Written by 5:23 pm Ποίηση

Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ Εν τω σπηλαίω

Πάγωσε πάνω από την Βηθλεέμ η νύχτα.

Χαμένο αρνάκι έψαχνα.

Στη σπηλιά έριξα μια ματιά- κι είδα

μέσα στους μαύρους βράχους όραμα.

Ο Ιωσήφ ο γενειοφόρος ξυλουργός

έσφιγγε, σαν μαύρους σφιγκτήρες,

τις χούφτες, που κάποτε γνώρισαν

τη σάρκα της ακατέργαστης σανίδας.

Η Μαρία αδύναμη στο Βρέφος

χαμογελούσε κοιτώντας προς τα κάτω,

γεμάτη γλύκα, γεμάτη δροσιά

των λινών γαλάζιων ενδυμάτων.

Εκείνος, Βρέφος φωτεινό

με το στεφάνι των χρυσών αχτίδων,

χωρίς την Μάνα του να βλέπει, στα ρεύματα

των ουρανών Του κοιτούσε πια.

Δίπλα του, μέσα στο σκοτάδι ευτυχισμένο

από το ασπράδι και το κουδουνάκι

είδα άξαφνα, ο ζηλωτής βοσκός

το χαμένο μου αρνάκι.

 

Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης (С)

 

 

Над Вифлеемом ночь застыла.
Я блудную овцу искал.
В пещеру заглянул — и было
виденье между черных скал.
Иосиф, плотник бородатый,
сжимал, как смуглые тиски,
ладони, знавшие когда-то
плоть необструганной доски.
Мария слабая на Чадо
улыбку устремляла вниз,
вся умиленье, вся прохлада
линялых синеватых риз.
А Он, Младенец светлоокий
в венце из золотистых стрел,
не видя Матери, в потоки
Своих небес уже смотрел.
И рядом, в темноте счастливой,
по белизне и бубенцу
я вдруг узнал, пастух ревнивый,
свою пропавшую овцу.

 

(Visited 2 times, 1 visits today)
Close