Written by 7:48 pm Ποίηση, Φωνές

Ιωσήφ Μπρόντσκι Η δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων

Δεύτερα Χριστούγεννα στην ακτή

του Πόντου που ποτέ δεν παγώνει.

το άστρο των Βασιλέων πάνω από τον φράχτη του λιμανιού.

Δεν μπορώ να πω πως δεν μπορώ

χωρίς εσένα να ζήσω, εφόσον ζω.

Όπως φαίνεται από το χαρτί. Υπάρχω∙

πίνω μπύρα, λερώνω τα φυλλώματα και

ποδοπατώ το χορτάρι.

 

Τώρα είμαι στο καφέ, από το οποίο εμείς,

όπως αποδείχτηκε εφήμερα ευτυχισμένοι,

από μια άηχη έκρηξη εκσφενδονιστήκαμε

στο μέλλον, υπό την πίεση του χειμώνα

καταφεύγοντας στο Νότο, με τα δάχτυλα σκιαγραφώ

το πρόσωπό σου στο μάρμαρο για τους φτωχούς∙

λίγο πιο μακριά οι νύμφες χοροπηδούν, πιάνοντας

στη μέση τους χιτώνες.

 

Τι λοιπόν θεοί,- αν η καφετιά κηλίδα

σας συμβολίζει στο παράθυρο, θεοί,-

θέλατε να μας πείτε τελικά;

Το μέλλον ήρθε και είναι

ανεκτό∙ πέφτει το πράγμα,

μπαίνει ο βιολιστής, η μουσική δε διαρκεί,

η θάλασσα ολοένα και ρυτιδώνει και τα πρόσωπα.

Δεν φυσάει.

 

Κάποτε αυτό και όχι, φευ –

εμείς, θα μαστιγώσει τα κάγκελα στον πεζόδρομο του περιπάτου

και κινείται υπό τις ιαχές «δεν πρέπει»,

με την χαίτη να ανεμίζει,

εκεί, όπου εσύ έπινες κρασί,

κοιμόσουν στον κήπο, στέγνωνες την μπλούζα σου,-

καταστρέφοντας τραπέζια, του μέλλοντος όστρακου

ετοιμάζοντας τον βυθό.

 

Γιάλτα

Ιανουάριος 1971

 

Μετάφραση από τα Ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©

 

 

Второе Рождество на берегу
незамерзающего Понта.
Звезда Царей над изгородью порта.
И не могу сказать, что не могу
жить без тебя – поскольку я живу.
Как видно из бумаги. Существую;
глотаю пиво, пачкаю листву и
топчу траву.

 

Теперь в кофейне, из которой мы,
как и пристало временно счастливым,
беззвучным были выброшены взрывом
в грядущее, под натиском зимы
бежав на Юг, я пальцами черчу
твоё лицо на мраморе для бедных;
поодаль нимфы прыгают, на бёдрах
задрав парчу.

 

Что, боги, – если бурое пятно
в окне символизирует вас, боги, –
стремились вы нам высказать в итоге?
Грядущее настало, и оно
переносимо; падает предмет,
скрипач выходит, музыка не длится,
и море все морщинистей, и лица.
А ветра нет.

 

Когда-нибудь оно, а не – увы –
мы, захлестнет решётку променада
и двинется под возгласы «не надо»,
вздымая гребни выше головы,
туда, где ты пила свое вино,
спала в саду, просушивала блузку, –
круша столы, грядущему моллюску
готовя дно.

 

Январь 1971, Ялта

 

(Visited 1 times, 1 visits today)
Close