Written by 9:06 am Διήγημα

Ζιναΐντα Γκίππιους Δύο – ένας

… Σερνόταν από το πρωί.

Δεν είχε να κάνω τίποτα, μα δεν έπληττε. Δεν σκεφτόταν το γυμνάσιο και το Δίκαιο, μα σκεφτόταν τη Βέρα, την αδελφή μου, μετά σκέφτηκε για λίγο το κίνημα της παρακμής, τους λογοτεχνικούς κύκλους στους οποίους σύχναζε συχνά και όχι μόνο για τον λογοτεχνικό κύκλο του γυμνασίου. Σκεφτόταν, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, στη Βέρα. Δεν είχε κανένα τόσο στενό φίλο, όσο η Βέρα. Και αυτό όχι γιατί την αγαπούσε πάρα πολύ. Μα να, θαρρείς κι ήταν το άλλο του μισό. Ό,τι δεν είχε αυτός, το είχε εκείνη, κι έτσι δεν του χρειαζόταν, θαρρείς κι όλα ήταν εντάξει. Συμφωνούσαν σε όλα τα βασικά ζητήματα. Δεν του περνούσε καν από το κεφάλι να της κρύψει κάτι ή να της πει ψέματα. Το ίδιο κι εκείνη. Εκείνη αγαπούσε τον Μεντβέντκινο και τα ποιήματα. Έγραφε κι ίδια, εξίσου καλά με αυτόν, μερικές φορές καλύτερα. Διάβαζαν μαζί, έγραφαν μαζί.

Ότι ξέρει ο Βλάντια, το ξέρει και η Βέρα. Για τον έρωτα, ή όπως συχνά έλεγαν, για το «φύλο» έκαναν πολλές σοβαρές συζητήσεις. Ο Βλάντια ήταν παρθένος και ήταν περήφανος γι’ αυτό. Και στο γυμνάσιο, δεν τον κρύβει, υπάρχουν πολλοί σαν κι αυτοί. Βρώμικες συζητήσεις και η διεφθαρμένη παλιά νεολαία με τις πόρνες, είναι αποκρουστικά πια και δεν είναι της μόδας.

Η Βέρα πιστεύει κι αυτό πως είναι αποκρουστικό, μα δεν γνωρίζει τι πραγματικά συμβαίνει, όπως και με την παρθενία. Δεν της αρέσει ο ρομαντισμός και αχρήστευσε ένα ποίημα του Βλάντια για την υψηλή αγάπη. Εξάλλου, δεν ήταν αληθινό, γιατί ο Βλάντια ποτέ δεν είχε ερωτευτεί. Τον πίκρανε αυτό, αλλά η Βέρα δεν είχε να του πει τίποτα παραπάνω. Του άρεσαν γυναίκες, τρυφερές και θλιμμένες, αδύναμες και λεπτές. Όπως για παράδειγμα η Λίντοτσκα Γκορν. Η φρίκη όμως ήταν πως μόλις είχε αρχίσει να τις αντιμετωπίζει όπως τον εαυτό του, να τις λυπάται τρυφερά και μαζί με αυτό τον εαυτό του για την αδυναμία του. Είναι τρομακτικό να είσαι φίλος μαζί τους, αφού δεν είναι το ίδιο πράγμα!

Χαρούμενες, μαχητικές, δυνατές και τολμηρές, του άρεσαν πάρα πολύ, τουλάχιστον ορισμένες από αυτές. Μα, έμοιαζαν με την Βέρα. Αναγκαίες και απολύτως γνωστές, τις ήξερε σαν το χέρι του. Έκανε παρέα και με αυτές, αλλά και πάλι δεν ήταν το ίδιο! Έτσι, δεν ερωτεύτηκε ποτέ. Η Βέρα έλεγε πως κι εκείνη δεν ήταν, μάλλον όμως κάτι δεν καταλαβαίνει, γιατί αργότερα θα ερωτευτεί σίγουρα, μόνο που δεν θα παντρευτεί. Λυπόταν πολύ τον Βλάντια και τον συμβούλευε να προσπαθήσει πιο πολύ. Είναι μεγαλύτερος, αν ήταν αυτή στη θέση του… Επειδή ο ήλιος έκαιγε πολύ και η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, επειδή το χορτάρι ήταν πράσινο – πράσινο, με κίτρινα λουλούδια που χαμογελούσαν, επειδή οι λυγερόκορμες σαν κοπέλες, σημύδες κουνιόταν πίσω από το ρυάκι, ο Βλάντια σταμάτησε να σκέφτεται κάτι συγκεκριμένο, για τη Βέρα, για τον εαυτό του και το μόνο που έκανε ήταν να αναπνέει, να κοιτάζει στον ουρανό και να μην πλήττει.

Το πάρκο ερήμωνε.

– Δεν θα πάω στο δάσος σήμερα. Θα έχει ακόμη υγρασία.

Κάθισε το απόγευμα στο στρογγυλό μπαλκόνι, απ’ όπου έβλεπε το ποταμάκι, πέρα μακριά το δάσος, πίσω από το οποίο έγερνε ο ήλιος.

Το σημαντικότερο είναι καμία ημέρα να μη μοιάζει με άλλη. Τα πάντα έρεαν μπροστά στα μάτια, άλλαζαν θαυμαστά. Κάθε πρωί οι ιτιές θρόιζαν με διαφορετικό τρόπο, γιατί πύκνωναν τα φυλλώματά τους. Κάθε νύχτα το ορτύκι στο ρυάκι, κελαηδούσε με διαφορετικό τρόπο, πιο χαρούμενα και επίμονα. Ο κούκος φώναζε σαν έφτανε το απόγευμα πια∙ κι όταν ο Βλάντια πήγαινε στο χωράφι, κρατώντας στο χέρι το καπέλο του, ο αγέρας χάιδευε το κεφάλι του πιο ζεστά σήμερα, ήταν πιο πυκνός και τρυφερός.

Από το βράδυ μέχρι το πρωί, όλα άλλαζαν. Τα βαριά μενεξεδένια λουλούδια έγερναν πια μπροστά στο παράθυρο πάνω στα μεγάλα κλαδιά. Δίπλα στο παλιό λουτρό, στο ποταμάκι, στη γεφυρούλα, όπου έπλεναν τα ρούχα, όλα είχαν αλλάξει! Στο νερό είχε νούφαρα και τα μη με λησμόνει είχαν ανθίσει κοντά στον μικρό βάλτο.

Όταν ήταν μικρός ο Βλάντια αγαπούσε πολύ αυτό το μέρος, δίπλα στο λουτρό. Στη συνέχεια ξέχασε, μα τώρα για κάποιο λόγο, πηγαίνει εκεί, κάθεται στο σκαλοπάτι του λουτρού ή ξαπλώνει στο χορτάρι για να τον λούζει ο ήλιος. Χθες στη γεφυρούλα η Μαβρούσκα, έπλενε ρούχα. Γελούσε. Είναι όμορφη κοπέλα, τα πρωινά του καθαρίζει τις μπότες, μερικές φορές φέρνει μαζί με την Κατερίνα το σαμοβάρι. Είναι χαρωπή και δεν τις αρέσουν οι περιττές κουβέντες, όπως στην Κατερίνα.

Τώρα ο Βλάντια, σε τούτο το σχεδόν καυτό, πνιγηρό μεσημέρι, ξαπλωμένος στο χορτάρι κάτω από τα φουντωτά πεύκα (ακριβώς πίσω από το μπάνιο ξεκινάει το δάσος του πάρκου), ακούει πως κάποιος μακριά, στην αυλή του αγροκτήματος τραγουδάει. Είναι η Μαβρούσκα, μάλλον, πλένει στην πλύστρα και τραγουδάει.

Η φωνή της δεν είναι διαπεραστική, από μακριά ακούγεται ακόμη καλύτερα, μέσα στα θροΐσματα του δάσους και του χορταριού. Κάθε άλλο παρά ενοχλεί.

Ο Βλάντια δεν βαριόταν, μα σήμερα θες η ζέστη, θες μία ταραχή που ένιωθε που το βράδυ, του είχαν δημιουργήσει μία ιδιαίτερη διάθεση. Ίσως να μην ένιωθε έτσι μόνο σήμερα, αλλά από καιρό. Ήταν σαν εκείνο το πεύκο που το έκαιγε ο ήλιος∙ φουντωτό, σκοτεινό και σε κάθε του κλαδάκι είχε μικρά βλαστάρια. Μένει ακίνητο, θαρρείς και κάτι περιμένει, αναπνέοντας σιγανά.

Ο Βλάντια ξάπλωσε μπρούμυτα, πάνω στο χορτάρι. Το έβλεπε θα κουνιέται, εύθραυστο και μακρύ. Μπορεί να μεγαλώνει, μπορεί όμως κι εκεί, στο χώμα, από το οποίο έρχεται μια υγρή και ζεστή μυρωδιά, να κυκλοφορούν μυρμήγκια, τζιτζίκια, ζουζούνια και οι αναπνοές τους να κουνούν τους βλαστούς.

Ένα κύμα αγέρα περνάει και φεύγει, λαμπερό, ευωδιαστό, πυκνό και βαρύ∙ δεν μπορείς να καταλάβεις αν έρχεται από τον ήλιο προς τη γη ή από τη γη προς τον ήλιο. Ο Βλάντια ένιωσε μία θλίψη, μία γλυκιά θλίψη και θέλησε να κλάψει κατά τη συνήθειά του, μα ένιωθε τόσο καλά, ήξερε πως έπρεπε να κάνει κάτι, μα δεν ήξερε τι.

Φυσικά σκέφτηκε: τι καλά που θα ήταν αν ένιωθε ερωτευμένος! Προσπάθησε να θυμηθεί ποιήματα για την αγάπη, μα δεν του άρεσε. Προσπάθησε να θυμηθεί μία δεσποινίδα από εκείνες που του άρεσαν, μα δεν κατάφερε τίποτα. Γύρισε ανάσκελα κι άρχισε να κοιτάζει ψηλά, χωρίς να σκέφτεται τίποτα.

… Ο Βλάντια πετάχτηκε όρθιος, αμήχανος, αναμαλλιασμένος και κάθισε. Μπροστά του, σχεδόν από πάνω του, στεκόταν η Μαβρούσκα και γελούσε δυνατά.

– Τι έπαθες; Την ρώτησε θυμωμένος και παρεξηγημένος. Δεν είχε ακούσει τα βήματα των ξυπόλυτων ποδιών της στο χορτάρι. Στον ώμο της είχε ένα σωρό πλυμένα ρούχα, το κόκκινο χασεδένιο φόρεμά της το είχε μαζέψει ψηλά στα πόδια της. Ο Βλάντια ήταν πολύ κοντά κι έβλεπε τους μελαψούς, γεροφτιαγμένους και λεπτούς γοφούς της, λουσμένους στο χρυσαφί φως του ήλιου. Από κάτω προς τα πάνω κοιτούσε το μεγάλο χαμογελαστό της πρόσωπο. Τα μάτια ήταν καστανά, μισοκλεισμένα, οι βλεφαρίδες χαμηλωμένες∙ τα κόκκινα φρύδια της μόλις που φαινόταν από τη θέση του. Ήταν πολύ αστεία έτσι όπως την έβλεπε από κάτω.

– Γιατί στέκεσαι και γελάς; Την ρώτησε κι ένα χαμόγελο άρχισε να σχηματίζεται στο πρόσωπό του.

– Τίποτα. Μ’ αρέσει έτσι που ξαπλώνετε. Είχατε κλειστά τα μάτια, μα δεν κοιμόσασταν.

Μιλούσε απλά, χωρίς να υποκρίνεται.

– Κι εσύ είχες πάει στο ποταμάκι;

– Στο ποταμάκι, δεν είναι δα λύκος για να το βάλει στα πόδια. Πήγα κι έπλυνα. Δεν βαριέστε να κάθεστε εδώ μόνος σας και να ξαπλώνετε στο χορτάρι;

– Κάτσε μαζί μου, είπε ξαφνικά ο Βλάντια απρόσμενα και την τράβηξε από το φόρεμα.

Πώς απέκτησε αυτή την οικειότητα; Τι είναι αυτό πάλι; Εκείνη θα μπορούσε να σκεφτεί καμιά ατιμία. Ή να εκπλαγεί.

Η Μαβρούσκα όμως χωρίς να παραξενευτεί, κάθισε αμέσως δίπλα του στο χορτάρι.

Στο πρόσωπό της έπαιζαν και έτρεμαν οι σκιές του ήλιου, το πρόσωπο της δεν ήταν πια αστείο, μα πολύ πιο όμορφο. Το στρογγυλό μάγουλο,  ροδαλό και καλοφτιαγμένο, με εκείνη τη χρυσαφένια περαστική ανταύγεια, ακουμπούσε σχεδόν στον ώμο του Βλάντια.

– Τον περασμένο χειμώνα, δούλευα στου γιατρού το σπίτι σαν γκουβερντάντα, είπε η Μαβρούσκα. – Είχε έρθει τους δει ο γιος τους που σπουδάζει στο γυμνάσιο. Ομορφούλης ήταν, σαν κι εσάς. Μόνο που ήταν πονηρός πολύ! Δεν καθόταν ποτέ μόνος του, όχι!…

Ο Βλάντια κοκκίνισε και είπε με αυστηρή φωνή, για να αλλάξει συζήτηση:

– Θα παντρευτείς Μαβρούσκα;

– Θα παντρευτώ. Αν στείλει προξενιά. Έχει δικό του μύλο. Ας πάει όμως στο διάβολο ο γέρος κοκκινομούρης! Μήπως τον αγαπώ; Για ποιο λόγο να στολίζομαι λοιπόν. Κι ο γέρος; Βρωμερός και τρισάθλιος. Εσύ όμως άρχοντα, είσαι νεαρός, για παιδάκι περνάς, μόνος στο δάσος τρέχεις, μήπως πλήττεις;… Δεν επιτρέπεται να παίζω μαζί σας…

Μιλώντας, χωρίς να γίνει αντιληπτή, τον άρπαξε γερά και τη συνέχεια τον φίλησε στο μάγουλο, κοντά στ’ αυτί.

Ο Βλάντια πάγωσε. Τι συνέβη; Τι νιώθει; Τι πρέπει να κάνει; Είχε μείνει ακίνητος, θες από δειλία, θες από ευγένεια, θες από μία περιέργεια, θες από ένα πόθο μισοφανερωμένο, δασικό, καυτό και ταραγμένο;

Η Μαβρούσα του ψιθύριζε στ’ αυτί:

– Ωι, άρχοντα, τι νεαρούλης που είσαι! Σαν σας είδα αμέσως μου αρέσατε. Τώρα μπορώ να στολιστώ. Και ο γέρος μου, ας πάει στον άλλο κόσμο…

Έσκυψε και φίλησε τον Βλάντια, αυτή τη φορά στα χείλη, τον φίλησε τόσο δυνατά που δεν κρατήθηκε κι έτσι όπως καθόταν, σωριάστηκε στο χορτάρι. Ζαλιζόταν, όλα στροβιλίζονταν μπροστά του, έκλεισε για μία στιγμή τα μάτια και πράσινες κουρτίνες υψώθηκαν, ενώ η Μαβρούσκα τον φίλησε ξανά. Ίσως κι ο ίδιος, να τη φίλησε. Η Μαβρούσκα μύριζε ήλιο, άνθρωπο  και μουσκεμένα ρούχα, ήθελε να την αρπάξει και, πρώτα να την πνίξει και μετά να την πετάξει, να την πετάξει μακριά.

Μα, δεν κουνήθηκε, ανασηκώθηκε λίγο, ανακάθισε, κοίταξε με κόπο τα κόκκινα σαν παπαρούνες αυτιά της και μουρμούρισε:

– Δεν ντρέπεσαι;

Η Μαβρούσκα άρχισε πάλι να του ψιθυρίζει χωρίς να τον αφήνει:

– Γιατί να ντραπώ; Τι δουλειά έχει εδώ η ντροπή χαζούλη; Καλύτερα να έρχεσαι εδώ, στο λουτρό, το βράδυ, όταν όλοι πέφτουν να κοιμηθούν. Μόνος σου έτσι; Θα έρθεις σφουρομάλλη; Ε; Θα έρθεις;

– Θα έρθω, είπε ο Βλάντια αναπάντεχα ακόμη και για τον ίδιο του τον εαυτό, με μία φωνή που δεν ήταν δική του.

Η Μαβρούσκα πετάχτηκε όρθια χαρούμενη, πήρε τον μπόγο με τα ρούχα της και φεύγοντας χτύπησε τον Βλάντια στο ώμο λέγοντας:

– Εντάξει, λοιπόν!

Για μία στιγμή όμως, μισοκλείνοντας τα μάτια, έσκυψε πάνω του και του είπε σιγανά:

– Μόνο μην σκεφτείς πως είμαι καμιά παστρικιά. Σε λυπάμαι, σε λυπάμαι πολύ. Βλέπω πως είσαι νεαρούλης, ομορφούλης… Κι είναι οι τελευταίες μερούλες μου…

Κοκκίνισε, ντράπηκε και παραλίγο να κυλήσουν δάκρυα από τα μάτια της.

– Αν δεν θέλεις μην έρχεσαι. Δεν χρειάζεται.

– Όχι, θα έρθω, επαναλάμβανε μονότονα ο Βλάντια.

Στάθηκε για λίγο ακόμη, χωρίς να πει τίποτα κι έφυγε, σέρνοντας στο χορτάρι τα γυμνά της πόδια.

 

Μετάφραση από τα Ρωσικά Δημήτρης Β. Τριαναφυλλίδης©

Δημοσιεύτηκε στο #17 της «Στέπας»

 

(Visited 2 times, 1 visits today)
Close