Written by 5:55 am Διήγημα

Αντών Τσέχωφ Την Λαμπρή

Στεκόμουν στην όχθη του ποταμού Γκολτβά και περίμενα να έρθει από την απέναντι πλευρά το πορθμείο. Ενώ συνήθως το ποτάμι Γκόλτβα είναι ένα ποταμάκι σιωπηλό και σκεφτικό, που κυλάει λαμπερό μέσα από πυκνές πέτρες, τώρα μου φαινόταν σαν λίμνη ολόκληρη. Ξέχειλο από νερό, πλημμύρισε  τις δύο όχθες, βούλιαξαν τα γύρω περιβόλια κι οι  θημωνιές   και πάνω στο γάργαρο νερό στροβιλίζονταν κομμάτια ξύλου κι άχυρα, τα οποία στο μισοσκόταδο έμοιαζαν με ζοφερά βράχια.

Ο καιρός μου φαινόταν θαυμάσιος. Ήταν σκοτεινά, αλλά παρόλο αυτά μπορούσα να διακρίνω και τα δέντρα, και το νερό, και τους ανθρώπους … Η κόσμος φωτιζόταν απ’ τ’ αστέρια, τα οποία σκέπαζαν τον ουρανό. Δεν θυμόμουν να είχα δει ποτέ άλλοτε τόσα πολλά αστέρια. Στην κυριολεξία είχαν πλημμυρίσει τον ουρανό. Μπορούσες να δεις μεγάλα, σαν αυγό χήνας, αλλά και μικρά, σαν σπόρο σιναπιού … Σα γιορτινή παρέλαση είχαν κατακλύσει τον ουρανό, από το πιο μικρό ως το πιο μεγάλο, καθαρά, αναζωογονημένα, χαρούμενα και όλα, μέχρι το τελευταίο, λαμπίριζαν με τις αχτίδες του. Η αντανάκλαση του ουρανού έπεφτε πάνω στο νερό  τα αστέρια έπλεαν στον σκοτεινό βυθό και κουνιόνταν μαζί με τα ανάλαφρα χορταράκια του. Η ατμόσφαιρα ήταν ζεστή και ήρεμη … Κάπου μακριά, στην απέναντι όχθη, μέσα στο αδιαπέραστο σκοτάδι, φαίνονταν μερικές φωτεινές φλόγες …

Δυο βήματα μακριά από μένα φαινόταν μέσα στο σκοτάδι η φιγούρα ενός μουζίκου με ψηλό καπέλο και μια χοντρή ξύλινη μαγκούρα.

– Άργησε το πορθμείο, – είπα.

– Σε λίγο θα ‘ρθει, – μου απάντησε η φιγούρα.

– Κι εσύ το πορθμείο περιμένεις;

– Όχι, εγώ έτσι … – είπε μέσα απ’ τα δόντια του ο μουζίκος, – έτσι χαζεύω το θέαμα. Θα περνούσε απέναντι, αλλά δεν έχω το ταληράκι για το εισιτήριο.

– Θα σου δώσω εγώ.

– Όχι, φχαριστώ πολύ… Αντί να μου δώσεις το ταληράκι, καλύτερα εκεί στο μοναστήρι άναψε ένα κερί… Καλύτερα έτσι, ενώ εγώ θα σταθώ ‘δω λίγο ακόμα. Γιατί όμως δεν φάνηκε το πορθμείο ! Μήπως βούλιαξε !

Ο μουζίκος πλησίασε το νερό, έπιασε το παλαμάρι και φώναξε:

– Ιερώνυμε ! Ιερώνυμε !

Από την άλλη όχθη αντί γι’ απάντηση ακούστηκε ο χτύπος μιας μεγάλης καμπάνας. Ο ήχος ήταν πνιχτός, χαμηλός, ίδιος μ’ εκείνον που βγαίνει από την χοντρή χορδή ενός κοντραμπάσου  φάνηκε σα να μίλησαν βραχνιασμένα τα ίδια τα σκοτάδια. Την ίδια στιγμή ακούστηκε ο κρότος ενός πυροβόλου. Κύλησε στη σκοτεινιά και χάθηκε κάπου μακριά πίσω από την πλάτη μου. Ο μουζίκος έβγαλε το καπέλο του και σταυροκοπήθηκε:

– Χριστός Ανέστη, – είπε.

Στεπάν Φιοντόροβιτς Κολέσνικοφ (1879-1955)

Δεν είχαν ακόμη προλάβει να χαθούν στον αέρα τα κύματα του πρώτου χτύπου της καμπάνας, σαν ακούστηκε ένας δεύτερος, αμέσως μετά ένας τρίτος και τα σκοτάδια ταράχτηκαν από την ασυνήθιστη φασαρίά. Γύρω από τις κόκκινες φωτιές άναψαν καινούριες και όλοι μαζί άρχισαν να φωτίζουν.

– Ιερώνυμε ! – ακούστηκε μια πνιχτή διαπεραστική κραυγή.

– Από την πέρα όχθη φωνάζουν, – είπε ο μουζίκος.- Πάει να πει ότι δεν έχει πορθμείο. Τον Ιερώνυμο θα τον πήρε ο ύπνος.

Οι φωτιές και ο μπάσος χτύπος της καμπάνας μ έκαναν να μανιάσω … Είχα αρχίσει να χάνω την υπομονή μου και να ανησυχώ, αλλά τελικά, κοιτάζοντας στο βάθος, είδα τη φιγούρα κάποιου που έμοιαζε με αγχόνη. Ήταν το πορθμείο που τόσο πολύ περίμενα. Έπλεε τόσο σιγά που αν δεν φαινόταν η μετακινούμενη σκιά του, τότε θα μπορούσε να νομίσει κανείς ότι παραμένει ακίνητο ή κατευθύνεται στην απέναντι όχθη.

– Γρήγορα Ιερώνυμε !- το φώναξε ο μουζίκος. Ο κύριος εδώ σε περιμένει πολλή ώρα.

Το πορθμείο κατέπλευσε στην όχθη, ταλαντεύτηκε τρίζοντας και σταμάτησε. Πάνω του, κρατώντας το παλαμάρι, στεκόταν ένας ψηλός άνθρωπος φορώντας μοναστικό ράσο κι ένα κωνικό καλυμμαύχι.

– Γιατί αργήσατε τόσο; – τον ρώτησα πηδώντας στο πορθμείο.

– Συμπαθάτε με για όνομα του Χριστού, – απάντησε ήρεμα ο Ιερώνυμος.

– Δεν υπάρχει άλλος;

– Κανείς….

Ο Ιερώνυμος άρχισε με τα δυο του χέρια να τραβάει το παλαμάρι, λύγισε το κορμί του σαν ερωτηματικό κι έκραξε. Το πορθμείο έτριξε και άρχισε να πλέει. Η φιγούρα του μουζίκου με το ψηλό καπέλο άρχισε σιγά – σιγά να απομακρύνεται, – αυτό σήμαινε ότι το πορθμείο είχε αρχίσει να πλέει προς την απέναντι όχθη. Ο Ιερώνυμος γρήγορα ίσιωσε το κορμί κι άρχισε να χρησιμοποιεί μόνο το ένα χέρι του. Μείναμε σιωπηλοί και κοιτούσαμε προς την όχθη που κατευθυνόμασταν. Εκεί άρχισε το «θέαμα», το οποίο περίμενε ο μουζίκος. Κοντά στην όχθη πάνω σε τεράστιες φωτιές έβραζαν μεγάλες, μαύρες από την πίσσα, χύτρες. Οι πυρακτωμένες χύτρες φώτιζαν με την φλόγα τους και τις μακριές ανθρώπινες σκιές  που διαγράφονταν γύρω από τις φωτιές: παρακάτω όμως, πέρα μακριά, από εκεί που ερχόταν ο μπάσος ήχος της καμπάνας, υπήρχε το γνωστό αδιαπέραστο σκοτάδι. Άξαφνα, διαπερνώντας τα σκοτάδια, με μια χρυσαφένια κορδέλα πέταξε προς τον ουρανό ένα πυροτέχνημα  ακολούθησε μια ελλειπτική τροχιά και σα να χτύπησε στον ουρανό, τρίζοντας διαλύθηκε σε σπίθες. Από την όχθη ακούστηκε ένας θόρυβος που από μακριά έμοιαζε με το «ουρά-α –α »

Λεονίντ Ιβάνοβιτς Σολομάτκιν (1837-1883)

– Τι όμορφα, – είπα.

– Μη το συζητάς, πανέμορφα! – είπε αναστενάζοντας ο Ιερώνυμος. – Είναι η νύχτα τέτοια κύριε μου ! Άλλες μέρες σημασία δεν θα ‘δινες στα πυροτεχνήματα, τώρα όμως κάθε πλάσμα χαίρεται. Από πού είστε;

Του είπα από πού είμαι.

– Μάλιστα … χαρούμενη η σημερινή μέρα ..- συνέχισε ο Ιερώνυμος με αδύναμη φωνή, σαν κι εκείνη που έχουν οι άρρωστοι που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης. – Χαίρονται και οι ουρανοί και η γη και η κόλαση. Γιορτάζει όλη η πλάση. Μόνο πείτε μου, καλέ μου κύριε, γιατί ο άνθρωπος παρόλη τη χαρά του να λησμονήσει δε μπορεί τη θλίψη του;

Μου φάνηκε ότι αυτό το τόσο αναπάντεχο ερώτημα  με προκαλούσε να αρχίσω μια από εκείνες τις «ατέρμονες» ψυχωφελείς συζητήσεις που τόσο πολύ αγαπούν να κάνουν  οι μοναχοί που πλήττουν κατά την διάρκεια των γιορτών. Δεν είχα καμιά διάθεση να πιάσω κουβέντα, γι αυτό και τον ρώτησε:

– Και ποια είναι η θλίψη σας πατερούλη;

– Συνηθισμένη, όπως σ’ όλους τους ανθρώπους, εξοχότατε καλέ μου κύριε, σήμερα όμως στο μοναστήρι έγινε κάτι πολύ θλιβερό: την ώρα της λειτουργίας, την ώρα του μνημόσυνου, πέθανε ο ιεροδιάκονος Νικολάι…

– Αυτό θα ‘ταν το θέλημα του Θεού !- είπα, μιμούμενος τον τόνο της φωνής των μοναχών. – Όλοι κάποτε πεθαίνουμε. Άλλωστε θα πρέπει να χαίρεστε…. Λένε πως όποιος πεθάνει το Πάσχα, πάει σίγουρα στον παράδεισο.

– Σωστό κι αυτό.

Σιωπήσαμε. Η φιγούρα του μουζίκου με το ψηλό καπέλο ενώθηκε με το περίγραμμα της όχθης που αφήσαμε πίσω μας. Οι πισσωμένες χύτρες φωτίζονταν ολοένα και πιο πολύ.

– Και η Γραφή αναφέρει ξεκάθαρα στην ματαιοδοξία του πένθους και την περισυλλογή. – είπε διακόπτοντας τη σιωπή του ο Ιερώνυμος. – Γιατί όμως η καρδιά μου θλίβεται και δεν ακούει τη λογική; Γιατί θέλει να κλάψει πικρά;

Ο Ιερώνυμος ανασήκωσε τους ώμους του, γύρισε προς τη μεριά μου και είπε βιαστικά:

– Αν πέθαινα εγώ ή κάποιος άλλος, ίσως και να περνούσε απαρατήρητο, βλέπεις όμως ο Νικολάι πέθανε ! Όχι κάποιος άλλος, αλλά ο Νικολάι! Δύσκολο ακόμη και να το πιστέψεις ότι δεν ζει πια! Στέκομαι εδώ πάνω στο πορθμείο και συνέχεια νομίζω πως τώρα θ’ ακούσω την φωνή του από την όχθη. Για να μην νιώθω μοναξιά στο πορθμείο ερχόταν πάντα στην όχθη και μου φώναζε. Επί τούτου γι’ αυτό τη νύχτα σηκωνόταν από το κρεβάτι του. Αγαθή ψυχή ! Θεέ μου, πόσο αγαθή και καλή ψυχή ήταν! Κανείς δεν ήταν έτσι όπως ήταν για μένα ο Νικολάι, ούτε μητέρα μου να ‘ ταν! Σώσε Κύριε την ψυχή του !

Ο Ιερώνυμος έπιασε το παλαμάρι αλλά την ίδια στιγμή στράφηκε προς εμένα.

– Καλέ μου κύριε, που να ξέρατε πόσο φωτεινό μυαλό ήταν! – είπε τραγουδιστά. – Πόσο λογικά και γλυκά μιλούσε ! Έτσι, ακριβώς όπως τώρα ψάλλουν στον όρθρο: «Ω, αγαπημένε ! Ω γλυκύτατη φωνή!» Εκτός από τα υπόλοιπα χαρίσματά του, είχε κι ένα τελείως ασυνήθιστο!

– Τι χάρισμα; – τον ρώτησα.

Ο μοναχός με κοίταξε και αφού σιγουρεύτηκε ότι μπορεί να μου εμπιστευτεί μυστικό, χαμογέλασε χαρούμενα.

– Είχε το χάρισμα να γράφει ακάθιστους …- είπε. – Σκέτο θαύμα, κύριέ μου, και όχι μόνο ! Θα μείνετε με το στόμα ανοιχτό σαν σας πω! Ο πατέρας αρχιμανδρίτης μας είναι από την Μόσχα,  ο πατέρας μας ο πνευματικός τελείωσε την Ακαδημία του Καζάν, έχουμε και ιερομόναχους μορφωμένους και γέροντες, βλέπετε όμως, δεν είχαμε κανένα που να μπορεί να γράφει, ενώ ο Νικολάι, ένας απλός μοναχός, ιεροδιάκονος, πουθενά ποτέ δεν σπούδασε αλλά ούτε κι είχε εμφάνιση μορφωμένου ανθρώπου, μπόρεσε κι έγραφε! Θαύμα ! Αληθινό θαύμα!

Ιβάν Βλαντίμιροβιτς Ναϊντέροφ (1872-1949)

Ο Ιερώνυμος κούνησε τα χέρια και έχοντας ξεχάσει τελείως το παλαμάρι, συνέχισε ενθουσιασμένος να λέει:

– Ο πατέρας μας ο πνευματικός δυσκολεύεται στο κήρυγμα  όταν έγραφε την ιστορία του μοναστηριού, κυνηγούσε όλη την αδελφότητα και φορές δέκα πήγε κι ήρθε στην πόλη, ο Νικολάι όμως έγραφε ακάθιστους ! Ακάθιστους ! Κι αυτό δεν είναι ούτε κήρυγμα, ούτε ιστορία.

– Είναι τόσο δύσκολο να γράψει κανείς ακάθιστους,- τον ρώτησα.

– Πολύ δύσκολα, – είπε κουνώντας το κεφάλι του ο Ιερώνυμος. – Χρειάζεται να έχεις και τη σοφία και την αγιοσύνη, αν δεν τα έχεις τίποτα δεν γίνεται. Οι μοναχοί που δεν ξέρουν, λένε πως χρειάζεται μόνο να ξέρεις τον βίο του αγίου και να έχεις μια γεύση από άλλους ακάθιστους, για να γράψεις κι εσύ. Δεν είναι σωστό αυτό, κύριέ μου. Φυσικά, όποιος γράφει ακάθιστους θα πρέπει να ξέρει με κάθε λεπτομέρεια τον βίο, μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια. Και φυσικά θα πρέπει να ξέρεις κι άλλους ακάθιστους, να ξέρεις πώς να γράψεις, που να βάλεις τι. Για παράδειγμα, θα σας πω, ότι το πρώτο κοντάκιο αρχίζει παντού και πάντα με το «ευλογητός» …. Η πρώτη γραμμή πρέπει να αρχίζει με τον άγγελο. Ο ακάθιστος προς τον Ιησού, εάν σας ενδιαφέρει αρχίζει με το «Αγγέλων δημιουργός και κύριος των δυνάμεων», στον ακάθιστο για την υπεραγία Θεοτόκο «Άγγελος πρωτοστάτης ουρανόθεν επέμφθη», στον άγιο Νικόλαο τον θαυματουργό «μορφή αγγέλου, της γήινης υπάρξεως» και λοιπά. Πάντα αρχίζει με τον άγγελο. Φυσικά, δίχως αυτό δεν μπορείς να καταλάβεις  το πιο βασικό, που δεν υπάρχει ούτε στον βίο του αγίου, ούτε στα αντίστοιχα απολυτίκια και λοιπά, αλλά στην ομορφιά και την γλυκύτητα. Θα πρέπει όλα να είναι σύντομα, καλοβαλμένα και ουσιαστικά. Θα πρέπει κάθε αράδα να έχει τρυφερότητα, πλαστικότητα και ευγένεια ώστε καμιά λέξη να μην ηχεί χοντροκομμένα, σκληρά ή άσχετα. Πρέπει να γράφεις έτσι ώστε η ψυχή του ανθρώπου που προσεύχεται να νιώσει την χαρά αλλά και την ανάγκη να κλάψει, την ίδια στιγμή που ο νους θα συγκινείται και θα αρχίσει να τρέμει. Στον ακάθιστο ύμνο προς την Θεομήτωρ λέει: «Χαίρε, ύψος δυσανάβατον ανθρωπίνοις λογισμοίς  χαίρε, βάθος δυσθεώρητον και Αγγέλων οφθαλμοίς». Σ’ ένα άλλο σημείο αυτού του ακάθιστου λέει: «Χαίρε δένδρον αγλαόκαρπον, εξ ου τρέφονται πιστοί   χαίρε, ξύλον ευσκιόφυλλον, υφ’ ου σκέπτονται πολλοί».

Ο Ιερώνυμος σαν να τρόμαξε από κάτι ή να ντράπηκε, σκέπασε το πρόσωπό του με τα χέρια του και κουνούσε το κεφάλι του.

– Δένδρον αγλαόκαρπον….  ξύλον ευσκιόφυλλον… – ψιθύρισε. – Άντε να βρεις τέτοιες λέξεις! Να δώσει όμως ο Θεός τέτοια ικανότητα ε ! Για να αποφύγει τις πολλές λέξεις και σκέψεις τις στριμώχνει όλες σε μια λέξη και παρόλα αυτά θαυμάσια και συνετά. « Φωτοδόχος λαμπάδατοις εν σκότοις» λέει στον ακάθιστο προς τον Ιησού τον Πεφιλημένο Φωτοδόχος. Τέτοια λέξη δεν υπάρχει ούτε στην καθομιλουμένη, ούτε στα βιβλία, αυτός την σκέφτηκε, με το μυαλό του ! Εκτός από την πλαστικότητα και την ευηχία, θα πρέπει ακόμη κάθε στροφή να στολίζεται με κάθε τρόπο ώστε και άνθη να έχει και ικεσία αγέρα και ήλιο και όλα τα πράγματα του κόσμου του ορατού. Κάθε αναφώνηση θα πρέπει να είναι έτσι γραμμένη ώστε να ξεχωρίζει το βασικό για τους ακροατές. «Χαίρε,  εύοσμον ρόδον» – λέει στον ακάθιστο του αγίου Νικολάου του Θαυματουργού. Δεν λέει απλά «ρόδον» αλλά «ρόδον εύοσμον…..» ! Έτσι και όμορφα για τ’ αυτί είναι αλλά και μεγαλοπρεπές. Έτσι έγραφε και ο Νικολάι ! Έτσι ακριβώς ! Δεν μπορώ καν να σου πω με λόγια πως έγραφε !

– Ναι, σ’ αυτή την περίπτωση είναι κρίμα που πέθανε, – είπα. – Παρόλα αυτά όμως παππούλη άντε να πάμε γιατί έχω αργήσει….

Ο Ιερώνυμος σηκώθηκε κι έτρεξε ν’ αρπάξει το παλαμάρι. Στην όχθη είχαν ήδη αρχίσει να χτυπάνε όλες οι καμπάνες.  Πιθανόν, κοντά στο μοναστήρι να περούσε η λιτανεία γιατί όλο το σκοτάδι γύρω από τις πισσωμένες χύτρες ήταν τώρα πια γεμάτο με κινούμενες φλόγες.

– Ο Νικολάι είχε εκδώσει τους ακάθιστούς του; – ρώτησα τον Ιερώνυμο

– Πού να τους τυπώσει; – είπε αναστενάζοντας. – Δύσκολο ήταν, άλλωστε γιατί να το κάνει; Στο μοναστήρι κανείς δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτά. Δεν τους αρέσουν. Ήξεραν ότι ο Νικολάι γράφει, αλλά δεν του έδιναν σημασία. Τώρα πια, κύριέ μου, κανείς δε σέβεται τα νέα βιβλία!

– Το έβλεπαν με προκατάληψη;

– Ακριβώς. Αν ήταν όμως ο Νικολάι στάρετς*,  τότε, παρακαλώ, μπορεί όλη η αδελφότητα να τον κολάκευε, βλέπεις όμως δεν ήταν ούτε σαράντα χρονών. Υπήρχαν ορισμένοι που τον χλεύαζαν κι έλεγαν ότι αυτά που γράφει είναι αμαρτία.

– Για ποιο πράγμα έγραφε;

Αλεξάντρ Εντουάρντοβιτς Γιανίν (1958)

– Πιο πολύ απ’ όλα έγραφέ ακάθιστους. Απ’ όλη την αδελφότητα μόνο εγώ διάβαζα του ακάθιστούς του. Πήγαινα να τον βρω προσεκτικά, για να μη με δουν οι άλλοι, χαιρόταν αυτός που έδειχνα ενδιαφέρον. Με αγκάλιαζε, μου χάιδευε το κεφάλι, μου ‘λεγε λόγια τρυφερά, λες κι ήμουν παιδί μικρό. Κλείδωνε το κελί, καθόταν δίπλα μου κι άρχιζε να διαβάζει …

Ο Ιερώνυμος άφησε το παλαμάρι και με πλησίασε.

– Εμείς μ’ αυτόν κάτι σαν φίλοι ήμασταν, – ψιθύρισε κοιτάζοντάς με τα φωτεινά του μάτια. – Όπου πήγαινε αυτός κι εγώ μαζί. Αν δεν πήγαινα στεναχωριόταν. Μ’ αγαπούσε περισσότερο απ’ όλους, κι αυτό γιατί διάβαζα τον ακάθιστούς του κι έκλαιγα. Συγκινούμε όταν τα θυμάμαι όλα αυτά! Τώρα είμαι σαν ορφανό ή χήρα. Ξέρετε, στο μοναστήρι μας ο κόσμος είναι καλός, αγαθός, ευσεβής, κανείς όμως δεν είναι τρυφερός και λεπτός, όλοι τους είναι απλοί άνθρωποι. Μιλάνε δυνατά όταν περπατάνε, χτυπούν τα πόδια τους, βήχουν, ενώ ο Νικολάι πάντα μιλούσε σιγανά, τρυφερά, κι αν έβλεπε ότι κάποιος κοιμόταν ή προσευχόταν, τότε θα προσπερνούσε σαν ποντίκι ή κουνούπι. Το πρόσωπό του ήταν ευγενικό, συμπονετικό …

Ο Ιερώνυμος αναστέναξε βαθιά κι έπιασε το παλαμάρι. Πλησιάζαμε ήδη στην όχθη. Μέσα από το σκοτάδι και την ησυχία του ποταμιού σταδιακά μπαίναμε στο μαγεμένο βασίλειο, γεμάτο ομίχλη όπου λαμπύριζε  το φως και οι αχτίνες γάμα. Γύρω από τις πισσωμένες χύτρες, φαινόταν πια καθαρά, άνθρωποι κινούνταν. Το αντιφέγγισμα της φωτιάς έδινε στα κόκκινα πρόσωπά και τις φιγούρες του μια παράξενη, σχεδόν υπερφυσική, έκφραση. Που και που μεταξύ των κεφαλιών και των προσώπων, ξεχώριζαν οι μουσούδες των αλόγων, ακίνητες σα γλυπτά από κόκκινο χαλκό.

– Τώρα θα ψάλλουν τον πασχάλιο κανόνα … , – είπε ο Ιερώνυμος, – έφυγε ο Νικολάι, κανείς πια δεν ενδιαφέρεται για λεπτομέρειες … Γι’ αυτόν πιο γλυκό από το γράψιμο ήταν αυτός ο κανόνας. Υπήρχαν φορές που καθόταν κι έψαχνε κάθε του λέξη ! Να θα πάτε κει κύριέ μου κα θα δείτε τι ψάλλουν: πιάνεται η ψυχή σου !

– Εσείς δεν θα πάτε στην εκκλησία;

– Δεν μπορώ …. Πρέπει να δουλέψω το πορθμείο…

– Δεν θα σας αντικαταστήσει κανείς;

– Δε ξέρω… Από τις εννιά η ώρα έπρεπε να μ’ αντικαταστήσουν, αλλά όπως βλέπετε, δεν το ‘χουν κάνει. Θα ‘θελα όμως, για να λέμε την αλήθεια, να πάω στην εκκλησία…

– Είστε μοναχός;

– Μάλιστα … δηλαδή δόκιμος.

Το πορθμείο χτύπησε στην όχθη και προσάραξε. Έδωσα ένα ταληράκι στον Ιερώνυμο για την μεταφορά και πήδηξα στη γη. Αμέσως ένα αμάξι που οδηγούσε ένα μικρό αγόρι με μια κοιμισμένη γυναίκα μπήκε μέσα στο πορθμείο. Ο Ιερώνυμος, φωτισμένος ελαφρά από το φως των φωτιών, ζεύτηκε το παλαμάρι, έσκυψε και άρχισε να τραβάει το πορθμείο…

Έκανα μερικά βήματα μέσα στη λάσπη, αλλά στη συνέχεια ακολούθησα ένα μαλακό, φρεσκοπατημένο μονοπάτι. Το μονοπάτι αυτό οδηγούσε στις σκοτεινές πύλες του μοναστηριού που έμοιαζαν με μαύρες κόγχες, μέσα από ένα σύννεφο καπνού, μέσα από ένα άτακτο πλήθος ανθρώπων, ξεσελωμένων αλόγων, αμαξιών, κάρων. Τα πάντα γύρω μου έβραζαν, ξεφυσούσαν, γελούσαν και παντού έπεφτε το πορφυρό χρώμα και οι λεπτές τουλίπες του καπνού …. Σκέτο χάος! Μέσα σ’ αυτή την κοσμοσυρροή κάποιοι έβρισκαν χώρο να στήσουν το πρόχειρο εμπόριό τους πουλώντας κουλούρια!

Από την άλλη πλευρά του τείχους, στο περιβόλι, δεν ακουγόταν θόρυβος όπως εδώ, αλλά οι ψαλμωδίες και η τάξη ήταν μεγαλύτερη. Εδώ μύριζε λιβάνι και κέδρο. Μιλούσαν δυνατά, αλλά δεν ακούγονταν γέλια και ξεφυσήματα. Γύρω από τους τάφους και τους σταυρούς στριμώχνονταν ο ένας δίπλα στον άλλο άνθρωποι κρατώντας τσουρέκια και ζεμπίλια. Απ’ ότι φαίνεται οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήρθαν για να πάρουν ευλογία για τα τσουρέκια τους από πολύ μακριά και ήταν κουρασμένοι. Πάνω στα χάλκινα ταψιά που ήταν τοποθετημένα στη σειρά από τις πύλες μέχρι την πόρτα του ναού, έτρεχαν αλαφιασμένοι χτυπώντας τα πόδια τους διάφοροι νεαροί δόκιμοι μοναχοί. Πάνω στο καμπαναριό κάποιοι φώναζαν κι έτρεχαν.

«Τι ανήσυχη νύχτα! – σκέφτηκα. Τι όμορφα που είναι!»

Έτσι, νόμιζα πως η ανησυχία και ο θόρυβος αυτός σκεπάζουν όλη τη φύση, αρχίζοντας από το σκοτάδι της νύχτας και τελειώνοντας με τα ταψιά, τους σταυρούς των τάφων και τα δέντρα, κάτω από τα οποία συνωστίζονταν άνθρωποι. Πουθενά όμως δεν υπήρχε τέτοια ένταση και ανησυχία, απ’ ότι άκουγα, όπως μέσα στο ναό. Στην είσοδο του ναού διαδραματιζόταν η ατελεύτητη μάχη  ανάμεσα στην άμπωτη και την παλίρροια. Άλλοι έμπαιναν, άλλοι έβγαιναν και σύντομα ξαναγύριζαν να σταθούν για λίγο και πάλι να μετακινηθούν. Οι άνθρωποι περιφέρονταν από μέρος σε μέρος, στριμώχνονταν σα να έψαχναν κάτι. Το κύμα ξεκινάει από την είσοδο και διατρέχει όλο το ναό, η ανησυχία φτάνει μέχρι τις πρώτες σειρές, εκεί όπου στέκονται άνθρωποι σοβαροί κι επίσημοι. Ούτε λόγος να γίνεται ότι κάποιος μπορεί να συγκεντρωθεί στην προσευχή. Κανείς δεν προσεύχεται, το μόνο που υπάρχει είναι μια γενική, παιδικά ανεύθυνη χαρά, που ψάχνει αφορμή να βγει στην επιφάνεια και να εκδηλωθεί έστω κι έχει την μορφή της αταξίας, της ζαβολιάς και της κοσμοσυρροής.

Μπορίς Μιχαήλοβιτς Κουστόντιεφ (1878-1927)

Η ίδια ασυνήθιστη ακινησία γίνεται αντιληπτή και στην πασχάλια λειτουργία. Οι βασιλικές θύρες του ναού είναι ορθάνοιχτες, στον αέρα γύρω από τον πολυέλαιο ίπτανται πυκνά σύννεφα καπνού που βγαίνει από τα κεριά  όπου κι αν κοιτάξεις παντού βλέπεις φλόγες, λάμψη κι ακούς το τρίξιμο που κάνουν τα κεριά λιώνοντας…. Είναι αδύνατον ν’ ακούσεις τα λόγια από τις ψαλμωδίες  το ψάλσιμο είναι βιαστικό και χαρούμενο αλλά δεν ακούγεται καλά  μετά από κάθε ψαλμό ο κλήρος αλλάζει κορώνες και βγαίνει να ευλογήσει το πλήρωμα, πράγμα που επαναλαμβάνεται σχεδόν κάθε δέκα λεπτά.

Δεν πρόλαβα να βρω θέση, όταν το πλήθος που ήταν μπροστά μου όρμησε και ένα κύμα του μ’ έριξε πίσω. Μπροστά μου ήρθε ένας ψηλός και γεροδεμένος διάκος με μια μεγάλη κόκκινη λαμπάδα  πίσω του βιαστικά, κρατώντας ένα καντήλι στο χέρι ένας αδύνατος αρχιμανδρίτης που φορούσε μια χρυσή κορώνα το κεφάλι του. Όταν τους έχασα από τα μάτια μου, το πλήθος με έσπρωξε και βρέθηκα στην προηγούμενη θέση μου. Δεν πέρασαν όμως ούτε δέκα λεπτά όταν ένα κύμα με παρέσυρε και βρέθηκα πάλι εκεί. Αυτή τη φορά όμως πέρασε από μπροστά μας ο πνευματικός του ναού, εκείνος ο οποίος, σύμφωνα με τα λόγια του Ιερώνυμου, έγραφε την ιστορία του μοναστηριού.

Από τη στιγμή που έγινα ένα με το πλήθος κι είχα την ίδια μ’ εκείνο χαρούμενη διάθεση, άρχισα να συμπονάω βαθιά τον Ιερώνυμο. Γιατί δεν τον αλλάζουν; Γιατί να μην πάει στο πορθμείο κάποιος με λιγότερη ευαισθησία ;

«Άρον κύκλω τους οφθαλμούς σου, Σιών και ίδε » – έψαλλε ο κλήρος, – ίδου γαρ ήκασι σοι θεοφεγγείς ως φωστήρες εκ δυσμών και βορρά και θαλάσσης και εώας τα τέκνα σου, εν σοι ευλογούντα Χριστόν εις τους αιώνας»

Κοίταξα τα πρόσωπα γύρω μου. Όλα είχαν εκείνη τη ζωντανή θριαμβευτική έκφραση  δε υπήρχε ούτε ένας άνθρωπος που να μην ακούει, να μην προσέχει, τα λόγια των ψαλμών, δεν υπήρχε κανείς που να είχε «πιαστεί η ψυχή του». Γιατί δεν αλλάζουν τον Ιερώνυμο; Φανταζόμουν τον Ιερώνυμο υπάκουα να στέκεται κάπου κοντά στον τοίχο, σκυμμένο να ακούει διψασμένα την ομορφιά της ιερής φράσης. Με όλα αυτά που τώρα προσπερνούσαν τα αυτιά των ανθρώπων που στέκονταν γύρω μου, αυτός θα πότιζε την διψασμένη του ψυχή, θα χόρταινε από την έκσταση και δεν θα υπήρχε στο ναό άνθρωπος άλλος πιο ευτυχισμένος απ’ αυτόν. Τώρα έπλεε πέρα δώθε στο σκοτεινό ποτάμι και θα ήταν θλιμμένος για τον νεκρό αδελφό του.

Πίσω μου ακούστηκε το κύμα. Ένας χοντρός, χαμογελαστός μοναχός, παίζοντας το κομποσκοίνι του και κοιτάζοντας προς τα πίσω, ήρθε προς το μέρος μου, κάνοντας δρόμο για να περάσει μια κυρία με καπέλο και βελούδινο παλτό. Πίσω από την κυρίά, κουβαλώντας πάνω από το κεφάλι του μία καρέκλα πήγαινε ένας υπηρέτης του μοναστηριού.

Βγήκα από το ναό. Ήθελα να δω το νεκρό Νικολάι, τον άγνωστο συντάκτη των ακάθιστων ύμνων. Κάθισε κοντά στον φράχτη της αυλής, όπου κατά μήκος του τοίχους ήταν η μακρά σειρά των μοναστικών κελιών, κοιτάζοντας μερικά παράθυρα και μη μπορώντας να δω τίποτα, γύρισα πίσω. Τώρα δε μετανιώνω που δεν είδα τον Νικολάι  αν το είχα δει μπορεί να είχα χάσει τη μορφή εκείνη που τώρα ζωγραφίζει η φαντασία μου. Αυτόν τον συμπαθητικό ποιητικό άνθρωπο, που έβγαινε τις νύχτες να φωνάζει στον Ιερώνυμο και ο οποίος γέμιζε τους ακάθιστούς του με άνθη, αστέρια και αχτίδες του ήλιου, μοναχικό που κανείς δεν τον καταλάβαινε. Τον φαντάζομαι ξερακιανό, χλωμό, με ανάλαφρα, ευγενικά και θλιμμένα χαρακτηριστικά. Στα μάτια του, κοντά στο νου, θα πρέπει να φωτιζόταν η τρυφερότητα και η μόλις συγκρατούμενη παιδική έκπληξη, την οποία διέκρινα στην φωνή του Ιερώνυμου, όταν μου παρέθετε αποσπάσματα από τους ακάθιστους.

Όταν μετά την λειτουργία βγήκαμε από το ναό, η νύχτα είχε χαθεί. Άρχιζε να ξημερώνει. Τα αστέρια έσβησαν και ο ουρανός είχε πάρει ένα χρώμα γκρίζο γαλαζωπό, μουντό. Τα χάλκινα ταψιά, οι τάφοι και οι χύτρες είχαν σκεπαστεί από το πρωινό πούσι. Στο αέρα γύρω μου ήταν αισθητή η φρεσκάδα. Πίσω από τον φράχτη δεν υπήρχε πια εκείνη η κίνηση, που είχα δει τη νύχτα. Άλογα και άνθρωποι φαινόταν κουρασμένοι, νυσταγμένοι, με το ζόρι μετακινούνταν, ενώ από τις πισσωμένες χύτρες απέμειναν μόνο κομμάτια μαύρης σκόνης. Όταν ο άνθρωπος είναι κουρασμένος και θέλει να κοιμηθεί, τότε νομίζει πως την ίδια κατάσταση βιώνει και η φύση. Νόμιζα πως τα δέντρα και το νεαρό χορτάρι κοιμόνταν. Νόμιζα, επίσης, ότι οι καμπάνες δεν χτυπούσαν πια τόσο δυνατά και χαρούμενα, όπως τη νύχτα. Η φασαρία τελείωσε και από την ταραχή το μόνο που έμεινε ήταν η κούραση, η νύστα και η ζέστη.

Τώρα πια μπορώ να δω και τις δύο όχθες του ποταμιού. Πάνω στους λόφους υπάρχει ένα μικρό στρώμα ομίχλης. Από το νερό αναδυόταν μια αίσθηση παγωνιάς και υγρασίας. Όταν πήδηξα μέσα στο πορθμείο πάνω του υπήρχε ένα αμαξάκι και καμία εικοσαριά άντρες και γυναίκες.. Το παλαμάρι, υγρό και όπως μου φάνηκε, νυσταγμένο, τραβούσε πέρα μακριά μέσα από το φαρδύ ποτάμι και σε ορισμένα σημεία χανόταν μέσα στην λευκή ομίχλη.

– Χριστός Ανέστη ! Υπάρχει άλλος; – , ρώτησε μια σιγανή φωνή.

Αναγνώρισα τη φωνή του Ιερώνυμου. Τώρα πια το σκοτάδι της νύχτας δεν με εμπόδιζε να δω καλά τον μοναχό. Ήταν ένας ψηλός, με στενού ώμους άνθρωπος, χρόνων τριάντα πέντε, με στρογγυλά χαρακτηριστικά προσώπου, με μισόκλειστα, ράθυμα μάτια και με αχτένιστη σγουρή γενειάδα. Το ύφος του ήταν ασυνήθιστα θλιμμένο και κουρασμένο.

– Δεν σας άλλαξαν ακόμη; – τον ρώτησα έκπληκτος.

– Εμένα; – ρώτησε, στρέφοντας προς το μέρος μου το κουρασμένο και σκεπασμένο με πούσι πρόσωπό του και χαμογέλασε.. – Μέχρι το πρωί δεν υπάρχει πια κανείς να μ’ αλλάξει. Όλα θα πάω να τα πω σε λίγο στον πατέρα αρχιμανδρίτη.

Αυτός κι ένας ακόμη μουζίκος με καπέλο από κόκκινη γούνα, που έμοιαζε με κάνιστρο σαν εκείνα που έχουν μέσα μέλι, έσκυψαν κι έπιασαν το παλαμάρι, κι άρχισαν να το τραβούν συντονισμένα, σε λίγο το πορθμείο τραντάχτηκε από τη θέση του.

Πλέαμε, διασχίζοντας την ράθυμα κινούμενη ομίχλη. Όλοι ήταν σιωπηλοί. Ο Ιερώνυμος μηχανικά δούλευε με το ένα χέρι του. Μας κοιτούσε για πολλή ώρα με τα ευγενικά, θλιμμένα μάτια του, μετά σταμάτησε το βλέμμα του στο ροζ προσωπάκι μια μελαχρινής νεαρής εμπόρισσας, η οποία στεκόταν κοντά μου και σιωπηλά αφηνόταν στην αγκαλιά της ομίχλης που την περικύκλωνε. Δεν τράβηξε τα μάτια του από το πρόσωπό της μέχρι το τέλος της διαδρομής.

Σ’ αυτό το επίμονο βλέμμα δεν υπήρχε τίποτα το αντρικό. Νομίζω πως στο πρόσωπο της γυναίκας ο Ιερώνυμος αναζητούσε τις ευγενικά και τρυφερά χαρακτηριστικά του φίλου του που είχε πεθάνει.

* Στάρετς: γέροντας μοναχός που απολάμβανε ιδιαίτερου σεβασμού μεταξύ μοναχών και λαϊκών για την σοφία και την αγιοσύνη του. (σ.τ.μ)

Μετάφραση από τα Ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης©

(Visited 1 times, 1 visits today)
Close