Written by 8:09 am Διήγημα

Κωνσταντίν Παουστόφσκι Το τηλεγράφημα

Ο Οκτώβριος ήταν εξαιρετικά κρύος και θλιβερός, πράγμα σπάνιο για αυτή την εποχή. Οι τσίγκινες στέγες είχαν μαυρίσει.

Το χορτάρι μπερδεμένο έγειρε στον κήπο και παρόλο που ήθελε να ανθίσει δεν τα κατάφερνε, μόνο ένα μικρό ηλιοτρόπιο είχε μεγαλώσει στον φράχτη.

Πάνω από τα λιβάδια, έτρεχαν σαν ποτάμια, μαζεύονταν σαν ιπτάμενες ιτιές αραιά σύννεφα. Από αυτά έπεφτε μία επίμονη βροχή.

Ήταν αδύνατο να διασχίσεις τους δρόμους, είτε πεζή, είτε με αυτοκίνητο και οι βοσκοί άρχισαν βιαστικά να οδηγούν τα κοπάδια στα βοσκοτόπια.

Η φλογέρα του βοσκού σώπασε μέχρι την επόμενη άνοιξη. Η Κατερίνα Πετρόβνα άρχισε να δυσκολεύεται να σηκωθεί τα πρωινά από το κρεβάτι και να τα βλέπει όλα αυτά: τα δωμάτια που είχαν ποτιστεί από την πικρή μυρωδιά των σβηστών τζακιών, τον σκονισμένο “Ταχυδρόμο της Ευρώπης”, τα κιτρινισμένα φλιτζάνια στο τραπέζι, το σαμοβάρι που είχε να καθαριστεί πολύ καιρό και τους πίνακες στους τοίχους. Ίσως να ήταν μισοσκότεινα στα δωμάτια, μα στα μάτια της Κατερίνας Πετρόβνα είχε εμφανιστεί εκείνο το σκούρο νερό, ή, ίσως, οι πίνακες να ξεθώριασαν από την πολυκαιρία, μα ήταν αδύνατο πια να ξεχωρίσεις την εικόνα τους. Η Κατερίνα Πετρόβνα ήξερε από μνήμης, ότι τούτος εδώ ήταν το πορτραίτο του πατέρα της, ενώ εκείνος ο μικρός, με την χρυσή κορνίζα, ήταν δώρο του Κραμσκόι, ένα σκίτσο για την “Άγνωστή” του. Η Κατερίνα Πετρόβνα έζησε τον αιώνα της στο παλιό σπίτι που είχε χτίσει ο πατέρας της που ήταν γνωστός ζωγράφος.

Σαν γέρασε ο ζωγράφος, γύρισε από την Πετρούπολη στο πατρικό χωριό του, έζησε ήρεμα και ασχολιόταν με τον κήπο του. Δεν μπορούσε πια να ζωγραφίζει: έτρεμε το χέρι του κι αδυνάτισε η όρασή του, συχνά μάλιστα πονούσαν τα μάτια του.

Το σπίτι ήταν, όπως έλεγε η Κατερίνα Πετρόβνα, «μνημείο». Ήταν υπό την προστασία του μουσείου της περιοχής. Η Κατερίνα Πετρόβνα, τελευταία ιδιοκτήτρια αυτού του σπιτιού, δεν ήξερε τι θα απογίνει αυτό όταν εκείνη πεθάνει. Στο χωριό, το οποίο έλεγαν Ζαμπόριε, δεν υπήρχε κάποιος με τον οποίο θα μπορούσε να μιλήσει για τους πίνακες, για τη ζωή στην Πετρούπολη, για εκείνο το καλοκαίρι όταν η Κατερίνα Πετρόβνα πήγε με τον πατέρα της στο Παρίσι και είδε την κηδεία του Βίκτωρα Ουγκώ.

Δεν μπορούσε να τα πει όλα αυτά στην Μάνιουσκα, την κόρη του γείτονα, του τσαγκάρη του κολχόζ, μία κοπελίτσα που περνούσε κάθε μέρα για να της φέρει νερό από το πηγάδι, να πλύνει τα πατώματα, να της βάλει το σαμοβάρι.

Η Κατερίνα Πετρόβνα είχε χαρίσει στην Μάνιουσκα ως αμοιβή για τις υπηρεσίες της  ένα ζευγάρι ταλαιπωρημένα γάντια, φτερά στρουθοκάμηλου κι ένα μαύρο καπέλο στολισμένο με μαύρες γυάλινες χάντρες.

-Τι να το κάνω; ρώτησε με την βραχνή της φωνή η Μάνιουσκα και σκούπισε τη μύτη της. – Τι είμαι, κουρελομαζώχτρα;

-Πούλησε το καλή μου, ψιθύρισε η Κατερίνα Πετρόβνα. Εδώ κι ένα χρόνο ένιωθε τις δυνάμεις της να την εγκαταλείπουν και δεν μπορούσε να μιλήσει δυνατά. – Πούλησε το.

-Θα το δώσω στην ανακύκλωση, αποφάσισε η Μάνιουσκα, μάζεψε τα πράγματα κι έφυγε.

Σπανίως ερχόταν ο φύλακας του ντεπό της πυροσβεστικής. Ο Τύχων ήταν λεπτός και κοκκινομάλλης. Θυμόταν πως ο πατέρας της Κατερίνας Πετρόβνα ερχόταν από την Πετρούπολη για να χτίσει το σπίτι και να τακτοποιήσει το αγρόκτημα.

Ο Τύχνω ήταν τότε μικρό παιδάκι, αλλά έτρεφε σεβασμό για τον γέρο ζωγράφο όλη του τη ζωή. Κοιτάζοντας τους πίνακές του, αναστέναζε βαριά:

-Δουλειά πραγματική!

Ο Τύχων έκανε συχνά διάφορες δουλειές χωρίς νόημα, από οίκτο: έκοβε τα ξεραμένα δέντρα του κήπου, τα πριόνιζε, τα έκανε καυσόξυλα. Κάθε φορά, φεύγοντας, στεκόταν στην πόρτα και ρωτούσε:

-Δεν ακούω Κατερίνα Πετρόβνα, η Νάστα γράφει ή όχι;

Η Κατερίνα Πετρόβνα παρέμενε σιωπηλή, καθόταν στο ντιβάνι, σκυφτή, μικροκαμωμένη και ξεδιάλεγε διαρκώς κάποια χαρτιά σε ένα κόκκινη γυναικεία δερμάτινη τσάντα. Ο Τύχων για ώρα πολλή φυσούσε τη μύτη του και καθυστερούσε στο κατώφλι.

-Λοιπόν, έλεγε χωρίς να περιμένει απάντηση. – Λέω να πηγαίνω, Κατερίνα Πετρόβνα.

-Πήγαινε, Τίσα, ψιθύριζε η Κατερίνα Πετρόβνα. Πήγαινε κι ο Θεός μαζί σου!

Έφευγε, κλείνοντας προσεκτικά την πόρτα και η Κατερίνα Πετρόβνα άρχιζε να κλαίει σιγανά. Ο αγέρας ούρλιαζε πίσω από τα παράθυρα στα γυμνά κλαδιά, παρέσερνε τα τελευταία φύλλα. Η φλόγα από την λάμπα κηροζίνης τρεμόπαιζε στο τραπέζι. Ήταν, θα έλεγε κανείς, το μοναδικό ζωντανό πλάσμα στο εγκαταλελειμμένο σπίτι, χωρίς αυτή την αδύναμη φλόγα η Κατερίνα Πετρόβνα δεν θα ήξερε πως να ζήσει μέχρι το πρωί.

Οι νύχτες ήταν μεγάλες, βαριές σαν την αϋπνία. Η αυγή αργούσε ολοένα και πιο πολύ, καθυστερούσε διαρκώς και απρόθυμα εμφανιζόταν στα βρώμικα παράθυρα, όπου ανάμεσα στα κουφώματα από πέρσι υπήρχε το βαμβάκι που κάποτε ήταν κίτρινο και τώρα πια έμοιαζε με μαυρισμένα φύλλα.

Η Νάστια, η κόρη της Κατερίνας Πετρόβνα και μοναδικός της συγγενής, ζούσε μακριά, στο Λένινγρκαντ. Η τελευταία φορά που είχε έρθει ήταν πριν από τρία χρόνια.

Η Κατερίνα Πετρόβνα ήξερε πως ο Νάστια δεν έχει χρόνο γι’ αυτή, την γριούλα. Οι νέοι έχουν τις δικές τους δουλειές, τα δικά τους ακατανόητα ενδιαφέροντα, την δική τους ευτυχία. Καλύτερα να μην τους ενοχλούμε. Γι’ αυτό και η Κατερίνα Πετρόβνα έγραφε σπανίως γράμματα στη Νάστια, μα την σκεφτόταν κάθε μέρα, καθισμένη στην ακρούλα του βυθισμένου ντιβανιού τόσο ήσυχα που το ποντίκι, ξεγελασμένο από την ησυχία βγήκε από το τζάκι, στάθηκε στα πίσω πόδια του και για ώρα πολλή, κουνώντας τη μύτη του, μύριζε την βαριά ατμόσφαιρα.

Γράμματα από τη Νάστια δεν έπαιρνε, μόνο κάθε δύο τρεις μήνες, ο χαρωπός νεαρός ταχυδρόμος Βασίλι έφερνε στην Κατερίνα Πετρόβνα μία ταχυδρομική επιταγή για διακόσια ρούβλια. Έπιανε προσεκτικά την Κατερίνα Πετρόβνα από το χέρι όταν υπέγραφε, για να μην υπογράψει σε λάθος μέρος.

Ο Βασίλι έφευγε και η Κατερίνα Πετρόβνα καθόταν, αμήχανη, κρατώντας τα χρήματα. Στη συνέχεια, φορούσε τα γυαλιά της και ξαναδιάβαζε τις λιγοστές λέξεις στην ταχυδρομική επιταγή. Οι λέξεις ήταν πάντα οι ίδιες: έχω πολλές δουλειές, δεν έχω χρόνο να έρθω, ούτε καν να γράφω ένα κανονικό γράμμα.

Η Κατερίνα Πετρόβνα τακτοποιούσε προσεκτικά τα χοντρά χαρτονομίσματα. Λόγω ηλικίας ξεχνούσε πως τα χρήματα αυτά δεν είναι σαν εκείνα που έπιασαν τα χέρια της Νάστιας και νόμιζε πως είχαν το άρωμά της.

Κάποια στιγμή, στα τέλη Οκτωβρίου, τη νύχτα, κάποιος χτυπούσε επίμονα την σκεβρωμένη εδώ και πολλά χρόνια πορτούλα στο βάθος του κήπου.

Η Κατερίνα Πετρόβνα ανησύχησε, έκανε αρκετά λεπτά να τυλίξει το κεφάλι της με μία ζεστή μαντίλα, φόρεσε ένα παλιό μαντό και για πρώτη φορά εκείνη τη χρονιά βγήκε από το σπίτι. Περπατούσε αργά, ψηλαφώντας. Πόνεσε το κεφάλι της από τον παγωμένο αγέρα. Τα ξεχασμένα αστέρια την κοιτούσαν διαπεραστικά κάτω τη γη. Τα πεσμένα φύλλα την εμπόδιζαν να βαδίζει.

Φτάνοντας κοντά στην πορτούλα, η Κατερίνα Πετρόβνα ρώτησε σιγανά:

-Ποιος χτυπάει;

Κανείς όμως δεν απάντησε από την άλλη πλευρά του φράχτη.

-Πάει να πει πως μου φάνηκε, είπε η Κατερίνα Πετρόβνα και γύρισε πίσω.

Λαχάνιασε όμως, στάθηκε σε ένα γέρικο δέντρο, έπιασε ένα παγωμένο, υγρό κλαδί και κατάλαβε πως ήταν το σφεντάμι. Το είχε φυτέψει παλιά, όταν ακόμη ήταν ανέμελη κοπελίτσα και τώρα στεκόταν εκεί, χωρίς φύλλα, παγωμένος, χωρίς να μπορεί να πάει πουθενά, εκείνη την αφιλόξενη, ανεμοδαρμένη νύχτα.

Λυπήθηκε η Κατερίνα Πετρόβνα το σφεντάμι, άγγιξε για λίγο τον τραχύ του κορμό και τράβηξε για το σπίτι. Εκείνη τη νύχτα έγραψε ένα γράμμα στη Νάστια.

«Ακριβοθώρητή μου, έγραφε η Κατερίνα Πετρόβνα. – Δεν θα τον βγάλω τούτο τον χειμώνα. Έλα έστω και για μία μέρα. Άσε με να σε κοιτάξω, να κρατήσω τα χέρια σου. Γέρασα και είμαι αδύναμη πια, δυσκολεύομαι να περπατήσω, να κάθομαι, ακόμη και να ξαπλώνω. Έχασε ο θάνατος το δρόμο του για να ‘ρθει να με βρει. Ο κήπος ξεραίνεται, δεν είναι πια εκείνος που ήξερα, εξάλλου δεν μπορώ να τον δω. Φέτος είναι πολύ δύσκολο το φθινόπωρο. Δύσκολα είναι όλα∙ νομίζω πως όλη μου η ζωή δεν ήταν τόσο μεγάλη, όσο αυτό το φθινόπωρο».

Η Μάνιουσκα, τρέχοντας πήγε το γράμμα στο ταχυδρομείο, παιδεύτηκε πολύ για να το ρίξει στο κουτί κι ήθελε να δει τι έχει μέσα. Στο εσωτερικό του κουτιού όμως ήταν σκοτεινά, ήταν μία παγωμένη ερημιά.

Η Νάστια εργαζόταν ως γραμματέας στην Ένωση Ζωγράφων. Ήταν πολυάσχολη, οργάνωνε εκθέσεις, διαγωνισμούς, όλα αυτά από τα χέρια της περνούσαν.

Το γράμμα της Κατερίνας Πετρόβνα το έλαβε στη δουλειά της. Το έχωσε στην τσάντα της, χωρίς να το διαβάσει. Αποφάσισε πως θα το κάνει μετά τη δουλειά. Τα γράμματα της Κατερίνας Πετρόβνα έκαναν την Νάστια να αναστενάζει με ανακούφιση: αφού η μητέρα γράφει, πάει να πει είναι ζωντανή. Συνάμα όμως την έπιανε μία βαθιά ταραχή, θαρρείς και κάθε γράμμα ήταν μία σιωπηλή επίκριση.

Μετά τη δουλειά η Νάστια έπρεπε να περάσει από το εργαστήριο του νεαρού γλύπτη Τιμοφέγιεφ, να δει πως ζει, για να ενημερώσει το διοικητικό συμβούλιο της Ένωσης. Ο Τιμοφέγιεφ είχε παραπονεθεί πως έκανε κρύο στο εργαστήριό του και γενικά τον περιορίζουν και δεν τον αφήνουν να ξεδιπλώσει το ταλέντο του.

Σε ένα πλατύσκαλο η Νάστια έβγαλε το καθρεφτάκι της, έβαλε πούδρα και χαμογέλασε, τώρα της άρεσε ο εαυτός της. Οι ζωγράφοι της αποκαλούσαν Σολβέιγ για τα πυρόξανθα μαλλιά και της μεγάλα ψυχρά της μάτια.

Της άνοιξε ο ίδιος ο Τιμοφέγιεφ, μικροκαμωμένος, αποφασιστικός, κακός. Φορούσε παλτό. Είχε τυλίξει τον λαιμό του με ένα τεράστιο κασκόλ, μα η Νάστα πρόσεξε ότι φορούσε κάτι γυναικεία τσόχινα μποτάκια.

-Μην ξεντύνεστε, μουρμούρισε ο Τιμοφέγιεφ. – Θα παγώσετε. Περάστε!

Οδήγησε τη Νάστια μέσα από ένα σκοτεινό διάδρομο, ανέβηκαν μερικά σκαλοπάτια και άνοιξε την μικρή πόρτα του εργαστηρίου.

Το εργαστήριο μύριζε καπνιά. Στο πάτωμα, δίπλα στο βαρέλι με τον υγρό άργιλο έκαιγε μία λάμπας κηροζίνης. Μπροστά στους τοίχους στέκονταν γλυπτά, σκεπασμένα με υγρά κουρέλια. Έξω από το μεγάλο παράθυρο πετούσε το χιόνι, σκέπαζε με ομίχλη τον Νεβά κι έλιωνε στα σκοτεινά νερά του. Ο αγέρας περνούσε μέσα από τα κουφώματα και παράσερνε τις παλιές εφημερίδες που ήταν απλωμένος στο πάτωμα.

-Θεέ μου, τι παγωνιά είναι αυτή!, είπε η Νάστια που για μία στιγμή νόμισε πως στο εργαστήριο έκανε περισσότερο κρύο από ότι στα λευκά μαρμάρινα ανάγλυφα που κρέμονταν άτακτα στους τοίχους.

-Καμαρώστε λοιπόν!, είπε ο Τιμοφέγιεφ, σπρώχνοντας προς το μέρος της Νάστιας μία λερωμένη με λάσπες πολυθρόνα. – Δεν μπορώ να καταλάβω πως δεν έχω ψοφήσει ακόμη σε τούτη την χειμερινή φωλιά της αρκούδας. Στο εργαστήριο του Πέρσι τα καλοριφέρ δουλεύουν και η ατμόσφαιρα είναι σα της Σαχάρας.

-Δεν συμπαθείτε τον Πέρσιν; ρώτησε επιφυλακτικά η Νάστια. – Κόλακας!, απάντησε εκνευρισμένα ο Τιμοφέγιεφ.- Ατάλαντος! Τα γλυπτά του δεν κάνουν παρά μόνο για να κρεμάς το παλτό σου. Η κολχόζνιτσα που έφτιαξε είναι μία πέτρινη γυναίκα που φοράει ποδιά. Ο εργάτης του μοιράζει με άνθρωπο του Νεάρτενταλ. Δουλεύει με ένα ξύλινο φτυάρι. Είναι όμως παμπόνηρος, καλή μου, σαν καρδινάλιος!

-Δείξτε μου τον Γκόγκολ σας, τον παρακάλεσε η Νάστια για να αλλάξει κουβέντα.

Περάστε! Την διέταξε αυστηρά ο γλύπτης. Όχι από εκεί, από εδώ. Να σ’ εκείνη τη γωνιά. Έτσι!

Τράβηξε τα μουσκεμένα κουρέλια από μία φιγούρα, κοίταξε καχύποπτα προς όλες τις πλευρές, κάθισε ανακούρκουδα κοντά στην λάμπα κηροσίνης για να ζεστάνει τα χέρια του και είπε:

-Ορίστε λοιπόν ο Νικολάι Βασιλιεβιτς! Στη διάθεσή σας!

Η Νάστια ταράχτηκε. Με βλέμμα ειρωνικό, βλέποντας μέσα της, την κοιτούσε ένας καμπουριασμένος, με γαμψή μύτη άνθρωπος. Η Νάστια διέκρινε τον χτύπο μίας λεπτής φλέβας στον κρόταφό του.

«Το γράμμα παραμένει άθιχτο στην τσάντα, νόμιζε πως της έλεγαν τα διαπεραστικά μάτια του Γκόγκολ. – Αχ, τι καρακάξα που είσαι!»

-Λοιπόν; ρώτησε ο Τιμοφέγιεφ. – Είμαι σοβαρός καλλιτέχνης, έτσι;

-Εκπληκτικό! Απάντησε με δυσκολία η Νάστια. – Είναι όντως εξαιρετικό.

Ο Τιμοφέγιεφ γέλασε πικρά.

-Εξαιρετικό, επανέλαβε. Όλοι αυτό λένε: εξαιρετικό. Και ο Πέρσιν και ο Ματιάς και όλοι οι επαΐοντες από τις διάφορες επιτροπές. Και λοιπόν; Εδώ είναι εξαιρετικό, ενώ εκεί, όπου αποφασίζουν για τη ζωή μου ως γλύπτη, εκεί ο Πέρσιν θα πει κάτι αόριστα αμφίσημο και τελειώνουν όλα. Από τη στιγμή που ο Πέρσιν διατυπώσει την παραμικρή αμφιβολία, τελειώνουν όλα!… Δεν κοιμάμαι τις νύχτες! Φώναξε ο Τιμοφέγιεφ κι άρχισε να πηγαινοέρχεται στο εργαστήριο χτυπώντας τα πόδια του. – Έπαθα ρευματικά στα χέρια από τον υγρό άργιλο. Επί τρία χρόνια διάβασα όλα όσα έχει γράψει ο Γκόγκολ. Βλέπω στον ύπνο μου γουρουνοκεφαλές!

Ο Τιμοφέγιεφ πήρε από το τραπέζι μία στοίβα βιβλίων, τα τίναξε και τα ξανάβαλε στη θέση τους. Σκόνη γύψου σηκώθηκε από το τραπέζι.

-Όλα αυτά είναι για τον Γκόγκολ, είπε και ξαφνικά ηρέμησε.  – Τι; Μήπως σας τρόμαξα; Συγχωρείστε με καλή μου, για όνομα του Θεού όμως, είναι έτοιμος να παλέψω.

-Θα παλέψουμε μαζί λοιπόν, είπε η Νάστια και σηκώθηκε.

Ο Τιμοφέγιεφ της έσφιξε δυνατά το χέρι κι εκείνη έφυγε αποφασισμένη να κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της προκειμένου να βγάλει αυτόν τον ταλαντούχο άνθρωπο από την ανωνυμία.

Η Νάστια επέστρεψε στην Ένωση Ζωγράφων, πήγε στον πρόεδρο και για ώρα πολλή συνομίλησε μαζί του με πάθος, θέλοντας να του αποδείξει πως χρειάζεται αμέσως να οργανωθεί μία έκθεση με τα έργα του Τιμοφέγιεφ. Ο πρόεδρος χτυπούσε ρυθμικά το μολύβι του στο γραφείο, προσπάθησε επί μακρόν να το αποφύγει, μα στο τέλος συμφώνησε.

Η Νάστια γύρισε σπίτι της, στο παλιό δωμάτιο στην Μόικα, με το γλυπτό επιχρυσωμένο ταβάνι και τότε διάβασε το γράμμα της Κατερίνας Πετρόβνα.

-Πού να τρέχω τώρα εκεί, είπε και σηκώθηκε. -Ποιος μπορεί να φύγει από δω τώρα!

Σκέφτηκε τα γεμάτα επιβάτες τραίνα, το γεγονός ότι θα πρέπει στη συνέχεια να πάρει τον προαστιακό, το κάρο που τρίζει, τον ξεραμένο κήπος, τα αναπόφευκτα δάκρυα της μητέρας, την αφόρητα πληκτική ζωή του χωριού που τίποτα δεν τη διαταράσσει και έτσι, έβαλε το γράμμα στο συρτάρι του γραφείου της.

Δύο ολόκληρες εβδομάδες ήταν απασχολημένη με τη διοργάνωση της έκθεσης του Τιμοφέγιεφ.

Αρκετές φορές αυτό το διάστημα μάλωσε και συμφιλιώθηκε με τον δύστροπο γλύπτη. Ο Τιμοφέγιεφ έστειλε για την έκθεση τα έργα σε τέτοια κατάσταση θαρρείς και τα καταδίκαζε σε καταστροφή.

-Δεν πρόκειται να γίνει τίποτα, αγαπητή μου, έλεγε μοχθηρά στην Νάστια, λες κι αυτή οργάνωνε τη δική της και όχι τη δική του έκθεση. – Κακώς χάνω το χρόνο μου, σας το λέω με πάσα εντιμότητα.

Η Νάστια αρχικά βρισκόταν σε απόγνωση και θύμωνε, μέχρι να καταλάβει πως όλα αυτά τα καπρίτσια οφείλονταν στην ταπεινωμένη υπερηφάνεια, ότι ήταν για το θεαθήναι και πως βαθιά μέσα στην ψυχή του ο Τιμοφέγιεφ ήταν πολύ χαρούμενος για την επικείμενη έκθεση.

Τα εγκαίνια της έκθεσης έγιναν βράδυ. Ο Τιμοφέγιεφ ήταν εκνευρισμένος και έλεγε πως δεν είναι δυνατόν να εκτίθενται τα έργα του νύχτα με τη βοήθεια του ηλεκτρικού ρεύματος.

-Νεκρό φως, μουρμούριζε. – Αφόρητη πλήξη! Η κηροζίνη θα ήταν καλύτερη.

-Τι φως χρειάζεστε επιτέλους, είστε ανυπόφορος άνθρωπος, είπε σε μία της έκρηξη η Νάστια.

-Κεριά χρειάζονται! Κεριά! Φώναξε εξαντλημένος ο Τιμοφέγιεφ. -Πώς είναι δυνατόν να βάλουμε τον Γκόγκολ κάτω από μία ηλεκτρική λάμπα. Παράλογο!

Στην εγκαίνια ήρθαν γλύπτες και ζωγράφοι. Ένας αμύητος, ακούγοντας τις συζητήσεις των γλυπτών, δεν θα μπορούσε να καταλάβει αν παίνευαν τα έργα του Τιμοφέγιεφ ή αν τα κατέκριναν. Ο Τιμοφέγιεφ όμως κατάλαβε πως η έκθεση ήταν πετυχημένη.

Ένας γκριζομάλλης οξύθυμος ζωγράφος πλησίαζε την Νάστια  και πιάνοντας της το χέρι είπε:

-Σας ευχαριστώ. Άκουσα πως εσείς φέρατε στο φως του Θεού τον Τιμοφέγιεφ. Κάνατε πολύ καλά. Ξέρετε, έχουμε πολλούς που φλυαρούν και λένε πως πρέπει να προσέχουμε τον καλλιτέχνη, να τον φροντίζουμε και να είμαστε ευαίσθητοι απέναντί του, μόλις όμως αρχίσει να γίνεται λόγος για πρακτικά έργα, τότε συναντάς κενά βλέμματα. Σας ευχαριστώ για άλλη μία φορά!

Κάποια στιγμή άρχισε να συζήτηση. Μιλούσαν πολύ, εγκωμίαζαν, ενθουσιάζονταν και η σκέψη που διατύπωσε ο γέρος ζωγράφος για την προσοχή που πρέπει να δείχνουμε στον άνθρωπο, στο νεαρό γλύπτη που κακώς παρέμενε άγνωστος, επαναλαμβανόταν σε κάθε ομιλία.

Ο Τιμοφέγιεφ καθόταν μαζεμένος σε μία γωνιά, κοιτούσε το πάτωμα, αλλά διαρκώς κοιτούσε λοξά τους ομιλητές, χωρίς να μπορεί να αποφασίσει αν θα πρέπει να τους πιστέψει ή αν ήταν ακόμη νωρίς για κάτι τέτοιο.

Στην πόρτα φάνηκε η κλητήρας της Ένωσης, η αγαθή και βραδύνους Ντάσα. Έκανε κάποιες χειρονομίες προς την πλευρά της Νάστιας. Η Νάστια την πλησίασε και η Ντάσα, χαμογελώντας δειλά, της έδωσε ένα τηλεγράφημα.

Η Νάστια επέστρεψε γύρισε στη θέση της, άνοιξε διακριτικά το τηλεγράφημα, το διάβασε μα δεν κατάλαβε τίποτα:

«Η Κάτια πεθαίνει. Τύχων».

«Ποια Κάτια;» αναρωτήθηκε αμήχανα η Νάστια. – «Ποιος είναι αυτός ο Τύχων; Δεν είναι για μένα αυτό το τηλεγράφημα».

Κοίταξε τη διεύθυνση όχι, το τηλεγράφημα ήταν γι’ αυτήν. Εκείνη τη στιγμή πρόσεξε τα λεπτά, τυπωμένα γράμματα στο χαρτί : «Ζαμπόριε».

Η Νάστια τσαλάκωσε το τηλεγράφημα και συνοφρυώθηκε. Μιλούσε ο Πέρσιν.

Στις μέρες μας, άρχισε να λέει, κρατώντας τα γυαλιά του, η φροντίδα για τον άνθρωπο γίνεται εκείνη η θαυμάσια πραγματικότητα, η οποία μας βοηθάει να εξελιχθούμε και να δουλεύουμε. Είμαι ευτυχής γιατί μπορώ να παρατηρήσω στο περιβάλλον μας, στο περιβάλλον των γλυπτών και των ζωγράφων, εκδηλώνεται αυτή η φροντίδα. Αναφέρομαι στην έκθεση των έργων του συντρόφου Τιμοφέγιεφ. Την έκθεση αυτή την οφείλουμε κατ’ αποκλειστικότητα – και δεν το λέω αυτό για να απευθύνω μομφή στην ηγεσία μας – σε μία απλή εργαζόμενη της Ένωσής μας, την γλυκύτατη Αναστασία Συμεώνοβνα.

Ο Πέρσι υποκλίθηκε στη Νάστια και όλοι χειροκρότησαν. Χειροκροτούσαν για ώρα πολλή. Η Νάστια συγκινήθηκε και βούρκωσε.

Κάποιος από πίσω άγγιξε το χέρι της. Ήταν ο γέρος ζωγράφος συγκινημένος.

-Τι; ρώτησε ψιθυριστά και της έδειξε με το βλέμμα το τσαλακωμένο τηλεγράφημα που κρατούσε. – Κάτι δυσάρεστο;

-Όχι, απάντησε η Νάστια. – Είναι για… μία γνωστή…

-Αχά! Μουρμούρισε ο γέροντας και άρχισε πάλι να ακούει τον Περσίν.

Όλοι κοιτούσαν τον Περσίν, αλλά η Νάστια ένιωθε πως κάποιος την κοιτούσε με βλέμμα βαρύ και διαπεραστικό και δεν τολμούσε να σηκώσει το κεφάλι της. «Ποιος θα μπορούσε να είναι; σκέφτηκε. Μήπως κάποιος το κατάλαβε; Ανοησίες. Από την κούραση έχουν πειραχτεί τα νεύρα μου».

Με δυσκολία σήκωσε το βλέμμα της και αμέσως το ξανακατέβασε. Ο Γκόγκολ την κοιτούσε χαμογελώντας. Θαρρείς και στον κρόταφό του χτυπούσε δυνατά μία λεπτή αρτηριοσκληρωτική φλέβα. Η Νάστια νόμισε πως ο Γκόγκολ της είπε ήρεμα μέσα από τα σφιγμένα χείλη του: «Αχ, εσύ!»

Η Νάστια σηκώθηκε βιαστικά, βγήκε από την αίθουσα, ντύθηκε και βγήκε στο δρόμο.

Υγρό χιόνι έπεφτε από τον ουρανό. Στο ναό του Αγίου Ισαάκ είχε πια γκρίζους πάγους. Ο σκυθρωπός ουρανός σκέπαζε πια την πόλη, την Νάστια, τον Νέβα.

«Ακριβοθώρητή μου, θυμήθηκε η Νάστια το γράμμα που είχε λάβει πρόσφατα. – Ακριβοθώρητή μου!»

Η Νάστια κάθισε στο παγκάκι του κήπου κοντά στο Ναυαρχείο κι άρχισε να κλαίει πικρά. Το χιόνι έλιωνε στο πρόσωπο της καθώς ανακατευόταν με τα δάκρυα.

Η Νάστια ρίγησε από την παγωνιά και άξαφνα κατάλαβε ότι κανείς δεν την αγαπούσε όπως εκείνη η αδύναμη, εγκαταλελειμμένη απ’ όλους γριούλα, εκεί, στο πληκτικό Ζαμπόριε.

«Αργά! Δεν θα ξαναδώ την μαμά», είπε μονολογώντας και θυμήθηκε πως πρώτη φορά αυτό το χρόνο είπε την γλυκιά παιδική λέξη – «μαμά».

Πετάχτηκε και βαδίζοντας κόντρα στο χιόνι που έπεφτε μαστιγώνοντας το πρόσωπό της, άρχισε να περπατάει.

«Τι έγινε μαμά, τι έγινε; Τι; – σκεφτόταν, χωρίς να βλέπει τίποτα γύρω της. Μαμά! Πώς μπόρεσε να συμβεί αυτό; Δεν έχω άλλον στη ζωή. Όχι κι ούτε πρόκειται να έχω. Να προλάβω μόνο, να προλάβω να με δεις, να με συγχωρήσεις».

Η Νάστια έφτασε στη λεωφόρο Νιέφσκι, πήγε κατευθείαν στο σιδηροδρομικό σταθμό.

Είχε αργήσει. Δεν υπήρχαν εισιτήρια.

Η Νάστια στάθηκε μπροστά στο εκδοτήριο, τα χείλη της έτρεμαν, δεν μπορούσε να μιλήσει, καθώς ένιωθε ότι μόλις πει την πρώτη λέξη, θ’ αρχίσει να κλαίει με λυγμούς.

Η ηλικιωμένη ταμίας που φορούσε γυαλιά την κοίταξε από το παραθυράκι.

-Τι σας συμβαίνει πολίτισσα; ρώτησε δυσαρεστημένη.

-Τίποτα, απάντησε η Νάστια. Η μητέρα μου… Η Νάστια της γύρισε την πλάτη κι άρχισε να κατευθύνεται προς την έξοδο.

-Πού πάτε; φώναξε η ταμίας. – Έπρεπε να μου το πείτε αμέσως. Περιμένετε ένα λεπτάκι.

 Το ίδιο βράδυ η Νάστια έφυγε. Σε όλη τη διαδρομή νόμιζε πως το “Κόκκινο βέλος” κινείται πολύ αργά, τη στιγμή που η αμαξοστοιχία έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα μέσα στα δάση τη νύχτα, λούζοντάς τα με καπνούς και κάνοντας αισθητή την παρουσία της με παρατεταμένους συριγμούς.

… Ο Τύχων πήγε στο ταχυδρομείο, μίλησε για λίγο με τον ταχυδρόμο Βασίλι, πήρε ένα κενό τηλεγράφημα, το περιεργάστηκε για ώρα πολλή, σκουπίζοντας με το μανίκι το μουστάκι του και κάτι έγραψε με αδέξια γράμματα. Στη συνέχεια δίπλωσε προσεκτικά το χαρτί, το έχωσε στο γούνινο καπέλο του και έφυγε βιαστικά για να πάει στην Κατερίνα Πετρόβνα.

Η Κατερίνα Πετρόβνα ήταν κατάκοιτη εδώ και εννέα ημέρες. Δεν είχε πόνους, αλλά ένιωθε μία λιποθυμική αδυναμία στο στήθος, στο κεφάλι, στα πόδια και δυσκολευόταν πολύ όταν ανέπνεε.

Η Μάνιουσκα για έκτο εικοσιτετράωρο δεν έφευγε από το προσκεφάλι της Κατερίνας Πετρόβνα. Την νύχτα, ντυμένη, κοιμόταν στο σπασμένο ντιβάνι. Μερικές στιγμές η Μάνιουσκα νόμιζε πως η Κατερίνα Πετρόβνα δεν ανέπνεε. Τότε άρχιζε τρομαγμένη να ξεροβήχει και να της λέει: ζείτε;

Η Κατερίνα Πετρόβνα κουνούσε το χέρι της κάτω από την κουβέρτα και η Μάνιουσκα ησύχαζε.

Στα δωμάτια από νωρίς το πρωί είχε εκείνη τη σκοτεινιά του Νοεμβρίου, μα έκανε ζέστη. Η Μάνιουσκα κρατούσε αναμμένο το τζάκι. Όταν η χαρούμενη φωτιά φώτιζε τους ξύλινους τοίχους, η Κατερίνα Πετρόβνα ανέπνεε προσεκτικά, η φωτιά έκανε το δωμάτιο άνετο, ζωντανό, όπως ήταν κάποτε, πολύ παλιά, όταν η Νάστια ζούσε ακόμη εδώ. Η Κατερίνα Πετρόβνα έκλεινε τα μάτια της και τότε κυλούσε από τον κιτρινισμένο της κρόταφο προς τα γκρίζα της μαλλιά ένα, μόνο ένα δάκρυ.

Ήρθε ο Τύχων. Έβηξε, φύσηξε την μύτη του, προφανώς ήταν ταραγμένος.

-Τι έγινε Τίσα; τον ρώτησε με φωνή αδύναμη η Κατερίνα Πετρόβνα.

-Έπιασε κρύο, Κατερίνα Πετρόβνα, απάντησε ζωηρά ο Τύχων, κοιτώντας ανήσυχα το γούνινο καπέλο του. – Σε λίγο θ’ αρχίσει να χιονίζει. Καλύτερα όμως. Θα παγώσει ο δρόμος και θα μπορέσει θα έρθει πιο εύκολα.

-Ποιος; είπε η Κατερίνα Πετρόβνα ανοίγοντας τα μάτια και συνάμα άρχισε να με ξερακιανό της χέρι να χαϊδεύει την κουβέρτα.

-Τι θα πεις ποιος, η Ναστάσια Συμεώνοβνα, απάντησε ο Τύχων, χαμογελώντας κι έβγαλε από το γούνινο καπέλο το τηλεγράφημα. – Ποιος άλλος;

Η Κατερίνα Πετρόβνα θέλησε να ανασηκωθεί, αλλά δεν τα κατάφερε κι έγειρε ξανά στο μαξιλάρι.

-Ορίστε, να, είπε ο Τύχων και ξεδίπλωσε προσεκτικά το τηλεγράφημα για να της το δώσει.

Η Κατερίνα Πετρόβνα όμως δεν το πήρε και κοιτούσε ικετευτικά τον Τύχωνα.

-Διάβασε το, είπε με τη βραχνή της φωνή η Μάνιουσκα. Η γριά δεν ξέρει να διαβάζει. Δεν βλέπει αλά.

Ο Τύχων τρομαγμένα κοίταξε γύρω του, έφτιαξε τον γιακά του, έστρωσε τα αραιά ρούσα μαλλιά του και με φωνή πνιχτή, διστακτική διάβασε: «Αναμένετε, ξεκίνησα. Παραμένω πάντα η κόρη σας Νάστια που σας αγαπάει».

-Δεν πειράζει Τίσα, είπε ήρεμα η Κατερίνα Πετρόβα. – Δεν χρειάζεται καλέ μου. Ο Θεός μαζί σου. Σ’ ευχαριστώ για τα καλά λόγια, για τη ζεστή καρδιά.

Η Κατερίνα Πετρόβνα γύρισε με δυσκολία προς τον τοίχο και αποκοιμήθηκε ήρεμα.

Ο Τύχων καθόταν στον πάγκο στον παγωμένο διάδρομο, κάπνιζε με κατεβασμένο το κεφάλι, έφτυνε και αναστέναζε, μέχρι που βγήκε η Μάνιουσκα να τον φωνάξει να πάει στο δωμάτιο της Κατερίνας Πετρόβνα.

Ο Τύχων μπήκε ακροπατώντας και σκούπισε με την παλάμη το πρόσωπό του. Η Κατερίνα Πετρόβνα ξαπλωμένη, κατάχλωμη, μικροκαμωμένη, έδειχνε πως είχε αποκοιμηθεί ήρεμα.

-Δεν πρόλαβε, μουρμούρισε ο Τύχων. – Αχ, θλίψη πικρή, βάσανο απερίγραπτο! Κι εσύ βλαμμένη πρόσεχε, είπε εκνευρισμένος στην Μάνιουσκα, κάνε το καλό για το καλό που σου ‘καναν, μην είσαι αχάριστη… κάτσε εδώ κι εγώ θα πεταχτώ στο κοινοτικό συμβούλιο να τους πω τα καθέκαστα.

Έφυγε και η Μάνιουσκα καθόταν στο σκαμνί, μάζεψε τα πόδια της, έτρεμε και δεν μπορούσε να τραβήξει το βλέμμα της από την Κατερίνα Πετρόβνα.

Κήδεψαν την Κατερίνα Πετρόβνα την επόμενη ημέρα. Έκανε παγωνιά. Έπεφταν μικρές νιφάδες χιονιού. Η ημέρα ήταν κατάλευκη, ο ουρανός φωτεινός, μα σταχτής, θαρρείς και πάνω από το κεφάλι είχαν τραβήξει έναν πλυμένο, παγωμένο καμβά. Ο μακρινός ορίζοντας είχε πια ένα σταχτί χρώμα. Από εκεί ερχόταν μία έντονη, χαρούμενη μυρωδιά του χιονιού που σκέπαζε με την πρώτη παγωνιά τους κορμούς των ιτιών.

Στην κηδεία μαζεύτηκαν όλοι, νέοι και γέροι. Το φέρετρο το κουβάλησαν στο νεκροταφείο ο Τύχων, ο Βασίλι και τα δύο αδέλφια Μαλιάβιν, γερόντια πια, με κατάλευκα σαν βαμβάκι μαλλιά. Η Μάνιουσκα με τον αδελφό της Βολόντια κουβαλούσε το καπάκι του φέρετρου και χωρίς να ανοιγοκλείνει τα μάτια, κοιτούσε μπροστά της.

Το νεκροταφείο ήταν έξω από το χωριό, πάνω από το ποτάμι. Ήταν κατάσπαρτο με ψηλούς, κιτρινισμένους από την πολυκαιρία φοίνικες.

Καθ’ οδόν συνάντησαν την δασκάλα. Είχε μετατεθεί πρόσφατα από την πρωτεύουσα της επαρχίας, δεν ήξερε ακόμη κανέναν στο Ζαμπόριε.

-Η δασκαλίτσα έρχεται, η δασκαλίτσα, ψιθύρισαν οι πιτσιρικάδες.

Η δασκάλα ήταν νεαρή, ντροπαλή, με γκρίζα μάτια, σχεδόν κορίτσι. Είδε την κηδεία και σταμάτησε δειλά, κοιτούσε τρομαγμένη την μικροκαμωμένη γριούλα μέσα στο φέρετρο. Στο πρόσωπο της γριούλας έπεφταν και δεν έλιωναν οι νιφάδες. Στην πρωτεύουσα της επαρχίας, η δασκάλα είχε αφήσει την μητέρα της που ήταν το ίδιο μικροκαμωμένη, διαρκώς ανήσυχη για τη θυγατέρα της, με τα ίδια γκρίζα μαλλιά.

Η δασκάλα στάθηκε για λίγο και στη συνέχεια ακολούθησε την πομπή. Οι γριές την κοίταξαν, ψιθύρισαν μεταξύ τους πως να, τι καλή, ήρεμη κοπέλα που είναι και πως το πρώτο διάστημα θα της είναι πολύ δύσκολο να τα καταφέρει με τα παιδιά, τα οποία εδώ στο Ζαμπόριε είναι πολύ αυτόνομα και ατίθασα.

Η δασκάλα τελικά, βρήκε το κουράγιο και ρώτησε μια από τις γριές, τη γιαγιά Ματριόνα:

-Πάει να πει πως ήταν μοναξιασμένη αυτή η γριούλα;

-Αιιι, καλή μου, απάντησε αμέσως η Ματριόνα, θεώρησε πως ήταν εντελώς μόνη. Κι ήταν τόσο εγκάρδια, τόσο ευαίσθητη. Μόνο να, καθόταν και καθόταν στο ντιβάνι της και δεν είχε κανέναν να πει δυο λόγια. Τι κρίμα! Έχει μία κόρη στο Λένινγκραντ, ναι, προφανώς ανέβηκε ψηλά και ξέχασε. Πέθανε λοιπόν χωρίς κανέναν, χωρίς τους συγγενείς της.

Στο νεκροταφείο, ακούμπησαν το φέρετρο δίπλα στο φρεσκοσκαμμένο τάφο. Οι γριές προσκυνούσαν το φέρετρο, σκύβοντας βαθιά μέχρι ν’ αγγίξουν τα χέρια τους το χώμα. Η δασκάλα πλησίασε το φέρετρο, υποκλίθηκε και φίλησε το αποστεωμένο κίτρινο χέρι της Κατερίνας Πετρόβνα. Στη συνέχεια, όρθωσε γρήγορα το ανάστημά της και τράβηξε προς τον κατεστραμμένο φράχτη από τούβλα.

Πίσω από τον φράχτη, ήταν η αγαπημένη, ελαφρώς μελαγχολική, οικεία γη που μόλις άρχιζε να την σκεπάζει το χιόνι.

Η δασκάλα για ώρα πολλή κοιτούσε, άκουγε, πως πίσω από την πλάτη της συζητούσαν οι γέροι, τον χτύπο που έκανε το χώμα σαν έπεφτε στο σκεπασμένο φέρετρο και πως μακριά στις αυλές κακάριζαν οι πετεινοί προαναγγέλλοντας μέρες φωτεινές, παγωνιά και την ησυχία του χειμώνα.

Η Νάστια έφτασε στο Ζαμπόριε δύο ημέρες μετά την κηδεία. Βρήκε τον φρεσκοσκαμμένο τάφο στο νεκροταφείο, το χώμα είχε παγώσει πια. Βρήκε και το παγωμένο σκοτεινό δωμάτιο της Κατερίνας Πετρόβνα, απ’ όπου, κατά πως έδειχνε, η ζωή είχε φύγει εδώ και πολύ καιρό.

Σε αυτό το δωμάτιο η Νάστια έκλαιγε όλη τη νύχτα, μέχρι που στο παραθύρι φάνηκε η μουντή και βαριά χαραυγή.

Έφυγε η Νάστια από το Ζαμπόριε, κρυφά, προσπαθώντας να μην την δει κανείς και την ρωτήσει. Νόμιζε πως κανείς, εκτός από την Κατερίνα Πετρόβνα, δεν θα μπορούσε να της συγχωρήσει, να την απαλλάξει από το αίσθημα της βαριάς, ανυπόφορης ενοχής.

Μετάφραση από τα Ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης©

Δημοσιεύτηκε στην έντυπη “Στέπα” Νο 13

(Visited 1 times, 1 visits today)
Close