Written by 10:06 am Ποίηση, Φωνές

Γιούρι Ντομπρόφσκι Αυτό μου το ψιθύρισε ο Οσίπ Εμίλιτς στον ύπνο μου

Αυτό μου το ψιθύρισε ο Οσίπ Εμίλιτς στον ύπνο μου

Το άκουσα όμως, δυνατά, στον ξύπνιο μου.

– Είμαι του τραμ κερασάκι, μου είπε,

Διαβλέποντας ιδίοις όμμασι άλλους κόσμους-

Είμαι του τραμ κερασάκι μιας τρομακτικής εποχής

Και δεν ξέρω για ποιο λόγο ζω.

Αυτό ο Οσίπ Εμίλιτς μου το ψιθύρισε στον ύπνο μου,

Μα τα λόγια αυτά, έτσι έμειναν μέσα μου,

Θαρρείς εγώ, θαρρείς εγώ, μα εγώ δεν είμαι αυτός,

Θαρρείς εγώ τα είπα στο εαυτό μου και γι’ αυτόν

Είμαστε κερασάκια του τραμ εποχών τρομακτικών

Και δεν ξέρουμε για ποιο λόγο ζούμε.

Το τραμ του Γκουμιλιόφ έτρεχε πάνω απ’ το σκοτεινό ποτάμι

Χαμένο στον κόκκινο καπνό

Και η Τσβετάγιεβα με λευκό, διάφανο χέρι

Του κουνούσε το χέρι για αποχαιρετισμό.

Και η Αχμάτοβα κατά μήκος της κιονοστοιχίας του Τσάρσκογιε Σελό

Πέρασε κολυμπώντας, επαναλαμβάνοντας, σαν αρχαίο κανόνα

Με την υψιπετή της προφορά:

– Είμαστε κερασάκια του τραμ εποχών τρομακτικών

Και δεν ξέρουμε για ποιο λόγο ζούμε.

Ω μούσα της Ρωσίας, Παρνασσέ μας υπερήφανε,

Σκιά των κάγκελων της φυλακής προαιώνια πέφτει πάνω σας

Και σε κάθε στίχο αληθινό.

Και του τραμ τα κερασάκια των ρωσικών ποιημάτων,

Σαν καμπανούλες στο λιβάδι με το σφύριγμα των αμαξάδων

Μέσα στα αχανή ρωσική χιόνια

Κουδουνίζουν και κουδουνίζουν μακριά.

Μετάφραση από τα Ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης©

 

Осип Эмильич шепнул мне во сне,

а услышалось — глас наяву.

— Я трамвайная вишенка, — он мне сказал,

прозревая воочью иные миры, —

я трамвайная вишенка страшной поры

и не знаю, зачем я живу.

Это Осип Эмильич шепнул мне во сне,

но слова эти так и остались во мне,

будто я, будто я, а не он,

будто сам я сказал о себе и о нем —

мы трамвайные вишенки страшных времен

и не знаем, зачем мы живем.

Гумилевский трамвай шел над темной рекой,

заблудившийся в красном дыму,

и Цветаева белой прозрачной рукой

вслед прощально махнула ему.

И Ахматова вдоль царскосельских колонн

проплыла, повторяя, как древний канон,

на высоком наречье своем:

— Мы трамвайные вишенки страшных времен.

Мы не знаем, зачем мы живем.

О российская муза, наш гордый Парнас,

тень решеток тюремных издревле на вас

и на каждой нелживой строке.

А трамвайные вишенки русских стихов,

как бубенчики в поле под свист ямщиков,

посреди бесконечных российских снегов

все звенят и звенят вдалеке.

(Visited 2 times, 1 visits today)
Close