Written by 8:11 am Αργυρός αιώνας, Ιστορία

Μία σκηνή από την πολιορκία του Λένινγκραντ – Ο θάνατος του Δανιήλ Χαρμς

Τον Φεβρουάριο του 1942, την χρονιά που έμεινε στην ιστορία ως η τρομακτικότερη για την πόλη του Λένινγκραντ, το οποίο πολιορκούσαν οι Γερμανοι, ο Ντάνιελ Χαρμς, αυτή η ευγενική και αλλόκοτη προσωπικότητα του Αργυρού αιώνα της ρωσικής ποίησης, ένας από τους πιο αυθεντικούς εκπροσώπους του ρωσικού Φουτουρισμού, πέθανε από λιμοκτονία, στο ψυχιατρικό κατάστημα της φυλακής «Κρεστί», όπου τον κρατούσαν από τον Αύγουστο του 1941. Αμέσως μετά τη σύλληψη του, ο ποιητής υποκρίθηκε πως είναι τρελός για να αποφύγει την εκτέλεση.

Η σύζυγος του Μαρίνα Μάλιτς, χρόνια πολλά αργότερα, στις αναμνήσεις της περιγράφει μία τρομακτική σκηνή, σχετικά με το θάνατο του Χαρμς.

«Έφτιαξα ένα μικρό πακέτο, βάζοντας μέσα μάλλον ένα μικρό κομμάτι ψωμιού για να του το δώσουν στη φυλακή. Το πακέτο ήταν μικροσκοπικό. Είπα σε όλους τους γνωστούς μου ότι θα πάω στη φυλακή, ώστε όλοι να το γνωρίζουν όλοι στην περίπτωση που δεν κατάφερνα να πάω, αν δεν είχα πια τις δυνάμεις να περπατήσω μέχρι εκεί.

Έφυγα. Ο ήλιος έλαμπε. Το χιόνι αστραποβολούσε. Παραμυθένια ομορφιά.

Συνάντησα δύο αγοράκια. Φορούσαν χλαίνες. Έμοιαζαν με γυμνασιόπαιδες της εποχής του τσάρου. Ο ένας κρατούσε τον άλλο που δεν μπορούσε να περπατήσει. Ο δεύτερος έσερνε τα πόδια του και ο πρώτος απλά τον κουβαλούσε. Το αγοράκι που έσερνε το άλλο παρακαλούσε: «Μία βοήθεια! Μία βοήθεια! Μία βοήθεια! Μία βοήθεια!»

Έσφιγγα το μικρό πακετάκι και, όπως ήταν φυσικό, δεν μπορούσα να το δώσω. Το ένα αγοράκι είχε αρχίσει ήδη να σωριάζεται. Με αισθήματα φρίκης κατάλαβα πως πεθαίνει. Το δεύτερο άρχισε, με τη σειρά του, να παραπατάει.

Γύρω μου όλα έλαμπαν. Ήταν μία ομορφιά απόκοσμη και μέσα σ’ αυτή τα αγοράκια… Περπατούσα ήδη αρκετές ώρες. Ήμουν κουρασμένη πολύ. Τελικά, ανέβηκα στην ακτή κι έφτασα στη φυλακή.

Εκεί, στο παραθυράκι όπου παραλάμβαναν τα δέματα, νομίζω πως δεν υπήρχε κανείς, ίσως όμως να ήταν μερικοί άνθρωποι. Χτύπησα το παράθυρο. Άνοιξαν. Είπα το επίθετο: Γιουβάτσεφ – Χαρμς και έδωσα το δεματάκι με το φαγητό.

Θα πρέπει να πέρασαν δύο ή πέντε λεπτά. Το παραθυράκι άνοιξε ξανά και ο άντρας που το είχε παραλάβει μου είπε:

Πέθανε στις 2 Φεβρουαρίου,- και πέταξε το δεματάκι μου.

Πήρα το δρόμο του γυρισμού. Δεν ένιωθα τίποτα. Μόνο ένα κενό μέσα μου. Τότε μία σκέψη πέρασε από το μυαλό μου: “Μήπως ήταν καλύτερα να το έδινα στ’ αγοράκια;”. Έτσι κι αλλιώς όμως δεν θα μπορούσα να το σώσω.»

Μετάφραση από τα Ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης©

(Visited 1 times, 1 visits today)
Close