Written by 12:00 am CoronaVerse, Ποίηση, Φύλλα

Ιρίνα Γιέφσα Οι γέροντες βολεύονται στο δρόμο

Οι γέροντες βολεύονται στο δρόμο, λες κι είναι χαράκωμα,

Με προσεκτικά βηματάκια: κοιτούν προσεκτικά, αριστερά, δεξιά.

Ένα κουδουνάκι κρέμεται στο ισχνό λαιμό τους

Ακίνητο, χωρίς γλωσσίδι.

Καταλαβαίνουν πως ο αγώνας είναι άνισος, η τάφρος είναι άνιση.

Δυσκολεύονται ολοένα να αναπνεύσουν κάτω από τα μάσκα με το χωρίς δόντια στόμα τους.

Ο χρόνος είναι μετρημένος και το κουδουνάκι αριθμημένο,

Καταχωρημένο στην υπηρεσία, γιατί ύστερα θα πρέπει να επιστραφεί.

Οι γέροντες σέρνονται, στραβώνοντας τα τακούνια τους,

Τόσο διάφανοι σαν το λυκόφως του Απρίλη, που το παιδάκι

Τρέχει ανάμεσα τους, ο έφηβος πετάει με το ποδήλατο,

Παραμερίζουν τα σφεντάμια κουνώντας τις χαίτες τους.

Παρατημένοι, μικραίνουν όσο μια στιγμή

Το δρόμο από την σύνταξη στην ανυπαρξία,

Ακούνε μουσική: ξοπίσω τους τραγουδάει ο Ντομίνγκο

Στο μπαλκόνι, λες και βρίσκεται στην άκρη της πατρίδας του.

Κι όσο στεναχωριέσαι στην οικειοθελή του φυλακή

Διαβάζοντας για εκατοστή φορά, πόσο μεγάλωσε ο αριθμός των θανάτων,

Βράζεις γάλα, πίνεις από το φλασκί,

Το προφανές, σαν μάντρα, μουρμουρίζοντας διαρκώς:

Πως είσαι ο Γιούλιους Φούτσκι, ούτε ο Γιάνους Κορτσάκ,

Ο γείτονας σου στο κάτω πάτωμα

Ακούει τον ήχο από το κουδουνάκι

Καταπίνοντας το δάκρυ του.

 

Μετάφραση από τα Ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης©

 

Старики обживают улицу, как траншею,

осторожным шажком: налево, направо зырк.

И у каждого колокольчик на тонкой шее

обездвижен и безъязык.

Им понятно, что бой неравен, а ров неровен.

Все труднее дышать под маской беззубым ртом.

Срок просчитан, а колокольчик пронумерован,

вписан в ведомость, и его заберут потом.

Старики семенят, сбивая в ходьбе набойки,

так прозрачны в апрельских сумерках, что дитя

пробегает сквозь них, тинейджер летит на байке,

клены, гривами шелестя.

Безнадзорные, сокращающие до мига

путь извилистый от собеса к небытию,

слышат музыку: это вслед им поет Доминго

на балконе, как на переднем своем краю.

И покуда ты, в добровольной томясь тюряге,

в сотый раз подсчитав, как список смертей подрос,

кипятишь молоко, отхлебываешь из фляги,

очевидное, словно мантру, бубня под нос:

что не Юлиус Фучик ты и не Януш Корчак, –

твой сосед внизу

все звонит, звонит в беззвучный свой колокольчик,

сглатывая слезу.

 

(Visited 1 times, 1 visits today)
Close