Written by 6:01 pm Διήγημα

Νατάλια Κλιουτσάρεβα Αστέρια κι άνθρωποι

Μέσα από την καμινάδα της θεοσκότεινης ίζμπας έβγαινε και διαλυόταν στην οικουμένη ο Γαλαξίας που έμοιαζε με ένα ανάλαφρο καπνό. Κατά αραιά διαστήματα οι μετεωρίτες έλαμπαν στα φουσκωμένα πλαϊνά του σκοταδιού και από τις καμπύλες τροχιές τους φαινόταν ότι ο ουρανός ήταν θολωτός. Η Νάντια κοιτούσε στα αστέρια, ακουμπώντας με την πλάτη στο φράχτη. Στο βάθος του περιβολιού κάτω από το θόλο, οι φίλοι της τραγουδούσαν όλοι μαζί ρυθμικά: «Όλη μου η ζωή από εσάς ζεστάθηκε σαν από του Ιούλιου τον ήλιο…»

Τα αστέρια ήταν στην προαιώνια θέση τους, η οποία δεν είχε αλλάξει από την εποχή των μαμούθ και των δεινοσαύρων.

«Τι παράξενο που είναι, – σκέφτηκε η Νάντια, αν είναι δυνατόν όλοι αυτοί οι αναρίθμητοι γαλαξίες και οι αστερισμοί να φτιάχτηκαν μόνο και μόνο προς χάρη των ανθρώπων. Ώστε εμείς μερικές φορές, πολύ σπάνια, να σηκώνουμε το κεφάλι και να βλέπουμε ότι δεν είμαστε δα τόσο μεγάλοι και σημαντικοί, όπως νομίζουμε. Αν είναι δυνατόν να ισχύει αυτό; Όχι, δε θέλω να το πιστέψω. Θα πρέπει να υπάρχει οπωσδήποτε και κάποιος άλλος, για χάρη του οποίου όλος αυτός ο ατελείωτος ουρανός, όλη αυτή η τρομακτική τεράστια ομορφιά υπάρχουν. Κάποιος πολύ καλύτερος από εμάς. Δεν μπορούμε καν να το εκτιμήσουμε αυτό…»

– Μιάουυυυ – νιαούρισε ο γάτος Γκρίνκα, ανεβαίνοντας στο φράχτη δίπλα στο σβέρκο της Νάντιας.

– Α,α,α,α,α,! – φώναξε η Νάντια. – Βλάκα! Κάνει να τρομάζουμε έτσι τους ανθρώπους; Κακούργε!

Στο ύψος των ματιών της έλαμψαν κι έσβησαν δύο τρελές πράσινες λάμψεις. Ο Γκρίνκα έξυσε με τα νύχια του τις σανίδες και χάθηκε ξανά στο σκοτάδι του δρόμου. Στην άλλη άκρη του χωριού αλύχτησε ένα σκυλί. Ένα αόρατο πουλί τερέτισε, θαρρείς και κάποιος χτύπησε με ένα μπαστούνι τον φράχτη. Η Νάντια ένιωσε παράξενα μέσα σε αυτή τη νυχτερινή ζωή του χωριού, η οποία δε χρειάζεται τον άνθρωπο και τις δουλειές του, και άρχισε να τρέχει με όλες τις δυνάμεις της προς τη φωτιά, γύρω από τη οποία καθόταν οι φίλοι της, φωτισμένοι με άλικες λάμψεις.

– Έξω έχει μείον δεκαεπτά βαθμούς! – φώναξε, με μάτια που έλαμπαν, ο κατακόκκινος Ντένια. – Ακόμη και για τη Γιακουτία είναι καταστροφή! Μας κλείδωσαν όμως για ώρες απ’ έξω για να μην κλέψουμε τίποτα. Σε τούτη την αποθήκη όμως η θερμοκρασία θα είναι τουλάχιστον δέκα βαθμοί πιο πάνω απ’ έξω. Εκεί όμως που στεκόμουν και βαρούσε με το σφυράκι μου, κατάλαβα ξαφνικά πως δεν νιώθω το χέρι μου μέχρι τον αγκώνα. Σκεφτείτε όμως ότι θα ανοίξουν την πόρτα μετά από μία ώρα. Τι θα κάνουμε μέχρι τότε;

Και τότε όλα τα μέλη της μπριγάδας άρχισαν να τρίβουν τις παλάμες τους. Έτσι σώθηκαν.

– Ντένιοτσκα, χαζούλη, μην πίνεις πολύ, – του ψιθύρισε δυνατά στ’ αυτί η ψαμψομύτα Σάσα.

– Τι είναι αυτά που λες; Σήμερα δεν ήπια σχεδόν τίποτα!

– Αχα! Και ποιος ρούφηξε τρία ποτήρια;

– Για ποια ποτήρια λες; Αυτά είναι σφηνάκια! – Ο Ντένια δυσανασχετώντας κατέβασε άλλο ένα ποτηράκι μονορούφι. – Και κάτι άλλο, όταν στην παγωνιά δυο άνθρωποι συνομιλούν, ανάμεσα τους πέφτουν κομματάκια πάγου που προέρχονται από την ανάσα τους. Και αιωρούνται. Σαν παγωμένες λέξεις.

– «Στην παγωνιά, στη παγωνιά, από τα ζεστά τα μέρη…» – είπε κάποιος τραγουδιστά.

Κάποιοι άλλοι άρχισαν να σιγοτραγουδούν.

Η Νάντια σηκώθηκε κι έφυγε, ψηλαφώντας ξυπόλητη το τραχύ μονοπάτι ανάμεσα στις βράγιες με τις φράουλες. Πίσω από το σπίτι, το οποίο έκρυβε η φωτιά, ο ουρανός έλαμπε ακόμη πιο έντονα κι ανελέητα. Η Νάντια κάθισε ανακούρκουδα, έτριψε το μάγουλο της και κάρφωσε το βλέμμα της ψηλά.

«Όχι, δεν χωρούν στο κεφάλι μου όλα αυτά τα αστέρια. Το φως τους φτάνει σ’ εμάς από τότε που υπάρχει η Γη, ίσως και παραπάνω. Τώρα τα κοιτάζουμε, εκεί όμως, ίσως να μην υπάρχει τίποτα πια. Δε θα το μάθουμε ποτέ. Δεν πρόκειται ποτέ στη ζωή μας  να δούμε τη δύση στην Αφροδίτη. Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά; Και γενικά πως μπορούμε να φανταστούμε ότι το σύμπαν είναι άπειρο;»

«Στον κήπο του κόμη έχει μια λιμνούλα…» – ακούστηκε το τραγούδι πίσω από τη γωνία.

«Κι όμως υπάρχει απάντηση, υπάρχει κάποια απλά λύση, το νιώθω», – σκέφτηκε η Νάντια, αλλά δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη σκέψη της, γιατί ένιωσε μια ακαταμάχητη επιθυμία να κρυφτεί από τον ουράνιο θόλο κάτω από την τέντα, όπου καθόταν οι φίλοι της κι έτσι πετάχτηκε όρθια και έτρεξε πίσω, σκοντάφτοντας στο στρογγυλό βαρέλι με το νερό.

– Μάσκα, βρωμιάρα, γρήγορα στο κρεβάτι! – ακούστηκε η βραχνή φωνή του Ντένια.

Η τρίχρονη Μάσκα, καθόταν σκυθρωπή, σφίγγοντας με τα χεριά της την άκρη του σκαμνιού, κουνούσε το κεφάλι της και ανοιγοκλείνοντας έκπληκτη τα ματάκια της.

– Αν πας να κοιμηθείς τώρα, αύριο θα σου αγοράσω μια μικρή σοκολάτα, – είπε τρυφερά η Σάσα.

– Δε θέλω.

– Γιατί παρακαλώ;

– Θέλω μια μεγάλη. – Η Μάσκα ξαφνικά άρχισε να γλιστράει αργά από το σκαμνί και στα μισά του δρόμου μέχρι το πάτωμα είχε αποκοιμηθεί.

– Αχ, γυναίκες! – Ο Ντένια την άρπαξε με το ένα του χέρι και την πήγε στο σπίτι.

– Όταν ήμουν μικρή, – είπε τυλιγμένη με το πάπλωμα η Αλίνα, – ο προπάππος μου μού είχε φτιάξει ένα σπιτάκι. Δεν ήταν ένα απλό κιβώτιο από τηλεόραση ή μαξιλάρι του ντιβανιού, όπως είχαν όλοι, αλλά ένα πραγματικό σπιτάκι: με τοίχους, παράθυρα και πόρτα. Το είχε βάλει στο περιβόλι… Μετά, όταν πήγαινα πια στο σχολείο, μετά τις διακοπές έπρεπε να γυρίζω στην πόλη. Εγώ κι αυτός πάντα κάναμε περίπατο ακολουθώντας την ίδια διαδρομή. Σκέφτηκα όμως πόσο μοναχικά θα νιώθει όταν πρέπει να κάνει βόλτα χωρίς εμένα! Έτσι, περνώντας δίπλα απ’ όλες τις αυλές της διαδρομής αυτής έγραψα με κιμωλία: «Προπάππου! Μη στεναχωριέσαι! Σ’ αγαπώ!»

– Όταν ήμουν μικρούλης, – είπε αναστενάζοντας ο Ντίμα, σκαλίζοντας με ένα ξύλο την πυροστιά, – ο μπαμπάκας μου ο αλκοολικός με είχε ξεχάσει μια φορά στο τραμ. Αναγκάστηκα να διασχίσω με τα πόδια όλη την πόλη, έκλαιγα και ήθελα να τον σκοτώσω. Το επόμενο πρωί όμως, όταν η γιαγιά μ’ έστειλε να αγοράσω ψωμί, βγήκα και τον είδα να κάθεται στην πλατειούλα. Μου έκανε ένα νεύμα με το δάχτυλο του, ψαχουλεύοντας τις τσέπες του και μούγκριζε. Σκύβοντας, βλέπω ότι έχει δεμένο σε ένα ξυλάκι ένα πετεινό. Ήταν γεμάτος τρίμματα καπνού.

– «Ωΐ, μαμά μου, μανούλα μου, με πονούν τα τραύματά μου…» – είπε άξαφνα μουγκρίζοντας ο Ντένια, πλησιάζοντας τη φωτιά.

– Σούρωσες, γουρούνι! – είπε χαρούμενος ο Σάσκα.

«Πονούν τα τραύματα μου τα βαθιά…» – πετάχτηκε με θλιμμένο τσιγγάνικο ύφος η Αλίνα.

Η Νάντια άρχισε να περιφέρεται ξανά. Τα αστέρια δεν την άφηναν να ησυχάσει. Η νύχτα τριβόταν στα τραχιά πλευρά του πλανήτη, θρόιζε στις μαύρες μηλιές, σφύριζε κι έτρεχε στις κολλιτσίδες. Η Νάντια νόμισε πως άκουσε πως κινείται η Γη στην ουράνια τροχιά της. Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της και η Νάντια κοίταξε προς τα πάνω, για να μην κυλήσουν.

«Πόσο μικροί είμαστε,- σκέφτηκε και τα αστέρια άρχισαν να τρεμοπαίζουν και να τα βλέπει διπλά. – Σε τούτο τον τεράστιο κόσμο. Τι παράξενο. Τα αγαπώ όλα».

Κάποιος ακούστηκε να περπατάει στη διπλανή βράγια, τσαλαπατώντας με θόρυβο τους μίσχους των κοιμισμένων λουλουδιών.

– Νάντια, πού είσαι; Πού πας;

– Ντίμα, εδώ είμαι, έλα.

Η Νάντια μαντεύοντας άπλωσε το χέρι κι έβγαλε τον Ντίμα από το σκοτάδι. Στον ορίζοντας κύλησε ένα ακόμη αστέρι. Ο αγέρας ράθυμα στριφογύριζε, χασμουρήθηκε και ξανά όλα ηρέμησαν. Η Νάντια χώθηκε στην αγκαλιά του Ντίμα και τον αγκάλιασε για να του δώσει κουράγιο.

– Κλαις;

– Όχι.

– Και γιατί τότε το πουκάμισο μου έγινε μούσκεμα;

– Από τη δροσιά μάλλον.

Η Νάντια έκλαιγε, αγκάλιαζε τον Ντίμα κι ένιωθε πως σε αυτή, την μικρή κι αδύναμη, όπως όλοι, ανοίγεται δειλά μια μικρή πόρτα στον τεράστιο, ατελείωτο κόσμο. Για κάποιο λόγο ξαφνικά έπαψε να φοβάται. Ήταν τόσο κοντά ακόμη και στα πιο μακρινά αστέρια.

– «Ο θάνατος που νικάει τον αιώνιο νόμο είναι η αγάπη μου…» – ακούστηκε μέσα στη νύχτα η κρυστάλλινη φωνή της Αλίνας.

– Πάμε να κοιμηθούμε, – είπε ο Ντίμα. – Έχω πιει σα γουρούνι.

– Σούρωσες, πάει να πει, – είπε γελώντας η Νάντια, σκουπίζοντας ταυτόχρονα τα μάτια της.

Ξεκίνησαν να γυρίσουν πίσω, σκοντάφοντας, μα κρατώντας ο ένας τον άλλον. Ανάμεσα από τα πόδια τους πετάχτηκε ένα μεγάλο βατράχι. Ο γάτος Γκρίνκα και ο αιώνιος αντίπαλός του, ουρλιάζοντας τρομακτικά, άρχισαν να μαλώνουν πίσω από την σιταποθήκη.

«Δεν είναι όνειρο, – τραγουδούσε η Αλίνα, – Δεν είναι όνειρο. Είναι η αλήθεια μου. Είναι η αλήθεια…»

Από την #4 Στέπα

Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης (С)

(Visited 1 times, 1 visits today)
Close