος ο Ζβιάγκνιτσεφ, χωρίς να αποκαλύψεις λεπτομέρειες του σεναρίου, άφησε να εννοηθεί πως θα είναι μία ταινία «για εκείνο που σήμερα ανησυχεί και αφορά τους πάντες» αλλά και «για εκείνο που δεν μιλάει κανείς». Ο ίδιος ο Στιούαρτ, μάλιστα, δήλωσε πως ο Ζβιάγκνιτσεφ έχει πιάσει το πνεύμα της εποχής.

Στη συνέχεια ακούστηκαν φήμες σχετικά με τις περιπέτειες του κεντρικού ήρωα και για ένα γεγονός που μία ωραία ημέρα άλλαξε η τακτοποιημένη ζωή του. Το σενάριο εκτιμήθηκε πολύ από την επιτροπή αξιολόγησης του «Κινοπράιμ», του ιδιωτικού ιδρύματος κινηματογράφου που ίδρυσε ο Ρομάν Αμπραμόβιτς. Έγιναν σημαντικές δαπάνες για την προετοιμασία, είχαν ήδη επιλεγεί οι τοποθεσίες των γυρισμάτων στην Ισπανία, τα οποία έπρεπε να ξεκινήσουν την ερχόμενη άνοιξη. Και ξαφνικά όλα κατέρρευσαν: το ίδρυμα και παραγωγός αρνήθηκαν να συνεχίσουν τη συνεργασία.

Επιβεβαιώνοντας αυτό το γεγονός σε τηλεφωνική μας επικοινωνία, ο Αντρέι Ζβιάγκνιτσεφ δεν θέλησε να το σχολιάσει. Κατά πάσα πιθανότητα δεν έχει εξαντλητική ενημέρωση, η οποία θα μπορούσε να ερμηνεύσει την ξαφνικά «αποχώρηση» των παραγωγών και των επενδυτών. Θα πρέπει να σημειώσουμε πως επρόκειτο για μία διεθνή παραγωγή, στην οποία είχε επενδυθεί ένα σοβαρό ποσό ευρωπαϊκών επενδυτών. Εκκρεμούσε μόνο η ρωσική συμμετοχή, αλλά αυτή τη στιγμή αυτή ακριβώς η συμμετοχή είναι το μεγάλο ερώτημα. Ο διάσημος σκηνοθέτης, ουσιαστικά απέμεινε μόνος του με το πρόβλημα, το οποίο προσπαθεί να επιλύσει κατεπειγόντως, προκειμένου να γυριστεί η ταινία.

Η περίπτωση αυτή μας δείχνει γλαφυρά πως τα τελευταία πέντε χρόνια η τέχνη στη Ρωσία για άλλη μία φορά βρίσκεται υπό τον ασφυκτικό έλεγχο της λογοκρισίας. Της ίδια εκείνης λογοκρισίας, η οποία απαγορεύεται στο Σύνταγμα και δεν υπάρχει κανένας λόγος να αλλάξει αυτή η νομοθεσία: όλα λειτουργούν μία χαρά προς την κατεύθυνση που πρέπει.

Η ατμόσφαιρα που κυριαρχεί είναι εκείνη, στην οποία ο μηχανισμός της απαγόρευσης λειτουργεί αυτομάτως, σε επίπεδο αυτολογοκρισίας, διαφθείροντας εκ των έσω τη συνείδηση των παραγωγών, των επενδυτών και των ίδιων των κινηματογραφιστών.

Ο φόβος είναι ανορθολογικός και κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί ένα σενάριο όπου δεν τρώνε παιδιά και δεν ενθαρρύνουν τρομοκρατικές πράξεις, χθες ήταν απολύτως αποδεκτό, ενώ σήμερα είναι απαράδεκτο. Ξαφνικά όμως όλοι αντιλαμβάνονται πως υπάρχει ένα κατάλογος με ταμπού και είναι οφθαλμοφανείς οι κόκκινες γραμμές, τις οποίες κανείς δεν πρέπει να διασχίζει. Ποιος είπε ότι απαγορεύεται; Κανείς, απλά αιωρείται αυτή η «πληροφορία» στον αέρα. Σύμφωνα με τον Αντρέι Ζβιάγκνιτσεφ, «ο φόβος, ως γνωστόν, είναι η γλώσσα του διαβόλου, του βασικού παραγωγού δούλων και δουλικής συνείδησης». «Ο φόβος τρώει την ψυχή», αυτός ήταν ο τίτλος της διάσημης ταινίας του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ. Αναφερόταν στη Γερμανία, αλλά ο ορισμός αυτός είναι απολύτως ταιριαστός και για τη σημερινή Ρωσία.

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στη ρωσική εφημερίδα «Коммерсантъ» στις 21 Ιανουαρίου 2020.

Ευχαριστούμε τον Αντρέι Πλάχοφ για την καλοσύνη που είχε να το παραχωρήσει στην «Στέπα».

Ο Αντρέι Πλάχοφ (1950) είναι κριτικός και ιστορικός του κινηματογράφου, σχολιαστής της εφημερίδας «Коммерсантъ». Συμμετέχει ενεργά στην παγκόσμια κινηματογραφική σκηνή, είναι πρόεδρος της Διεθνούς Οργάνωσης Δημοσιογράφων Κινηματογράφου, διδάκτωρ Πολιτισμικής θεωρίας.

Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

(Visited 1 times, 1 visits today)
Close