Written by 7:53 pm Αργυρός αιώνας

Μαρίνα Τσβετάγιεβα Τον πρώτο στίχο μονότονα επαναλαμβάνω

«Έστρωσα για έξι το τραπέζι έξι . . .»

 

Τον πρώτο στίχο μονότονα επαναλαμβάνω

Και όλο μια λέξη διορθώνω:

«Έστρωσα για έξι το τραπέζι» . . .

Εσένα μόνο ξέχασα – τον έβδομο.

 

Χαρούμενα περνούσαμε οι έξι.

Στα πρόσωπα σταλαγματιές βροχής . . .

Πως μπόρεσες σε τούτο το τραπέζι

Τον έβδομο να λησμονήσεις – την έβδομη . . .

 

Λυπημένοι οι επισκέπτες,

Άχρηστο το κρυστάλλινο σερβίτσιο.

Θλιμμένοι αυτοί – θλιμμένος κι εσύ

Η ακάλεστη, η πιο θλιμμένη απ’ όλους.

 

Λυπημένα και σκοτεινά.

Αχ! Μην τρώτε και μην πίνετε.

– Πώς μπόρεσα τον αριθμό να λησμονήσω;

Πώς μπόρεσα στο λογαριασμό να λαθέψω;

 

Πως μπόρεσες, πως τόλμησες να μην κατανοήσεις,

Πως οι έξι μας (δυο αδελφή, ο τρίτος

Εσύ με τη γυναίκα σου, ο πατέρας με τη μάνα)

Είμαστε επτά, αφού είμαι κι εγώ στον κόσμο.

 

Για έξι έστρωσες τραπέζι,

Μα μ’ έξι δε γέμισε ο κόσμος.

Αντί για σκιάχτρο ανάμεσα στους ζωντανούς – –

Φάντασμα θέλω να ΄μαι  με τους δικούς σου . . .

 

(Δικούς μου) . . .

Δειλή σα κλέφτης,

Ω, ψυχή ανέγγιχτη!

Μπροστά στο σερβίτσιο που δεν υπάρχει

Θα κάτσω η ακάλεστη εβδόμη.

 

Να! Έριξα το ποτήρι!

Κι αυτό που διψούσε να χυθεί,

Τ’ αλάτι όλο των ματιών, το αίμα όλο των πληγών – –

Απ’ το τραπεζομάντιλο – στο πάτωμα.

 

Μα, φέρετρο δεν υπάρχει! Ούτε και χωρισμός!

Λύθηκαν τα μάγια του τραπεζιού, γκρεμίστηκε το σπίτι.

Σα θάνατος στο γαμήλιο τραπέζι

Ήρθε εγώ στο δείπνο αυτό.

…Κανείς: ούτε αδελφός, ούτε γιος, ούτε σύζυγος,

Ούτε φίλος – κι εγώ παρόλα αυτά κατηγορώ:

– Τραπέζι έστρωσες για έξι ψυχές

Εμένα όμως δεν με κάθισες στην άκρη.

 

6 Μαρτίου 1941

 

Μετάφραση από τα Ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©

 

Αυτό είναι το τελευταίο ποίημα που έγραψε η Μαρίνα Τσβετάγιεβα λίγους μήνες πριν αυτοκτονήσει.

 

 

(Visited 4 times, 1 visits today)
Close