Written by 8:33 am Διήγημα

Αρκάντι και Μπορίς Στουργκάτσκι Φτωχοί κακοί άνθρωποι

Ο τσάρος ήταν γυμνός. Καθόταν σαν φτωχός χαζούλης στο παζάρι, έχοντας απλώσει τα μελανιασμένα, πρησμένα πόδια του, ακουμπώντας την πλάτη του στον παγωμένο τοίχο. Έτρεμε με κλειστά μάτια και διαρκώς προσπαθούσε να ακούσει κάτι, μα είχε ησυχία γύρω του.

Ξύπνησε τα μεσάνυχτα εξαιτίας ενός εφιάλτη που είδε στον ύπνο του και αμέσως κατάλαβε πως έφτασε το τέλος του. Κάποιος ροχάλιζε και χτυπιόταν πίσω από την πόρτα της κρεβατοκάμαρας, ακούστηκαν βήματα, το τρίξιμο της σιδεριάς και το μεθυσμένου μουρμουρητό του θείου Μπατ, της Αυτού υψηλότητας: «Για παραμέρισε, άφησε με να περάσει, έλα μωρέ, άσε με… Σπάσ’ την την στέρφα, τι γίνεται…» Μουσκεμένος από την παγωμένο ιδρώτα, κατέβηκε αθόρυβα από το κρεβάτι, άρπαξε κάτι από το μυστικό ντουλάπι και εκτός εαυτού άρχισε να τρέχει στον υπόγειο διάδρομο. Ο ήχος των ξυπόλυτων ποδιών του έμοιαζε με φτάρνισμα, ποντίκια κυκλοφορούσαν, μα εκείνη την στιγμή δεν πρόσεχε τίποτα, μα τώρα, καθισμένος μπροστά στον τοίχο, τα θυμόταν όλα: και το σκοτάδι, και τους παραμορφωμένους τοίχους, και τον πόνο τη στιγμή που το κεφάλι του χτύπησε στην κλειδωμένη πόρτα του ναού, και τη δική του τρομερή κραυγή.

Εδώ δεν θα μπουν, σκέφτηκε. Εδώ δεν θα μπει κανείς. Παρά μόνο αν προστάξει ο ίδιος ο τσάρος. Και ο τσάρος δεν πρόκειται ποτέ να δώσει τέτοια διαταγή… Χαχάνισε υστερικά. Όχι, σίγουρα ο τσάρος δεν πρόκειται να δώσει τέτοια διαταγή! Μισόκλεισε προσεκτικά τα μάτια του κι είδε τα μελανιασμένα, άτριχα πόδια του με τα πληγωμένα γόνατα. Είμαι ακόμη ζωντανός, σκέφτηκε. Και θα ζήσω κι άλλο, γιατί δεν θα μπουν εδώ.

Όλα μέσα στο ναό ήταν μπλε εξαιτίας του ψυχρού φωτός που έριχναν τα καντηλέρια, τα οποία έμοιαζαν με ψηλόλιγνες σωλήνες που έφταναν μέχρι το ταβάνι. Στη μέση ήταν ο υπερυψωμένος Θεός, μεγάλος, στιβαρός, με λαμπερά νεκρά μάτια. Ο τσάρος για ώρα πολλή κοιτούσε με χαμένο βλέμμα, μέχρι που ξαφνικά ένα λιπόσαρκο παπαδοπαίδι τον έκρυψε, ήταν ένα μυξιάρικο παιδάκι. Με ανοιχτό στόμα ξυνόταν, στεκόταν μπροστά του και κοιτούσε τον γυμνό τσάρο. Η τσάρος έκλεισε για άλλη μία φορά τα μάτια του. Το κάθαρμα, σκέφτηκε, φίδι κολοβό, θα με τυλίξει ο άθλιος και θα με ρίξει στα σκυλιά να με φάνε… Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε πως δεν θυμόταν το ναό κατά πως έπρεπε, μα ήταν σίγουρος που όταν μπήκε το παπαδοπαίδι δεν υπήρχε. Ήταν μυξιάρικο, αδύνατο πολύ… Δεν πειράζει, θα το θυμάμαι. Όλα θα τα θυμάμαι, θείε Μπερ, εξοχότατε. Όταν ήταν εδώ ο πατερούλης, καθόταν σε μία γωνίτσα, έπινε με την ησυχία του και καλοπερνούσε, φοβόταν όμως να βρεθεί μπροστά του, γιατί ήξερε πως ο τσάρος δεν είχε ξεχάσει την άθλια προδοσία του…

Μέγας ήταν ο πατέρας, σκέφτηκε με τον συνήθη πλέον φθόνο του ο τσάρος. Μεγάλος γίνεσαι μόνο αν έχεις συμβούλους ενσαρκωμένους του αγγέλους του Θεού. Όλοι ξέρουν, όλοι τους έχουν δει: οι μορφές τους είναι τρομακτικές, λευκές σαν γάλα, τα ρούχα είναι έτσι που δεν ξέρει αν είναι γυμνοί ή όχι… Και τα βέλη τους ήταν φλεγόμενα, λες κι ήταν αστραπές, μ’ αυτά τα βέλη κυνήγησαν τους νομάδες. Παρόλο που τα πετούσαν στον ουρανό, η μισή Ορδή τρομοκρατήθηκε και το βαλε στα πόδια. Ο θείος Μπατ, η Αυτού Υψηλότητά του, κάτι μουρμούρισε, λέγοντας μεθυσμένος πως εκείνα τα βέλη μπορεί ο καθένας να τα πετάξει, πως απλά χρειάζονται ειδικές χορδές, τις οποίες έχουν οι άγγελοι και πως καλό θα ήταν να τις πάρουν απ’ αυτούς. Είπε ακόμη, μεθυσμένος καθώς ήταν, ότι αφού είναι καλό να τις πάρουν, ας της πάρουν, ποιο είναι το πρόβλημα… Λίγο αργότερα όμως μετά από αυτή τη συζήτηση που έγινε γύρω από το τραπέζι, ένας άγγελος έπεσε από τα τείχη στη τάφρο, γλίστρησε μάλλον. Δίπλα του στην τάφρο βρήκαν τον σωματοφύλακα του πατερούλη με ένα βέλος καρφωμένο στην ωμοπλάτη του. Σκοτεινή υπόθεση ήταν, πολύ σκοτεινή… Πάλι καλά που ο λαός των αγγέλων δεν παραπονέθηκε ποτέ, ήταν τρομακτική η όψη τους. Και παρόλο που κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό που τρομοκρατούσε περισσότερο στην όψη τους, οι άγγελοι ήταν άνθρωποι χαρωποί και φιλικοί. Μόνο τα μάτια τους ήταν πολύ τρομακτικά. Μικρά ήταν, λαμπερά και όλο κοιτούσαν γύρω τους… δεν ήταν μάτια ανθρώπινα αυτά, δεν ήταν του κόσμου τούτου. Έτσι, ο λαός σώπαινε, παρόλο που ο πατέρα τους, ο τσάρος Κορόιδο, του είχε παραχωρήσει την ελευθερία, μα ντρεπόταν… να τ πουν, ο πατερούλης πριν το Πραξικόπημα, λένε, πως ήταν σαγματοποιός. Στη συνέχεια, ο ίδιος προσωπικά, όταν άκουγε τέτοιες συζητήσεις, τους έβγαζε τα μάτια και τους έραβε τα αυτιά. Θυμάμαι όμως πως μερικές φορές, όταν άρχιζε να σουρουπώνει, καθόταν στο κατώφλι του Κρυστάλλινου Πύργου, κι άρχιζε να ράβει δέρματα, εικόνα που ήταν πολύ ευχάριστη. Καθόμουν κι εγώ εκεί κοντά του, σχεδόν δίπλα του κι ήταν ζεστά και άνετα… Στα δώματα οι άγγελοι τραγουδούσαν, ήρεμα και γαλήνια, ο πατερούλης τους σιγόνταρε, ήξερε βλέπετε τη γλώσσα τους. Και τότε, ξαφνικά, γύρω του ερήμωναν όλα, δεν υπήρχε κανείς… όχι όπως τώρα που σε κάθε βήμα βλέπεις φρουρούς, χωρίς κανένα όφελος…

Ο τσάρος αναστέναξε πικρά. Ναι, ο πατερούλης ήταν καλός, μόνο που έκανε πολύ καιρό να πεθάνει. Δεν είναι σωστό αυτό όμως όταν έχεις γιο εν ζωή… Αφού κι ο γιος τσάρος είναι. Θέλει κι αυτός να πάρει την εξουσία… Ο Κορόιδος όμως δεν έλεγε να γεράσει, είχα πια περάσει τα πενήντα κι εκείνος έμοιαζε νεότερος από εμένα… Οι άγγελοι, προφανώς, είχαν υπέρ αυτού μεσιτεύσει στο Θεό… Τον παρακάλεσαν γι’ αυτόν και λησμόνησαν τον εαυτό τους. Λένε πως τον δεύτερο, τον πήγαν στα πατρικά δώματα, σε κάθε χέρι του κρατούσε μία σφεντόνα, μα δεν άρχισε να χτυπάει, λένε μάλιστα πως λίγο πριν πεθάνει πέταξε τις δύο σφεντόνες από το παράθυρο κι εκείνες έπεσαν βγάζοντας μια μπλε φλόγα. Χάθηκαν χωρίς να αφήσουν ίχνη…. Κρίμα για τις σφεντόνες…Ο Κορόιδος όμως, λένε, πως έκλαιγε και ήπιε τόσο πολύ που παραλίγο να πεθάνει. Τότε ήταν που για πρώτη φορά όλα αυτά τα χρόνια της βασιλείας του με αναζήτησε, λένε πως με αγαπούσε, πως πίστευε σ’ εμένα…

Ο τσάρος μάζεψε τα γόνατά του κάτω από το πιγούνι του, αγκαλιάζοντας τα πόδια του. Και τι έγινε που πίστευε σ’ εμένα; Καλύτερα να ήξερε το μέτρο, να απαρνηθεί το θρόνο, όπως κάνουν οι άλλοι…. μα δεν ξέρω και δεν θέλω να ξέρω τίποτα. Ήταν απλά μία συζήτηση με το θείο, με την Αυτού Υψηλότητα. «Δεν γερνάει, μου είπε, ο Κορόιδος». – «Ναι, του απάντησα, και τι μπορείς να κάνεις όταν οι άγγελοι τον προστατεύουν;». Ο θείος τότε θύμωσε, το κάθαρμα και ψιθύρισε: «Οι άγγελοι δεν τραγουδούν πια εδώ τα τραγουδάκια τους». Και χωρίς καμία δικαιολογία, συνέχισε: «Και το σωστό είναι πως η αλήθεια τους φάνηκε, μόνο που δεν αφορούσε τους ανθρώπους». Ο θείος με κοίταξε νηφάλια κι έφυγε αμέσως… Εγώ δεν είπα τίποτα… Απλά λόγια, χωρίς νόημα… Μία εβδομάδα αργότερα πέθανε ο Κορόιδος από έμφραγμα. Και λοιπόν; Είχε φτάσει η ώρα του. Μπορεί να έμοιαζε νέος, μα στην πραγματικότητα είχε περάσει τα εκατό. Όλοι θα πεθάνουμε κάποια στιγμή…

Ο τσάρος ταράχτηκε και προσεκτικά κάθισε ανακούρκουδα.  Στο ναό είχε μπει ο αρχιερέας Αγκάρ, τον κουβαλούσαν οι υπηρέτες του. Δεν κοίταξε τον τσάρο, πλησίασε το Θεό και υποκλίθηκε μπροστά στο βάθρο, ψηλός, καμπούρης, με βρώμικα λευκά μαλλιά που έφταναν μέχρι τη μέση του. Ο τσάρος σκέφτηκε χαιρέκακα: «Ήρθε το τέλος σου, εξοχότατε, δεν πρόλαβες, εγώ δεν είμαι σαν τον Κορόιδο, απ’ δω και πέρα θα καλοπεράσεις μέθυσε και κάθαρμα…» Ο Αγκάρ είπε με βραχνή φωνή:

-Θεέ! Ο τσάρος θέλει να σου μιλήσει! Συγχώρεσε τον κι άκουσε τον!

Βασίλευε η ησυχία, κανείς δεν τόλμησε να ανασάνει. Ο τσάρος σκεφτόταν πως τότε που έγινε ο μεγάλος κατακλυσμός και πνίγηκε η γη, ο Κορόιδος είχε παρακαλέσει τον Θεό να τον βοηθήσει. Ο Θεός εμφανίστηκε από τον ουρανό ως πύρινη φλόγα και την ίδια κιόλας νύχτα η γη αποκαλύφθηκε και σταμάτησε ο κατακλυσμός. Πάει να πει πως και σήμερα έτσι θα γίνει. Δεν πρόλαβε ο θείε, εξοχότατε, δεν πρόλαβε! Κανείς δεν θα σε βοηθήσει τώρα…

Ο Αγκάρ ίσιωσε το κορμί του. Οι υπηρέτες που τον κρατούσαν, παραμέρισαν και γυρνώντας την πλάτη στο Θεό, έκρυψαν με τα χέρια τα κεφάλια τους. Ο τσάρος είδε πως ο Αγκάρ άπλωσε τις ανοιχτές παλάμες του και άγγιξε το Θεό στο στήθος. Αμέσως άναψαν τα μάτια του Θεού. Ο τσάρος τρομοκρατημένος έσφιξε τα δόντια του: τα μάτια ήταν μεγάλα και διαφορετικά το ένα από το άλλο: το ένα ήταν πράσινο σαν φαρμάκι, το άλλο λευκό, φωτεινό, σαν το φως. Ακουγόταν η αναπνοή του Θεού, ήταν βαριά, δύσκολη, λες κι ήταν φθισικός. Ο Αγκάρ πισωπάτησε.

– Λέγε, του ψιθύρισε. Εκείνος, προφανώς, δεν ήταν καλά.

Ο τσάρος έπεσε στα τέσσερα και σύρθηκε προς το βάθρο. Δεν ήξερε τι να πει και τι να κάνει. Δεν ήξερε από πού ν’ αρχίσει και αν θα πρέπει να πει όλη την αλήθεια. Ο θεός βαριανάσανε, το στήθος του έβραζε, στη συνέχεια όμως άρχισε να μιλάει σιγανά, μα τρομακτικά.

– Είμαι ο γιος του Κορόιδου, είπε απεγνωσμένα ο τσάρος, αγγίζοντας με το πρόσωπο το παγωμένο πάτωμα. – Ο Κορόιδος πέθανε. Ζητώ να με προστατεύσεις από τους συνωμότες. Ο Κορόιδος έκανε λάθη. Δεν ήξερε τι έκανε. Τα διόρθωσα όλα: ειρήνευσα τον λαό, έγινε μεγάλος κι απρόσιτος, όπως κι εσύ, μάζεψα στρατό… Ο ύπουλος Μπατ δεν μ’ αφήνει να ξεκινήσω την κατάκτηση του κόσμου… Θέλει να με σκοτώσει. Βοήθα με!

Σήκωσε το κεφάλι. Ο Θεός, ακίνητος, τον κοίταζε καταπρόσωπο πράσινος και λευκός. Ο Θεός σώπαινε.

– Βοήθα με… επανέλαβε ο τσάρος. – Βοήθα με ! Βοήθα με! – Ξαφνικά σκέφτηκε ότι δεν φέρεται έτσι όπως πρέπει και πως ο Θεός είναι αδιάφορος απέναντί του. Εντελώς άσχετα σκέφτηκε: μα δεν έλεγαν πως ο πατέρα του, ο τσάρος Κορόιδο, δεν πέθανε από έμφραγμα, μα το σκότωσαν εδώ, στο ναό, όταν εισέβαλλαν οι φονιάδες χωρίς να ρωτήσουν κανένα! – Βοήθαμε! φώναξε απεγνωσμένα. – Φοβάμαι να πεθάνω σήμερα! Βοήθα με! Βοήθα με!

Κυλιόταν στις πέτρινες πλάκες, δαγκώνοντας τα χείλη του από την ανυπόφορη φρίκη που ένιωσε. Ο Θεός με τα διαφορετικά μάτια ανέπνεε με δυσκολία πάνω από το κεφάλι του.

– Γέρικο φίδι, είπε ο Τόλια. Ο Έρνστ ήταν σιωπηλός.

Στην οθόνη μέσα από τη δέσμη φωτός της προβολής, σαν μία μαύρη παραμορφωμένη κηλίδα διαλύθηκε ο άνθρωπος που ήταν ξαπλωμένος στο πάτωμα.

– Όταν σκέφτομαι, είπε ξανά ο Τόλια, ότι αν δεν ήταν αυτός, ο Άλλαν και ο Ντέρεκ θα έμεναν ζωντανοί, θέλω να κάνω κάτι από εκείνα που ποτέ δεν θέλησα να κάνω.

Ο Έρνστ ανασήκωσε τους ώμους του και πήγε στο τραπέζι.

Και πάντα σκέφτομαι, συνέχισε ο Τόλια, γιατί ο Ντέρεκ δεν πυροβόλησε; Θα μπορούσε να τους σκοτώσει όλους…

– Δεν μπόρεσε, είπε ο Έρνστ.

– Γιατί δεν μπόρεσε;

– Δοκίμασες ποτέ να πυροβολήσεις άνθρωπο;

Ο Τόλια συνοφρυώθηκε και δεν είπε τίποτα.

– Αυτό είναι το θέμα, είπε ο Έρνστ. Δοκίμασε μόνο να το φανταστείς. Είναι εξίσου αποκρουστικό.

Από την μηχανή προβολής ακούστηκε μία παραπονιάρικη φωνή. «ΒΟΗΘΗΣΕ ΜΕ, ΦΟΒΑΜΑΙ, ΒΟΗΘΗΣΕ ΜΕ…» τύπωνε τα γράμματα ο αυτόματος μεταφραστής.

– Φτωχοί κακοί άνθρωποι, είπε ο Τόλια.

Μετάφραση από τα Ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης©

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος #15 της “Στέπας”.

 

(Visited 1 times, 1 visits today)
Close