Written by 6:20 pm Βιβλιοστάσιο

Οι δύο θάνατοι και η μία κηδεία του Μάρκου Μαρκοβίτη

του Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη

Η ιστορία του 20ού αιώνα, παρά τα συναρπαστικά επιτεύγματα των γραμμάτων, των επιστημών και των τεχνών, παρά την ιλιγγιώδη ταχύτητα με την οποία διπλασιάζεται κάθε μερικούς μήνες η ανθρώπινη γνώση, σημαδεύτηκε από δύο μεγάλες ανθρωπιστικές καταστροφές, από δύο εφαρμογές της επί της γης κολάσεως, όπου εκατόμβες θυμάτων προσφέρθηκαν θυσία στον Μολώχ του Ολοκληρωτισμού, εν ονόματι της οικοδόμησης του επί γης παραδείσου.

Για τη μεγάλη ανθρωπιστική καταστροφή του Ολοκαυτώματος, αλλά και των υπόλοιπων εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας που διέπραξε ο Ναζισμός, οι νικητές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ομοθύμως οργάνωσαν τη Δίκη της Νυρεμβέργης και παρά τον μικρό αριθμό των καταδικασθέντων σε αυτή, αλλά και σε αρκετές άλλες που ακολούθησαν, το φαινόμενο του γερμανικού Εθνικοσοσιαλισμού, της Φυλετικής θεωρίας και της μαζικής εξόντωσης κατοχυρώθηκε στη συλλογική μνήμη της ανθρωπότητας ως το απόλυτο Κακό, προκαλώντας μέχρι σήμερα την αποστροφή των ανθρώπων καλής προαίρεσης.

Για τη δεύτερη όμως ανθρωπιστική καταστροφή, εκείνη των Γκουλάγκ, μέχρι σήμερα τηρείται μία στάση ένοχης σιωπής, όχι μόνο από τους θύτες και τους πολιτικούς τους απογόνους, αλλά και από πολλούς ανθρώπους που κατατάσσουν εαυτούς στο λεγόμενο «προοδευτικό χώρο».

Αν εξαιρέσουμε τη δίκη-παρωδία του Κ.Κ.Σ.Ε. στη Ρωσία το 1992, η οποία δεν αφορούσε την ουσία της υπόθεσης, παρά μόνο τη συνταγματικότητα των διαταγμάτων του τότε Ρώσου προέδρου Μπορίς Γιέλτσιν για τη διάλυση των οργανώσεων αυτού του κόμματος, καμία άλλη προσπάθεια δικαστικής, νομικής αποτίμησης δεν έγινε ούτε στη Ρωσία, ούτε σε καμία άλλη χώρα της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, σε μία προσπάθεια καταλλαγής των παθών (;) αλλά και οικοδόμησης μιας νέας κοινωνίας σε αυτές τις χώρες. Μοναδική ίσως εξαίρεση σε παγκόσμιο επίπεδο, η δίκη συνεργατών του Πολ Ποτ στη μακρινή και πολύπαθη Καμπότζη.

Απεναντίας, τα τελευταία χρόνια, τόσο στη χώρα όπου έλαβε χώρα αυτή η τεραστίων διαστάσεων ανθρωπιστική τραγωδία, όπου εκατομμύρια άνθρωποι, εξορίστηκαν, εκτοπίστηκαν, στάλθηκαν σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας και εκτελέστηκαν με αποφάσεις ενός ιδιότυπου κομμουνιστικού συστήματος απονομής δικαιοσύνης, τις περιβόητες τρόικες, αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπου ακόμη οι νοσταλγοί του ζόφου εκμεταλλευόμενοι τις ελευθερίες της ανοιχτής κοινωνίας, παρατηρούμε μία συστηματική προσπάθεια πολιτικής και ηθικής «αποκατάστασης» των θυτών, των εκτελεστών, των βασανιστών, των δεσμοφυλάκων, με το πρόσχημα και την επίκληση της αρχής του «υπέρτατου καλού», δηλαδή μιας ασαφούς υπόσχεσης για ένα καλύτερο μέλλον, βασισμένο στα βάσανα, τα δεινά και τα κόκαλα των θυμάτων.

Σ’ αυτή την προσπάθειά τους, πρώτο και βασικό τους μέλημα είναι η εξαφάνιση της μνήμης των θυμάτων. Έτσι παρατηρούμε στη Ρωσία μία συστηματική προσπάθεια όχι μόνο παρεμπόδισης αλλά και εξαφάνισης της μνήμης των θυμάτων.

Πολλοί συγκινήθηκαν προσφάτως από τα εγκαίνια του μνημείου των θυμάτων των πολιτικών διώξεων που έγιναν στη Μόσχα, παρουσία του προέδρου της χώρας Βλαντίμιρ Πούτιν και του Πατριάρχη Μόσχας και πασών των Ρωσιών Κυρίλλου. Είναι αναμφίβολα ένα θετικό βήμα. Ωστόσο, ελάχιστοι γνωρίζουν τις απηνείς διώξεις που υφίστανται τα μέλη και οι εθελοντές του Ιδρύματος Μεμόριαλ αλλά και οι πιέσεις που δέχεται το Κέντρο Σάχαροφ στην Μόσχα. Είναι εξάλλου γνωστή στη Δύση, όχι όμως στην Ελλάδα, η περίπτωση του ιστορικού Γιούρι Ντμίτριεφ, επικεφαλής του παραρτήματος του Μεμόριαλ στην Καρέλια, ο οποίος παρέμεινε δύο σχεδόν χρόνια προφυλακισμένος με την κατηγορία της παιδικής πορνογραφίας, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για μία εκδίκηση των διαδόχων της NKVD, γιατί ο επίμονος αυτός ιστορικός εντόπιζε, αποκάλυπτε και διέσωζε τους τόπους μαζικών εκτελέσεων και ταφών της σταλινικής περιόδου. Σε ανάλογη περιπέτεια βρίσκεται αυτή την περίοδο και ο επικεφαλής του Μεμοριάλ στην Τσετσενία.

Τα δύο αυτά ιδρύματα συγκεντρώνουν, ταξινομούν, καταλογογραφούν και ψηφιοποιούν τον πλούτο της μνήμης, της μνήμης των θυμάτων, αλλά και των θυτών. Από όλες τις γωνιές της Ρωσίας, συγγενείς και απόγονοι των θυμάτων στέλνουν τους ατομικούς φακέλους των αγαπημένων τους προσώπων με φωτογραφίες, δικαστικές αποφάσεις, αγγελτήρια θανάτου κ.λπ. Μέχρι σήμερα, έχουν καταγραφεί πάνω από 8.000.000 θύματα των Γκουλάγκ και η προσπάθεια συνεχίζεται.

Το βιβλίο του Μάριου Μαρκοβίτη για τον θείο του Μάρκο είναι, υπό μία έννοια, ένας ακόμη φάκελος μνήμης, ένα ακόμη κερί που, λόγω της δημοσίευσης του, θα καίει αιώνια και θα φωτίζει τα δειλά και διστακτικά, στην αρχή, βήματα των απογόνων προς την αλήθεια.

Ο Μάρκος Μαρκοβίτης, όπως και πολλοί άλλοι νέοι της εποχής του, πίστεψαν στην ιδεολογία, η οποία ευαγγελιζόταν μία κοινωνία καλύτερη, δικαιότερη και τους ανθρώπους ευτυχισμένους να ατενίζουν με αισιοδοξία το μέλλον.

Βρέθηκε μέσα στην περιδίνηση γεγονότων που ξεπερνούσαν κατά πολύ τα ανθρώπινα. Θύμα και θύτης ταυτόχρονα του Μινώταυρου του Ολοκληρωτισμού, ξεκίνησε το σύντομο ταξίδι του στη ζωή ελπίζοντας να φέρει την ευτυχία στους ανθρώπους, μα συνάντησε τον πόνο, τον ζόφο και τον θάνατο, από το χέρι εκείνων που μέχρι χθες συμπορεύονταν σε έναν αγώνα καταδικασμένο εξ αρχής σε μία τραγωδία αποκαλυπτικών διαστάσεων.

Ο Μάρκος Μαρκοβίτης ήταν ένας από τους 200 με 400 Έλληνες που πήγαν προπολεμικά στη Σοβιετική Ένωση για να «σπουδάσουν» στα κομματικά πανεπιστήμια που έφταιξε το Κ.Κ.Ρ (Μπολσεβίκοι), κυρίως όμως η Κομμουνιστική Διεθνής, προκειμένου να στελεχώσει τα νεαρά κατά τόπους Κομμουνιστικά Κόμματα, στην πραγματικότητα όμως για να δημιουργήσει μηχανισμούς προώθησης των συμφερόντων της εξωτερικής πολιτικής της Ε.Σ.Σ.Δ. σε διάφορες χώρες.

Άνθρωποι ιδεαλιστές, αγνοί, έντιμοι, έτοιμοι για υπέρτατη αυτοθυσία, διακινδυνεύοντας τα πάντα, συνέρρεαν από όλες τις μεριές του κόσμου για να βαπτιστούν στα νάματα της κομμουνιστικής ιδεολογίας και, στη συνέχεια, να αποσταλούν να κηρύξουν τη μία, μοναδική, απόλυτη αλήθεια, με στόχο να φέρουν πιο κοντά την παγκόσμια επανάσταση. Ανάμεσα σε αυτούς και ο πατέρας μου, μόνο που πρόλαβε να επιστρέψει στην Ελλάδα το 1931, γλιτώνοντας έτσι από τις σταλινικές εκκαθαρίσεις, συναντώντας όμως μία άλλη, εξίσου άδικη μοίρα.

Πολλοί από εκείνους που παρέμειναν στη Σοβιετική Ένωση, ορισμένοι γιατί δεν είχαν άλλη επιλογή, άλλοι γιατί επέστρεψαν από τον Ισπανικό Εμφύλιο πόλεμο και κάποιοι άλλοι γιατί θέλησαν να συμβάλλουν στην οικοδόμηση της νέας κοινωνίας, βρήκαν τραγικό τέλος στα μπουντρούμια της N.K.V.D., στα στρατόπεδα της Κολιμά και του Μεγάλου Βορρά, στις εσχατιές της Σιβηρίας. Μαζί τους βρέθηκαν και πολλοί άλλοι Έλληνες, θύματα των δύο «ελληνικών επιχειρήσεων» το 1937 και το 1944.

Σήμερα, δεν μπορούμε να κρίνουμε τις αποφάσεις και τις επιλογές αυτών των ανθρώπων. Μία χαιρέκακη και εκδικητική άποψη θα ήταν ότι έπεσαν θύματα της ίδιας τους της ιδεολογίας. Μία επιπόλαιη και άδικη άποψη θα ήταν ότι δεν πρέπει να σκαλίζουμε τα περασμένα.

Ωστόσο, ο θάνατος του Μάρκου Μαρκοβίτη παρέμενε επτασφράγιστο μυστικό για ολόκληρες δεκαετίες, μέχρι την κατάρρευση του συστήματος, για οποίο είχε τόσο προσπαθήσει και το οποίο τόσο πολύ είχε τον είχε γοητεύσει. Ο θάνατος αυτός, ο φυσικός θάνατος, ήταν μία από εκατομμύρια στιγμές που αποτελούν τη χρονική αλυσίδα ενός μη αναγνωρισμένου, μη καταδικασμένου ολοκαυτώματος, τα ίχνη του οποίου χάνονται ανάμεσα σε σκονισμένα κιβώτια διαφόρων αρχείων, τα οποία μέχρι σήμερα, εν πολλοίς, δεν είναι προσβάσιμα ούτε στους συγγενείς, ούτε στους ερευνητές ιστορικούς.

Το καθεστώς δεν αρκέστηκε στη φυσική εξόντωση των υποτιθέμενων «εχθρών του λαού», αλλά κατέβαλε κάθε προσπάθεια όχι μόνο να εξαφανίσει τη μνήμη τους – αυτό θα ήταν κατανοητό με όρους συμφερόντων μιας συγκεκριμένης πολιτικής – αλλά να εξαφανίσει τους ίδιους τους ανθρώπους. Σ’ αυτό αποσκοπεί σήμερα, εξάλλου, η προσπάθεια που γίνεται από τους ορθόδοξους κομμουνιστικούς κύκλους στη Ρωσία, αλλά και σε άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων και στη δική μας, η αναφορά σε αυτή την περίοδο να γίνεται απρόσωπα και οι αναφορές να είναι σκοπίμως γενικόλογες.

Δεν υπάρχουν, γενικά, θύματα πολιτικών διώξεων, υπάρχουν θύματα του σταλινικού κομμουνιστικού καθεστώτος. Τα θύματα αυτά ήταν άνθρωποι, είχαν πρόσωπο και ιστορία. Πέρασαν από τον κόσμο τούτο κι άφησαν ίχνη, παιδιά, απογόνους, πολλοί άφησαν μεγαλοφυή έργα της επιστήμης και των τεχνών, άλλοι απλά ήταν έντιμοι μεροκαματιάρηδες ή απλοί χωρικοί.

Δεν υπάρχουν, γενικά, διώξεις, υπάρχει συστηματική εξόντωση, όχι μόνο πολιτικών αντιπάλων, αλλά απλών ανθρώπων, μοναδικό έγκλημα των οποίων ήταν μία διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων, η πίστη σε κάποιο Θεό, η εθνική καταγωγή, το λάθος ενός ανεκδότου ή μιας «ύποπτης» φράσης σε ακατάλληλη παρέα, πολλές φορές μάλιστα αρκούσε μία ανώνυμη καταγγελία για να «επιληφθούν οι Αρχές» ή η συγγενική, φιλική ή επαγγελματική σχέση με κάποιον συλληφθέντα.

Υπάρχει όμως και μία άλλη διάσταση, στην οποία θέλω να σταθώ για λίγο.

Είναι η διάσταση της σιωπής των άλλων. Μιας σιωπής, η οποία, όταν επικράτησε στα χρόνια εκείνα, όταν η κόκκινη τρομοκρατία ήταν στο απόγειό της, όταν οι άνθρωποι κοιμούνταν με τα ρούχα, έχοντας έτοιμη μία μικρή βαλίτσα με τα αναγκαία για τη φυλακή, θα μπορούσε να γίνει κατανοητή. Όπως σημειώνει στα «Απομνημονεύματά» του ο ιστορικός και κριτικός της λογοτεχνίας Ντμίτρι Λιχατσόφ, ο οποίος έζησε 4 ολόκληρα χρόνια στα νησιά Σολοφκί, το πρώτο στρατόπεδο συγκέντρωσης που φτιάχτηκε με προσωπική εντολή του Β.Ι. Λένιν «όλοι ήξεραν, κανείς δεν μιλούσε».

Είναι αναρίθμητες οι αφηγήσεις των συγγενών των θυμάτων, στις οποίες διηγούνται πώς εξοστρακίζονταν όλοι τους αμέσως στους χώρους δουλειάς και σπουδών, στα κοινοβιακά διαμερίσματα, στις φιλικές συναναστροφές. Όλοι γνώριζαν, όλοι σιωπούσαν, όλοι άφηναν τα θύματα και τους συγγενείς τους στο έλεος της μοίρας.

Ανάλογη ήταν και η στάση των κομμουνιστών σε άλλες χώρες. Το χειρότερο είναι ότι ανάλογη ήταν και η στάση πολλών διανοουμένων της Δύσης που έκλειναν τα μάτια και τα αυτιά τους στις οιμωγές των θυμάτων, εν ονόματι μιας ανώτατης ηθικής αρχής ή ενός φωτεινού κι ευτυχισμένου μέλλοντος. Κλασσική ήταν η περίπτωση του Ρομαίν Ρολάν, ο οποίος, όταν τον πλησίασαν για να υπογράψει μία δήλωση προκειμένου να μην εκτελεστεί η Μιλάντα Χαράκοβα από τους σταλινικούς εγκάθετους στην Τσεχοσλοβακία το 1950, απάντησε πως «στα αυτιά μου έρχονται μόνο οι οιμωγές και οι κραυγές των βασανισμένων για τη δίκαιη υπόθεση της νέας κοινωνίας και όχι των υπηρετών του καπιταλιστικού συστήματος».

Το καθεστώς μετά τον φυσικό θάνατο όλων αυτών των ανθρώπων επεδίωξε και, εν πολλοίς, πέτυχε και τον δεύτερο θάνατο, τον ιστορικό ή το θάνατο της μνήμης τους. Ήταν κοινή πρακτική την εποχή εκείνη, οι συγγενείς, αμέσως μετά τη σύλληψη ενός μέλος της οικογένειάς τους, να καίνε τις κοινές τους φωτογραφίες, να αλλάζουν επίθετα, να «ξαναγράφουν» την προσωπική και οικογενειακή τους ιστορία, χωρίς τους ανεπιθύμητους «εχθρούς του λαού». Σήμερα, αν ψάξετε να βρείτε οικογενειακές φωτογραφίες των θυμάτων, δεν θα βρείτε καμία. Σπανίως θα βρείτε φωτογραφίες που ήταν μόνοι τους, ενώ οι μόνες που έχουν απομείνει είναι εκείνες των ατομικών τους φακέλων κατά τη σύλληψή τους, με εμφανείς τους αριθμούς των ημερομηνιών. Τυχεροί θεωρούνται όσοι βρίσκουν τα υπηρεσιακά σημειώματα εκτέλεσης της ποινής, όπου αναγράφεται η ημερομηνία θανάτου των προσφιλών τους προσώπων. Η σύζυγος του Οσίπ Μαντελστάμ έμαθε την ημερομηνία θανάτου του είκοσι χρόνια μετά το θάνατό του, ενώ οι συγγενείς του π. Πάβελ Φλορένσκι έμαθαν την τραγική κατάληξη του μεγάλου Ρώσου εγκυκλοπαιδιστή, φιλοσόφου και θεολόγου μόνο μετά την κατάρρευση της Ε.Σ.Σ.Δ.

Ανάλογη ήταν και παραμένει η στάση των εγχώριων απολογητών του σταλινικού ζόφου στη χώρα μας, του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. Αρνούμενο να δώσει πρόσβαση, τουλάχιστον, στους ιστορικούς, προσπαθεί μέσω της επιβεβλημένης λήθης να «σβήσει» από την ιστορία τα θύματα των δικών του Γκουλάγκ στο Μπούλγκες, στο Μπέλενε, στο «Νησί της σιωπής» στον ποταμό Νερέτβα, στις εξορίες των ανεπιθύμητων στις εσχατιές της Σιβηρίας αλλά και στα «στρατόπεδα αναμόρφωσης μέσω της εργασίας» στις υπόλοιπες κατεχόμενες από τους Σοβιετικούς ευρωπαϊκές χώρες.

Με μισόλογα και αναμάσημα αποφάσεων της δεκαετίας του 1950 νομίζουν πως ξεμπέρδεψαν με το θέμα. Η μοναδική τους σπουδή είναι η ανέγερση μνημείων ανά τη χώρα για τον Εμφύλιο πόλεμο. Αποφεύγουν όμως κάθε συζήτηση για τις δικές τους εκκαθαρίσεις, για τα δικά τους ανομήματα, προβάλλοντας πάντα το «συμφέρον του κόμματος και του κινήματος».

Ευτυχώς όμως υπάρχουν οι επίμονοι αρχαιολόγοι της μνήμης, οι άνθρωποι που μέσα από δυσκολίες και αντιξοότητες καλλιεργούν το στέρφο χωράφι της μνημοσύνης και αφήνουν εμάς του υπόλοιπους να απολαύσουμε τους σπάνιους καρπούς που ανθίζουν σε τούτα τα κακοτράχηλα μέρη αναψηλάφησης του παρελθόντος.

Ένας τέτοιος πολύτιμος καρπός είναι και το βιβλίο του Μάριου Μαρκοβίτη «Δεν είμαι εχθρός του λαού», που αφηγείται την ιστορία του θείου του Μάρκου, τις περιπέτειες και τον τραγικό του θάνατο.

Σε συμβολικό επίπεδο το βιβλίο αυτό δεν είναι τίποτα άλλο από την πρώτη και μοναδική κηδεία του Μάρκου Μαρκοβίτη.

Γιατί ο θάνατος, ως το μέγα, απόλυτο και αμετάκλητο γεγονός της ζωής, συμβαίνει μόνο οι ζωντανοί θρηνήσουν τον νεκρό, όταν μέσα από τον θρήνο τους αποκρυσταλλώνεται όχι μόνο ο πόνος της απώλειας, αλλά και οι μνήμες για τον νεκρό.

Η αποστέρηση της κηδείας στερεί από το νεκρό το δικαίωμα της ευπρεπούς ταφής, της απόδοσης τιμών και της συγχώρεσης ή όπως αναφέρεται και στην εξόδιο ακολουθία «Ποῖος χωρισμός, ὧ ἀδελφοί, ποῖος κοπετός, ποῖος θρῆνος, ἐν τῇ παρούση ῥοπή ! Δεῦτε οὖν ἀσπάσασθε τόν (τήν) πρὸ μικροῦ μεθ’ ἡμῶν, παραδίδοται τάφῳ γάρ, καλύπτεται λίθῳ, σκότει κατοικίζεται, νεκροῖς συνθάπτεται. πάντες συγγενεῖς τε καὶ φίλοι, ἄρτι χωριζόμεθα ὅνπερ (ἥνπερ), ἀναπαῦσαι Κύριος εὐξόμεθα.»

Την ίδια στιγμή στερεί από τους ζωντανούς το δικαίωμα στο λυτρωτικό πένθος, στο οποίο αποκρυσταλλώνεται ο πόνος της απώλειας αλλά και οι μνήμες για τον νεκρό.

Η αποστέρηση της κηδείας και του πένθους δημιουργούν έναν κόσμο που βρίσκεται ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και στον κόσμο των νεκρών, ένα κόσμο που βρίσκεται στη μεθόριο ανάμεσά τους και καθηλώνει το βλέμμα των ζωντανών στο παρελθόν, εμποδίζοντας τους να συνειδητοποιήσουν το παρόν και να ατενίσουν το μέλλον. Είναι ο κόσμος των περιπλανώμενων, αδικαίωτων, άκλιτων και άταφων σκιών που περιφέρονται ανάμεσα στους ζωντανούς, αναζητώντας τη δική τους, ξεχωριστή θέση στη μνήμη.

Έτσι, το βιβλίο αυτό μας προσφέρει μία ευκαιρία να θρηνήσουμε, να πενθήσουμε, να κλείσει η πληγή της αγιάτρευτης μνήμης και να προχωρήσουμε μπροστά. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει.

Το βιβλίο του Μάριου Μαρκοβίτη έχει και μία άλλη σημασία, πέραν της συμβολικής ταφής του Μάρκου Μαρκοβίτη. Είναι μία πράξη αντίστασης απέναντι στην εξουσία της επιβεβλημένης λήθης. Σήμερα, το να μιλάμε για τους νεκρούς μιας ουτοπίας που μετατράπηκε σε ζόφο είναι μία πράξη εξέγερσης απέναντι στη βαναυσότητα της εποχής της μετά-λήθης, όπου όλα αντιμετωπίζονται, υποτίθεται, υπό το ψυχρό, αντικειμενικό, επιστημονικό πνεύμα, ενώ στην ουσία πρόκειται για μία προφανή στρατηγική αναθεωρητικής ρετροσπεκτίβας με απώτερο στόχο όχι τη μνημόνευση των θυμάτων, μα τη δικαίωση των θυτών.

Υπ’ αυτή την έννοια, ο Μάριος Μαρκοβίτης και το βιβλίο του, ανήκουν στους πιονιέρους της μνήμης ως ακύρωσης της λήθης. Το βιβλίο είναι μία μαρτυρία της μνήμης, ένα κενοτάφιο όχι μόνο του Μάρκου Μαρκοβίτη, αλλά και όλων εκείνων που έπεσαν θύματα της τρομακτικής εποχής του σταλινικού ζόφου. Συνάμα όμως είναι και ένα από τα πρώτα οδοφράγματα στον αγώνα του πένθους απέναντι στην ηθικής της μετά-μνήμης. Γι’ αυτό και μόνο αξίζει να διαβαστεί πολύ προσεκτικά από όλους.

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος # 9 της Στέπας

(Visited 1 times, 1 visits today)
Close