Written by 8:33 pm Αργυρός αιώνας, Δοκίμιο, Εικαστικά, Ζωγραφική

Βασίλι Καντίνσκι Αυτοβιογραφία

Αυτοβιογραφία

πρόλογος στον κατάλογο της έκθεσης

 με έργα του Καντίνσκι της περιόδου 1902 – 1912

Γεννήθηκα στις 5 Δεκεμβρίου 1866 στην Μόσχα. Μέχρι τα τριάντα μου χρόνια, ονειρευόμουν να γίνω ζωγράφος, πιο πολύ απ’ όλα αγαπούσα τη ζωγραφική. Μου ήταν πολύ δύσκολο να καταπολεμήσω αυτή μου την επιθυμία. Νόμιζα πως η εποχή μας είναι μια ανεπίτρεπτη πολυτέλεια για τη ρωσική τέχνη.

Γι’ αυτό και στο πανεπιστήμιο επέλεξα ως ειδικότητα την Εθνική Οικονομία. Η σχολή μου πρότεινε να αφοσιωθώ στην επιστημονική δουλειά. Ως «σύμβουλος»” του Πανεπιστημίου της Μόσχας είχα επισήμως αυτή τη δυνατότητα.

Μετά από έξι μήνες όμως παρατήρησα πως η πίστη μου στην σκοπιμότητα των κοινωνικών επιστημών και, τελικά, στην απόλυτη αξιοπιστία των θετικιστικών μεθόδων, διαταράχτηκε σημαντικά. Σε τελική ανάλυση αποφάσισα να πετάξω τα συμπεράσματα πολλών ετών. Θεωρούσα πως έχασα όλα αυτά τα χρόνια. Σήμερα γνωρίζω πως είχαν συσσωρευτεί μέσα μου πάρα πολλά κατά τα προηγούμενα χρόνια και είμαι ευγνώμων γι’ αυτό.

Παλιότερα, κατά κύριο λόγο με ενδιέφερε σε θεωρητικό επίπεδο το πρόβλημα της αμοιβής της εργασίας. Τώρα πια ήθελα να προσεγγίσω αυτό το ζήτημα από την πρακτική του πλευρά και δέχτηκα τη θέση του διευθυντή σε ένα από τα μεγαλύτερα τυπογραφεία της Μόσχας. Το νέο μου επάγγελμα ήταν η φωτοτυπία, η οποία κατά κάποιο βαθμό με έφερε σε επαφή με την τέχνη. Το περιβάλλον μου ήταν εργάτες.

Στη συγκεκριμένη θέση παρέμεινα όλο κι όλο ένα χρόνο, αφού στα τριάντα μου χρόνια με κυρίευσε η ιδέα: ή τώρα ή ποτέ. Η σταδιακή εσωτερική, διαισθητική εργασία πάει τόσο μακριά, που φτάνοντας σε αυτή την ηλικία ένιωσα μέσα μου δημιουργικές δυνατότητες με τέτοια καθαρότητα και είχα τόσο πολύ ωριμάσει εσωτερικά που το δικαίωμα να γίνω ζωγράφος ήταν για μένα προφανές.

Έτσι, πήγα στο Μόναχο, οι σχολές του οποίου την εποχή εκείνη έχαιραν ιδιαίτερης εκτίμησης στη Ρωσία. Δύο χρόνια φοίτησα στη φημισμένη σχολή Ασμπέ και υποχρεώθηκα να μελετήσω σχέδιο από την οργανική του πλευρά, πράγμα που μου ήταν αποκρουστικό. Στη συνέχεια θέλησα να δοκιμάσω στο εργαστήριο ζωγραφικής της Ακαδημίας του Μονάχου, μα απέτυχα στις εξετάσεις. Αφού εργάστηκα για ένα χρόνο μόνος μου, έδειξα τα σκίτσα μου στον Φραντς Στουκ και με δέχτηκε στο εργαστήριο ζωγραφικής του. Στις παρατηρήσεις του οφείλω πολλά, ιδιαίτερα πολύτιμη ήταν για μένα η συμβουλή του να ολοκληρώνω τον πίνακα.

Ένα χρόνο αργότερα αποφάσισα ότι μπορώ να δουλέψω μόνος μου και αυτή ήταν η αρχή της δημιουργικής μου πορείας.

Από τότε πέρασαν δέκα χρόνια, τα οποία βρίσκουν την αντανάκλασή τους εδώ, σε τούτη τη συλλογή.

Η τελευταία είναι μάρτυρας ότι ο στόχος μου παραμένει ο ίδιος, μόνο που απέκτησε σαφήνεια. Η εξέλιξή μου οδήγησε στην συγκέντρωση των μέσων με στόχο την απελευθέρωσή μου από κάθε τι περιττό.

Σεπτέμβριος 1912

Μόναχο

Συμπλήρωμα

Γενικά η μοίρα του ζωγράφου, παραμένει ακατανόητη. Όπως κάθε γεγονός, έτσι κι αυτή έχει δύο πλευρές. Δηλαδή από την ψευδή κατανόηση του έργου προκύπτει η δυνατότητα ανακάλυψης σε αυτό ή κάποιο άλλο από αυτά νέων ιδιαιτεροτήτων και, κατ’ επέκταση, νέων πηγών εντυπώσεων. Για τα έργα τέχνης έχουν γραφτεί ολόκληροι τόμοι, το περιεχόμενο των οποίων θα έφερνε σε απόγνωση πολλούς από τους δημιουργούς τους. Η θαυμάσια μη κατανόηση, η οποία χαρίζει ευτυχία, ανακαλύπτει στο ένα ή το άλλο έργο τέχνης, τους κρυμμένους βαθιά θησαυρούς τους, την ύπαρξη των οποίων κανείς δεν υποπτευόταν μέχρι τώρα.

Συνήθως πριν από όλα κάνει αισθητή την παρουσία της η αρνητική πλευρά της μη κατανόησης. Είναι η πηγή του μίσους κατά του δημιουργού και των παθών του. Στην πραγματικότητα είναι κακή μόνο όταν οι κυρίαρχες επιδιώξεις του δημιουργού φωτίζονται με ψεύτικους φωστήρες και εξαιτίας αυτού το έργο αποκτάει μια διάφανη, αναδιατυπωμένη και ψεύτικη ζωή. Στην περίπτωση αυτή είναι παντελώς αδύνατη οποιαδήποτε επεξήγηση. Ο δημιουργός βρίσκεται, θα λέγαμε, κυριολεκτικά εν υπνώσει: πρέπει να βιαστεί, θέλει να καταλήξει στον προσχεδιασμένο στόχο του, μα τα πόδια του, θαρρείς κι είναι αλυσοδεμένα, τα δε γόνατά του τρέμουν και δεν υπακούν στις εντολές του. Το συμπέρασμα που συνάγεται από αυτό είναι ότι όχι μόνο δεν είναι δυνατόν να εξηγήσεις απόλυτα με τρόπο σαφή, σωστό και εξαντλητικό το “στόχο” σου, μα δεν είναι δυνατόν να το κάνεις ούτε σχετικώς ούτε εν μέρει. Είναι πληκτικό να επαναλαμβάνεις διαρκώς τις παλιές, όσο και ο κόσμος, αλήθειες. Είμαι, ωστόσο, υποχρεωμένος να επιβληθώ στον εαυτό μου και να πω: η τέχνη δεν υπόκειται σε εξαντλητική ερμηνεία ούτε απόλυτα ούτε σχετικά.

Ένα πράγμα μόνο είναι δυνατόν. Η μέθοδος του αποκλεισμού, η υπέρβαση των ψευδών «εξηγήσεων», η οποία καταστρέφουν ριζικά το Είναι του έργου.

Σε ό,τι με αφορά, ειδικότερα τον «στόχο» μου,  δυστυχώς, πολύ συχνά έρχομαι σε επαφή με δύο «ερμηνείες», οι οποίες διαστρεβλώνουν όλο το δημιουργικό μου έργο, πιθανόν γεμάτες φαντασιώσεις, αλλά εντελώς ψεύτικη ερμηνεία.

1)Ισχυρίζονται με πάθος ότι γράφω μουσική. Ο ισχυρισμός αυτό προέρχεται από τους επιφανειακούς αναγνώστες του βιβλίου μου «Περί του πνευματικού στην τέχνη». Σε πολλές από τις σελίδες του αναφέρομαι επί μακρόν και λεπτομερώς στο ότι η δυνατότητα αντικατάστασης μιας τέχνης από μιαν άλλη αποκλείεται και είναι ανόητη. Είναι ευτυχές το γεγονός ότι οι διάφορες τέχνες διαφέρουν λόγω των διαφορετικών μέσων που χρησιμοποιούν. Γενικά, όπως ο θεατής βλέπει στον πίνακα ένα αντικείμενο, θαυμάσιο και (σε συνάρτηση με την μόδα) τις πιο διαφορετικές εκδοχές, έτσι και ο αναγνώστης διαβάζει ένα βιβλίο· διαβάζοντας τις λέξεις και τις φράσεις, δεν υποπτεύεται το περιεχόμενο του βιβλίου. Στο βιβλίο μου ο αναγνώστης πολύ συχνά συναντάει την λέξη «μουσική», εξαιτίας της οποίας συμπεραίνει πως εγώ απεικονίζω τη μουσική. Ο ένας δεν θέλει, ο άλλος δεν μπορεί να καταλάβει αυτά που ειπώθηκαν.

2) Εφόσον σε αυτό το βιβλίο γίνεται αναφορά στο πνευματικό και υπάρχει ένα ειδικό κεφάλαιο, το οποίο είναι αφιερωμένο στην επίδραση που έχει η φόρμα στην ψυχή, τότε ένας ακόμη περισσότερο επιφανειακός αναγνώστης, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι εγώ είμαι ζωγράφος των καταστάσεως της ψυχής και ειδικότερα της δικής μου προσωπικά. Ειδικότερα επειδή στους τελευταίους μου πίνακες το αντικείμενο παραμένει άγνωστο. Η λογική αυτή μπορεί να μείνει και στο μέλλον αταλάντευτη. Προσωπικά, σε κάθε περίπτωση δεν έχω την παραμικρή επιθυμία να την διευκρινίσω.

Αναφέρομαι απλά στη δευτερεύουσα σημασία του συγκεκριμένου ζητήματος.

Πρόκειται για μια στοιχειώδη αλήθεια – εκτός της “ψυχικής καταστάσεως” δεν μπορεί να εμφανιστεί ούτε ένα έργο, παρά μόνο το νεκρό του προσωπείο, το οποίο βιώνει χωρίς αισθήσεις. Το συγκεκριμένο βίωμα επισήμως φέρει την ονομασία θεωρία της τέχνης.

Και κανείς δε θέλει να χάσει αυτή την ευχαρίστηση.

Είτε με πιστεύουν είτε όχι, θα ήθελα να υπογραμμίσω μόνο τούτο: δεν είναι σημαντική η επιθυμία του ζωγράφου, σημαντικό είναι αν είναι ζωντανό το έργο του ή όχι. Δηλαδή, αν το έργο σε τελική ανάλυση είναι ζωντανό, τότε μπορεί να μεγαλώσει σε οποιοδήποτε έδαφος: οποιοδήποτε έδαφος στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι πολύ καλό. Οποιοδήποτε έδαφος είναι εξίσου κακό, αν σε αυτό μεγαλώνει ένα νεκρό έργο.

Και, τέλος, εγώ προσωπικά δεν έχω την παραμικρή επιθυμία να γράψω μουσική, που να μοιάζει με ζωγραφική, πράγμα που θεωρώ μη ρεαλιστικό και μη επιτεύξιμο. Δεν μπορώ να έχω επιθυμία να καταγράψω τις ψυχικές μου διαθέσεις, είμαι βαθιά πεπεισμένος ότι αυτό δεν αφορά κανέναν και δεν πρέπει να έχουν οι άλλοι τέτοιο ενδιαφέρον για μένα.

Σκοπός μου είναι με τα μέσα της ζωγραφικής, τα οποία αγαπώ πιο πολύ από όλα τα άλλα μέσα των άλλων τεχνών, να δημιουργήσω τέτοιους πίνακες, οι οποίοι, ως καθαρά ζωγραφικές ουσίες, θα έχουν ανεξάρτητη και έντονη ζωή.

Η προσωπική μου ιδιαιτερότητα είναι η ικανότητα να υποχρεώνω το εσωτερικό να ηχεί πιο δυνατά από το εξωτερικό και συνάμα να το περιορίζει. Ο αγαπημένος μου τρόπος είναι η συντομία. Γι’ αυτό και θέτω ως αιχμή τα αποκλειστικά μέσα της ζωγραφικής. Η συντομία απαιτεί ασάφεια (συνεπώς, καμία εντατικά επιδρούσα ζωγραφική μορφή – είτε είναι σχέδιο, είτε ζωγραφική). Σε εμένα είναι έντονα εκπεφρασμένη η απουσία της ροπής προς την «ώθηση». Δεν με απασχολούν ιδιαίτερα έργα, που μοιάζουν με τον τελάλη του παζαριού, ο οποίος εις επήκοον όλων μιλάει για τις όμορφες ιδιαιτερότητες. Το τελευταίο που θα ήθελα είναι οι πίνακές μου να μοιάζουν με αυτόν τον τελάλη.

Αν σχεδόν εναντίον της προσωπικής μου βούλησης έγραψα αυτές τις «επεξηγήσεις», το έκανα θέλοντας να βγάλω από το δρόμο πολλών καλοπροαίρετων θεατών δύο πολύ ανόητα εμπόδια, τα οποία ελαφρά τη καρδία στέκονται ανάμεσα στους πίνακές μου και τον καλοπροαίρετο θεατή, από τους τόσο άτεχνους «γνώστες της τέχνης» και τους «φιλόσοφους από την τέχνη».

1η Ιανουαρίου 1913

Μετάφραση από τα Ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης©

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος # 6 της Στέπας

(Visited 5 times, 1 visits today)
Close