Written by 10:33 am Δοκίμιο, Θεολογία, Ιστορία

π. Πάβελ Φλορένσκι Η Λαύρα της Αγίας Τριάδας – Αγίου Σέργιου και η Ρωσία

Όταν επισκέφτηκε την Λαύρα της Αγίας Τριάδας – Αγίου Σέργιου την 11η Ιουνίου 1655, ο αρχιδιάκονος του Πατριαρχείου Αντιοχείας Παύλος του Χαλεπίου, την περιέγραψε με μεγάλο ενθουσιασμό ως τον πλέον θαυμαστό μέρος σε ολάκερη τη γη. Ο ναός δε της Αγίας Τριάδος «ήταν τόσο όμορφος», «που δεν θέλεις να φύγεις από αυτόν». Δεν έχουμε κανένα λόγο να υποπτευόμαστε την ειλικρίνεια αυτής της κρίσης, εφόσον ο Παύλος του Χαλεπίου δεν έγραφε το κείμενο αυτό με σκοπό να το δημοσιεύσει, αλλά για αποκλειστική χρήση δική του και των εγγονών του και μόνο στην εποχή μας, οι εντυπώσεις του έγιναν κοινό κτήμα. Δεν θα ήταν σωστό να αποδώσουμε αυτή την μαρτυρία στην ανατολική καλλιέπεια του συγγραφέα, βλέπετε η αραβική του φαντασία, ή καλύτερα η φλογερή του αίσθηση είναι ικανή να δει στο περιβάλλον πιο καλλιτεχνικές εντυπώσεις, απ ότι τις ανοησίες και την φτωχή φαντασία των βορείων, τότε παρόμοια αποτίμηση θα υπήρχε για όλα όσα είδε και ανάμεσα τους εξέχουσα θέση θα κατείχε η Λαύρα· προφανώς έτσι ήταν. Αυτή η μαρτυρία του εκ Χαλεπίου Παύλου ο καθένας μπορεί να το επαληθεύσει μόνος του, όλοι όσοι έζησαν για αρκετό χρόνο κοντά στον «Οίκο της Παναγίου Θεοτόκου», όπως την αποκαλούν οι χρονικογράφοι μας. Κατά την τουριστική περιήγηση της Λαύρας, το φευγαλέο βλέμμα για πρώτη φορά απλώνεται όχι σε εκείνο τον πλούτο που κυριαρχεί ποσοτικά, αλλά στον άλλο, τον εκλεπτυσμένο πλούτο των καλλιτεχνικών εντυπώσεων που προκαλεί. Υπάρχει, ωστόσο, και μια πολύ πιο λεπτή γοητεία της Λαύρας, η οποία κυριεύει μέρα με την ημέρα, με την εγκαταβίωση σε αυτόν τον περίκλειστο κόσμο. Η γοητεία αυτή είναι ζεστή, σαν την θολή μνήμη των παιδικών μας χρόνων, κάνει την ψυχή να νιώθει οικεία στην Λαύρα, έτσι ώστε όλα τα υπόλοιπα μέρη να γίνονται από τούδε και στο εξής ξένα, ενώ  αυτή την κάνει αληθινή πατρίδα, η οποία καλεί τους γιους της να επιστρέψουν, αμέσως μόλις ξεστρατίσουν.  Ακόμη και οι πιο πλούσιες όμως εντυπώσεις γίνονται μελαγχολικές και κενές, όταν κάποιος επισκεφτεί το Οίκο του Αγίου Σέργιου.  Η επιβολή αυτής της γοητείας μέσα στον βαθύτατο περιορισμό της. Δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με την αισθητική, αλλά και με την αίσθηση της ιστορίας και τα αισθήματα της ψυχής του λαού και τον τρόπο αντίληψης εν γένει του ρωσικού κράτους και με μια άλλη, δύσκολα ερμηνεύσιμη, αλλά αδυσώπητη σκέψη: εδώ, στην Λαύρα συγκεκριμένα, έστω και αν γίνεται κατανοητό, διαμορφώνεται εκείνο που ως ύψιστο νόημα θα μπορούσε να αποκληθεί κοινή γνώμη, εδώ γεννιούνται οι καταδίκες της ιστορίας, εδώ πραγματώνεται η παλλαϊκή και, συνάμα, απόλυτη δίκη για όλες τις πλευρές της ρωσικής ζωής. Είναι εκείνη η πολύπλευρη ενότητα ζωής της Λαύρας, ως μικρόκοσμου και μικροϊστορία, ως μία ιδιότυπη καταγραφή του Είναι της πατρίδας μας, πράγμα που δίνει στη Λαύρα τον χαρακτήρα του νοούμενου. Εδώ γίνεται πολύ πιο αισθητός απ’ οπουδήποτε αλλού, ο σφυγμός της ρωσικής ιστορίας, εδώ υπάρχει η σύναξη των πλέον ευαίσθητων, νευρικών και κινητήριων απολήξεων, εδώ η Ρωσία γίνεται αισθητή ως σύνολο.

Όπως, για παράδειγμα, ένα πορτραίτο ζωγραφικής είναι αενάως πιο πυκνό από μια φωτογραφία, γιατί η πυκνότητα συνοψίζει όλη την ποικιλότητα των διαφόρων εντυπώσεων που προκαλεί το πρόσωπο, οι οποίες συλλαμβάνονται από το φωτογραφικό φίλμ τυχαία και σκόρπια, έτσι και η Λαύρα είναι ένα πορτραίτο ζωγραφικής της Ρωσίας στο σύνολό της, σε σύγκριση με την οποία οποιοδήποτε άλλο μέρος δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια φωτογραφία. Υπ’ αυτή την έννοια, μπορούμε να πούμε ότι η Λαύρα είναι η πραγμάτωση ή η εκδήλωση της ρωσικής ιδέας, η εντελέχεια, όπως θα έλεγε και ο Αριστοτέλης. Ιδού πού οφείλεται αυτή η ανεξήγητη έλξη που ασκεί η Λαύρα! Βλέπετε, μόνο εδώ, στο νοητό κέντρο της Ρωσίας, ζεις στην πρωτεύουσα του ρωσικού πολιτισμού, όταν όλα τα υπόλοιπα είναι οι επαρχίες κι οι εσχατιές της. Μόνο εδώ, επαναλαμβάνω, το στήθος μπορεί να αναπνέει πλήρως, ενώ το στομάχι νιώθει ικανοποιημένο από την σωστή μερίδα ποιοτικής πολιτισμικής τροφής. Όταν απομακρύνεσαι από αυτό το σημείο ισορροπίας της ρωσικής ζωής, από αυτό το σημείο αλληλοστήριξης των διαφόρων δυνάμεων της ρωσικής ζωής, αρχίζεις να χάνεις την ισορροπία σου και την αρμονική ανάπτυξη της προσωπικότητας αρχίζει να την απειλεί η εξειδίκευση και η τεχνικότητα. Προσεγγίζω σχεδόν αυτή την λέξη περί τόπου, η οποία είναι διαποτισμένη από την πνευματική ενέργεια του Αγίου Σεργίου, την λέξη, για την οποία δεν μπορώ επ’ ουδενί μέχρι τώρα να διατυπώσω. Είναι η λέξη αρχαιότητα. Επιβίωσε η λέξη αυτή στην καρδιά της Ρωσίας, την μοναδική νόμιμη κληρονόμο του Βυζαντίου και μέσω αυτού, αλλά επίσης και άμεσα, της αρχαίας Ελλάδας, επιβίωσε σε αυτή την καρδιά, λέω, εδώ στην Λαύρα, η οποία ακούραστα διαποτίζει την σκέψη για τις ανακλήσεις, στα πλέον πολύτιμα νάματα του πολιτισμού, εκείνο που βλέπει μπροστά του, με την ελληνική αρχαιότητα. Δεν γίνεται λόγο για την εξωτερική και άρα επιφανειακή, τυχαία, μίμηση της αρχαιότητας, ούτε για τις ιστορικές επιδράσεις, οι οποίες άλλωστε είναι αδιαμφισβήτητες και πολυάριθμες, αλλά για το ίδιο το πνεύμα του πολιτισμού, για εκείνη την αύρα της μουσικής της, η οποία μπορεί να παρομοιαστεί με την συγγενική σχέση του γένους, συμπεριλαμβανομένων, μερικές φορές, ακόμη και των παραμικρών λεπτομερειών που φτάνουν μέχρι την χροιά της φωνής, η οποία μπορεί να είναι κοινή στα μέλη μιας οικογένειας και με την απουσία κάθε εξωτερικής ομοιότητας, η οποία θα μπορούσε να συγκλονίσει το βλέμμα. Κι αν ολάκερη η Ρους, με την μεταφυσική της φόρμα, είναι συγγενής του ελληνισμού, τότε ο πνευματικός γενάρχης της Ρους της Μόσχας ενσάρκωσε εκείνη την ελληνική τέλεια αρμονία, την όντως τέλεια, προσωπικότητα με εκείνο το βαθμό της καλλιτεχνικής επεξεργασίας των στοιχείων του πνευματικού χαρακτήρα της Ρους, που και ο ίδιος, σε σχέση με την Λαύρα, ή ακριβέστερα, με όλο το πνευματικό πεδίο που ο ίδιος έχει διαποτίσει κυριολεκτικά, είναι, επιστρέφοντας στην προηγούμενη σύγκριση, το πορτραίτο του πορτραίτου, η αγνότερη έκφραση εκείνης της πνευματικής ουσίας, η οποία πνέει πολύμορφα από όλες τις πλευρές της Λαύρας ως ενιαίο σύνολο. Αν ο Οίκος του Αγίου Σέργιου είναι το πρόσωπο της Ρωσίας, ένα φαινόμενο υψηλής τέχνης, τότε ο ιδρυτής της είναι απλά η πρωτομορφή της, η πρωτομορφή αυτής της μορφής της Ρωσίας, το πρωτοφαινόμενο, όπως θα έλεγε ο Γκαίτε, ή στρεφόμενοι προς την οικεία ορολογία της, η μορφή της, η μορφή του προσώπου της γιατί με την λέξη «μορφή» εννοούμε την καθαρότερη εμφάνιση της πνευματικής φόρμας, απελευθερωμένη από όλες τις επιστρώσεις και τις εφήμερες καλύψεις, από κάθε είδους κελύφη, από κάθε τι ημιθανές που καλύπτει τις καθαρές, επεξεργασμένες της γραμμές. Στην εκκλησιαστική συνείδηση, όχι σε εκείνη τη φτωχή συνείδηση που απεικονίζεται στα θεολογικά εγχειρίδια, αλλά στη συνοδική, μέσω της αδιάλειπτης συνοδικότητας και της διαρκούς σύναξης στη ζώσα πνευματική αυτοσυνείδηση του λαού, ο Οίκος της Ζωοδότριας Τριάδας γινόταν πάντα αντιληπτός και θεωρείται ως καρδιά της Ρωσίας, ενώ ο οικοδόμος του Οίκου αυτού, ο Άγιος Σέργιος του Ραντονιέζσκ, «ως ιδιαίτερος φύλακας και αρωγός του Ρωσικού κράτους μας», όπως αναφέρθηκαν σε αυτόν οι τσάροι Ιωάννης και Πιότρ Αλεξέγιεβιτς το 1689, ιδιαίτερος προστάτης, φύλακας και ηγέτης του ρωσικού λαού, ίσως θα ήταν ακριβέστερο αν λέγαμε Φύλακας Άγγελος της Ρωσίας. Φυσικά, δεν πρόκειται για μια σύγκριση με τους άλλους αγίους ως προς το ιστορικό του μεγαλείο, αλλά για την ιδιαίτερη δημιουργική σχέση του Άγίου Σεργίου με την ψυχή του ρωσικού λαού. Μιλώντας για τον πατέρα, ως έναν εξαιρετικό για μένα άνθρωπο, δεν θέτω κατ’ αυτόν τον τρόπο το ερώτημα περί σύγκρισης των διαστάσεών του με άλλους πατέρες, παρόλα αυτά όμως, είναι δικός μου, αυτός ο συγκεκριμένος, και κατανοώντας τον εαυτό μου δεν μπορώ να μην συγκεντρωθώ κατ’ αποκλειστικότητα σε αυτόν. Έτσι, επιδιώκοντας να γνωρίσω και να κατανοήσω την ψυχή της Ρωσίας, δεν μπορούμε παρά να επικεντρώσουμε την σκέψη μας σε αυτόν τον Άγγελο της Ρωσικής γης και, όπως γνωρίζετε, η λαϊκή, εκκλησιαστική σκέψη για τους φύλακες αγγέλους είναι πολύ κοντά με τις φιλοσοφικές έννοιες: της πλατωνικής ιδέας, της αριστοτελικής φόρμας ή καλύτερα της ενδελέχειας, του μεταγενέστερου, αν και διαστρεβλωμένου ιδανικού, ως υπερ-εμπειρικής, υπεράνω έξυπνης πνευματικής ουσίας, την οποία με τον άθλο της καλλιτεχνικής δημιουργίας ολόκληρης της ζωής μέλλει να ενσαρκώσει, παράγοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο από τη ζωή τον πολιτισμό. Για να κατανοήσουμε την Ρωσία, πρέπει να κατανοήσουμε την Λαύρα και για να κατανόησουμε την Λαύρα θα πρέπει με βλέμμα προσεκτικό να εξετάσουμε τον ιδρυτή της, ο οποίος έγινε εν ζωή άγιος, «τον θαυμάσιο Στάρετς, τον άγιο Σέργιο», όπως μαρτυρούν γι’ αυτόν οι συγκαιρινοί του.

ΙΙ

Η εποχή του Αγίου Σέργιου, δηλαδή η εποχή κατά την οποία εμφανίζεται η Ρους της Μόσχας, συμπίπτει με μία από τις μεγαλύτερες πολιτισμικές καταστροφές. Εννοώ το τέλος του Βυζαντίου, γιατί ο Άγιος Σέργιος γεννήθηκε περίπου πενήντα χρόνια πριν και πέθανε περίπου εξήντα χρόνια μετά την τελική πτώση της Κωνσταντινούπολης. Το κερί όμως πριν σβήσει για πάντα δίνει την πιο έντονη φλόγα, έτσι και ο Βυζαντινός Μεσαίωνας πριν την πτώση καταγράφει μια ιδιαίτερα πλούσια άνθιση, θαρρείς κι ήταν επιθανάτια, με οξυμμένη σαφήνεια, συνειδητοποιώντας και επαναλαμβάνοντας την ιδέα του: ο 14ος αιώνας σηματοδοτείται από την επονομαζόμενη τρίτη Αναγέννηση του Βυζαντίου επί Παλαιολόγων. Όλες οι πνευματικές δυνάμεις του βασιλείου των Ρωμαίων αφυπνίζονται ξανά και στη νοοθεώρηση και στην ποίηση και στις εικαστικές τέχνες. Η αρχαία Ρους ανάβει την φλόγα του πολιτισμού της κατευθείαν από την ιερά φλόγα του Βυζαντίου, παραλαμβάνοντας χέρι με χέρι, ως πολύτιμη περιουσία της, την φωτιά του Προμηθέα της Ελλάδας. Στον Άγιο Σέργιο, ως βλέποντα οφθαλμό, συγκεντρώνονται σε ένα σημείο τα επιτεύγματα του ελληνικού Μεσαίωνα και πολιτισμού. Εκεί στο Βυζάντιο όμως αποσυντέθηκαν και διαλύθηκαν, πράγμα που οδήγησε στον χαμό του πολιτισμού, εδώ όμως, στην γεμάτη ζωτικότητα καρδιά του νεαρού λαού, για άλλη μια φορά με τρόπο δημιουργικό επανενώθηκαν στο εκτυφλωτικό φαινόμενο μιας προσωπικότητας και από αυτή, από τον Άγιο Σέργιο άρχισαν να κυλούν τα πολυποίκιλα ρυάκια της πολιτισμικής υγρασίας, θαρρείς κι ήταν ένα νέο κέντρο ενοποίησης, διαποτίζοντας τον ρωσικό λαό και έχοντας βρει σε αυτόν μια ιδιόμορφη ενσάρκωση.

Εξετάζοντας την ρωσική ιστορία, στον ίδιο τον καμβά του ρωσικού πολιτισμού, δεν θα βρούμε ούτε ένα νήμα που να μην οδηγεί σε αυτόν τον πρώτο κόμπο· η ηθική ιδέα, το κράτος, η ζωγραφική, η αρχιτεκτονική, η λογοτεχνία, το ρωσικό σχολείο, η ρωσική επιστήμη, όλα αυτά τα νήματα του ρωσικού πολιτισμού ενώνονται στο πρόσωπο του Αγίου. Στο πρόσωπό του ο ρωσικός λαός κατάλαβε τον εαυτό του· την πολιτισμική και ιστορική του θέση, την πολιτισμική του αποστολή και μόνο όταν το κατανόησε αυτό, απέκτησε το δικαίωμα για ανεξαρτησία. Η μάχη στο Κουλίκοβο, εμπνευσμένη και προετοιμασμένη στην Αγία Τριάδα, ένα χρόνο πριν την διεξαγωγή της, ήταν η αφύπνιση της Ρους ως λαού ιστορικού· με τον Άγιο Σέργιο incipit historia. Ωστόσο, ας εξετάσουμε την μορφή εκείνης της ένωσης όλων των νημάτων και προβλημάτων του πολιτισμού, την οποία πήρε ο Άγιος από το ετοιμοθάνατο Βυζάντιο.  Ο Άγιος δεν νοείται ούτε ως πανεπιστήμων ούτε ως πολυτεχνίτης, ο οποίος συνδύαζε την πανσπερμία του βυζαντινού αποσυντιθέμενου πολιτισμού. Φυσικά και όχι. Άγγιξε την πλέον φλεγόμενη κορυφή του ελληνικού Μεσαίωνα, στην οποία, σε ένα σημείο θαρρείς είχαν συγκεντρωθεί όλα τα φλεγόμενα πέταλα και έκαψε το πνεύμα του·  η κορυφή αυτή ήταν η θρησκευτική – μεταφυσική ιδεολογία του Βυζαντίου, η οποία είχε για άλλη μια φορά φωτίσει την εποχή του Αγίου. Ξέρω πως όσοι δεν γνωρίζουν λεπτομέρειες του πολιτισμικού – ιστορικού νοήματος των θρησκευτικών και μεταφυσικών συζητήσεων του Βυζαντίου δεν βλέπουν τίποτα πίσω από αυτούς, εκτός των δολοπλοκιών της αυλής και του κλήρου, καθώς επίσης και τον θεολογικό διδακτισμό. Απεναντίας, όποιος στοχαστεί τις δογματικές αμφισβητήσεις της υπό εξέταση περιόδου είναι αδιαμφισβήτητα απείρως σημαντικότερο το πολιτισμικό και φιλοσοφικό υπόβαθρο, το οποίο συμβολικά ολοκληρώνεται σε δογματικούς ορισμούς. Και οι αντιπαραθέσεις σχετικά με αυτούς τους ορισμούς κάθε άλλο παρά σχολικού τύπου ήταν σχετικά με τις άχρηστες λεπτομέρειες της αφηρημένης σκέψης, αλλά βαθύτατη ανάλυση των ίδιων των προϋποθέσεων ύπαρξης του πολιτισμού, ενός αταλάντευτου και ακάματου αγώνα για την ενότητα και την ίδια την ύπαρξη του πολιτισμού, γιατί οι επονομαζόμενες αιρέσεις, εξεταζόμενες στο επίπεδο του πολιτισμού και της ιστορίας, ήταν, ως προς το υπόβαθρό τους, απόπειρες υπονόμευσης των θεμελίων του πολιτισμού της αρχαιότητας, και, έχοντας καταλύσει την ολότητά του, προκειμένου να τον εξοβελίσουν πλήρως. Υπό την θεολογική οπτική γωνία, όλες οι δογματικές διαμάχες, αρχής γενομένης από τον Πρώτο αιώνα μέχρι τις μέρες μας, γίνονται με αντικείμενο δύο μόνο ερωτήματα: το πρόβλημα της Αγίας Τριάδας και το πρόβλημα της ενσάρκωσης. Αυτές οι δύο γραμμές ερωτημάτων ήταν η υπεράσπισης της Θείας Απολυτότητας, από την μία πλευρά και της απόλυτης πνευματικής αξίας του κόσμου, από την άλλη. Ο Χριστιανισμός, διεκδικώντας εξίσου και την μία και την άλλη, υπό την ιστορική οπτική γωνία, ήταν η κατάλυση των ορίων μεταξύ του μονοθεϊστικού, υπερβατικού του κόσμου Ιουδαϊσμού και της πανθεϊστικής και  σύμφυτης του κόσμου ειδωλολατρίας, ως θεμελιώδεις αρχές του πολιτισμού. Στο μεταξύ, η ίδια η έννοια του πολιτισμού προϋποθέτει και την αξία ενσαρκωμένη, και επομένως αυθύπαρκτη, μη ταυτιζόμενη με τη ζωή και η δυνατότητά της να ενσαρκωθεί στη ζωή, θα λέγαμε η πλαστικότητα ζωής, αξία επίσης εν αναμονή αξίας, σαν τον πηλό που υπακούει στα δάχτυλα του πλάστη:

…Μόνος ο πηλός στα δάχτυλα πλαθόταν

φορώντας τα ενδύματα των πιστών μου γιων…

Λέει για τη δημιουργία με τα χείλη του Προμηθέα, ο ενδελεχής ερευνητής της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Έτσι λοιπόν, αν δεν υπάρχει απόλυτη αξία, τότε δεν μπορεί τίποτα να ενσαρκωθεί, είναι αδιανόητη η ίδια η έννοια του πολιτισμού· αν η ζωή ως περιβάλλον, είναι απολύτως ξένη προς το Θείο, τότε δεν είναι ικανή να αποδεχτεί, να ενσαρκώσει τη δημιουργική φόρμα και, συνεπώς, θα απομείνει ξανά καθεαυτή, εκτός πολιτισμού και, συνεπώς, – εκμηδενίζεται και πάλι η έννοια του πολιτισμού.

Επιθέσεις σε αυτή την έννοια γίνονταν σε όλες τις εποχές, πότε από την μία, πότε από την άλλη πλευρά, πότε εκ μέρους της μονόπλευρης ειδωλολατρίας, πότε εκ μέρους του μονόπλευρου Ιουδαϊσμού και η υπεράσπισης του πολιτισμού, η υπεράσπιση των θεμελιωδών αρχών του, με την παλλαϊκή συνοδική συνείδηση ήταν πάντα ο αγώνας για δύο, αμοιβαία αναγκαίες αρχές του πολιτισμού. Εξετάζοντας τον χαρακτήρα των επιθέσεων, η υπεράσπιση σχηματικά εκφράστηκε με συνθήματα, τα οποία είχαν, για το γούστο του τυχαίου μελετητή της ιστορίας, τον περιορισμένο και σχολαστικό χαρακτήρα των δογματικών ορισμών, οι οποίοι όμως ήταν γεμάτοι από τους χυμούς της ζωής και την σημαντικότατης γενικής πολιτισμικής σημασίας, κατά την εξέτασή τους με τα συμφραζόμενα του πολιτισμού. Δύο αρχές του πολιτισμού, εκείνες που ήταν τα οριακά σύμβολα της δογματικής, αλληλοστηριζόμενες και αλληλοερμηνευόμενες, όπως το αμόνι και το σφυρί, πλέκουν τον καμβά του ρωσικού πολιτισμού. Και μάλιστα, η Ρους του Κιέβου, κατά τη διάρκεια του πρώτου σχηματισμού του λαού, ως καμβάς των νημάτων της λαϊκότητας, αποκαλύπτεται υπό το σύμβολο της ιδέας περί της θείας Νοημοσύνης του κόσμου, όταν την εποχή της Ρους της Μόσχας και της Πετρούπολης, ως εποχές μετασχηματισμού του λαού σε κράτος, φωτοβολεί κυρίως μια άλλη ιδέα, η ιδέα περί της ενσάρκωσης, άνωθεν, της ειρηνικής Αρχής της αξίας. Η θηλυκή Νοημοσύνη της ζωής στην Ρους του Κιέβου εκφράζεται, σε δογματικό και σε καλλιτεχνικό επίπεδο με το σύμβολο της Θεού Σοφίας, της Επουράνιας Καλλιτέχνιδος. Η ανδρική διατύπωση της ζωής στην Ρους της Μόσχας και της Πετρούπολης αποκρυσταλλώνεται στο δογματικό και συμβολικό σύμβολο της Υπεραγίας Τριάδας. Γενάρχες των δύο βασικών αξόνων της ρωσικής ιστορίας – τον του Κιέβου και τον της Μόσχας, είναι, ουσιαστικά, οι μεγάλοι πρόδρομοι των δύο αυτών βασικών ιδεών του ρωσικού πνεύματος.

ΙΙΙ

Αυτοί πρώτοι ωρίμασαν σε άλλους κόσμους ως πρωτομορφές εκείνων των ουσιών, με τις οποίες καθορίζεται το πνεύμα του ρωσικού πολιτισμού, κάθε άλλο παρά μόνο με την θεολογική επιστήμη, ούτε με τον εκκλησιαστικό πολιτισμό αποκλειστικώς, εκλαμβάνοντας ψευδώς αυτή τη λέξη ως συνώνυμο του «κληρικού πολιτισμού», αλλά με όλο το βάθος και το πλάτος της, ως εκκλησιαστικής με το νόημα της παλλαϊκής, συνολικής ρωσικής κουλτούρας, σε όλες τις γενικές και μερικές εκφάνσεις της. Ναι, ο ισαπόστολος Κύριλλος ωρίμασε με ένα μυστηριώδες όνειρο, με ένα όραμα της παιδικής του ηλικίας, όταν η άμωμη ψυχή καθορίζεται καθ’ ολοκληρίαν από την πρωτομορφή του Επουράνιου κόσμου που είδε, ωρίμασε με την Σοφία και στην δική του αντίληψη, Αυτή, η Θεία Νοημοσύνη του κόσμου, εμφανίστηκε ως πανέμορφη Κόρη αυτοκρατορικής μορφής.

Επιλέγοντας μνηστή από τον πλήθος των παρθένων, ο ισαπόστολος Κύριλλος προσεκτικά και με ευλάβεια έφερε αυτό το σύμβολο όλη του τη ζωή, παραμένοντας πιστός στην ιπποσύνη της Ουράνιας Παρθένου. Το σύμβολο αυτό ήταν το πρώτο νόημα της βρεφικής Ρους, το οποίο κατάφερε να αντιληφθεί από την αυτοκρατορική γενναιοδωρία του βυζαντινού πολιτισμού.

Η πρώτη ρωσική εικονογραφική απεικόνιση, η εικόνα της Αγίας του Θεού Σοφίας, αυτής της αυτοκρατορικής, φτερωτής και με φλεγόμενη μορφή, φλεγόμενη από τον έρωτα για τον ουρανό, Παρθένου, ανήκει στον πρώτο γενάρχη της ρωσικής κουλτούρας Κύριλλο. Θα πρέπει να σκεφτούμε ότι η σύνθεση της εικόνας της Σοφίας, ιστορικά είναι τόσο μυστήρια, – εδώ έχω υπόψη μου τον αρχαιότερο τύπο, τον επονομαζόμενο του Νόβγκοροντ, – που μας έχει παραδοθεί, επίσης, από τον Κύριλλο.  Γύρω από αυτή την μορφή αποκρυσταλλώθηκαν τόσο το Νόβγκοροντ, όσο και η Ρους του Κιέβου. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ίδια η γλώσσα της αρχαίας μας γραμματείας, όπως και η αρχαία μας λογοτεχνία, είναι διαποτισμένες και τυπικά και ως προς το περιεχόμενό τους με την ευγενέστερη των γλωσσών, την ελληνική,  η οποία είναι πλασμένη, ειδικά πλασμένη από την μαλακή μάζα μιας μη πολιτισμένης γλώσσας από τον Κύριλλο, φίλο της Σοφίας, εξ ου και το προσωνύμιό του Φιλόσοφος,  και από το γεγονός ότι γύρω από το ναό της Αγίας Σοφίας, γύρω από όλους τους αρχαίους μας ναούς που είναι αφιερωμένοι στην Αγία Σοφία, σχηματίζεται η ιπποτική νοοτροπία της μεσαιωνικής Ρους του Κιέβου. Να όμως που μετά την καλοπροαίρετη αποδοχή του ελληνισμού και μετά την έξωθεν διαμόρφωση της θηλυκής νοημοσύνης του ρωσικού λαού, έρχεται η ώρα της ανδρικής αυτοσυνείδησης και του πνευματικού αυτοκαθορισμού, η συνείδηση για κρατική υπόσταση, σταθερότητα στην καθημερινότητα, την εμφάνιση της συνολικής ενεργητικής δημιουργίας στην τέχνη και την επιστήμη και την ανάπτυξη στην οικονομία και τη ζωή. Το νέο όραμα της Ουράνιας Πρωτομορφής δίνεται στο ρωσικό λαό στο πρόσωπο του δεύτερου γενάρχη του, τον Άγιο Σέργιο και για άλλη μια φορά το ουράνιο βλέμμα αποκρυσταλλώθηκε στην ψυχή του από την παιδική ηλικία, αυτή τη φορά πολύ πιο νωρίς, ενώ σύμφωνα με το βίο, από την εποχή της εγκυμοσύνης. Δεν χρειάζεται να απορρίψουμε ή να υποστηρίξουμε αυτά που λέει ο βίος σχετικά με το πως το βρέφος Βαρθολομαίος χαιρέτισε τρεις φορές την Υπεραγία Τριάδα, γιατί είναι πολύ σημαντική η λαϊκή συνείδηση και το τι θέλει να πει με αυτό· «Έτσι βαθιά διαμορφώθηκε το πνεύμα του Αγίου από την Ουράνια Πρωτομορφή, όσο αυτός βρισκόταν ακόμη στην μήτρα, η οποία του δόθηκε καθ’ ολοκληρίαν και καθ’ ολοκληρίαν την επεξεργάστηκε». Αυτή η πρωτομορφή ήταν η απολυτότητα της Υπεραγίας Τριάδας, την ίδια περίπου εποχή, την εποχή του Αγίου Σεργίου, είχε οριακά ερμηνευτεί και διατυπωθεί στην επονομαζόμενη παλαμική διαμάχη και στα ζητήματα για την «καθολική χάρη της Υπεραγίας Θεοτόκου» της εκκλησιαστικής σκέψης του Βυζαντίου. Τα ζητήματα αυτά απασχόλησαν βαθιά τον Άγιο Σέργιο και για να εντρυφήσει έστειλε στην Κωνσταντινούπολη έναν έμπιστο απεσταλμένο του. Λέγοντας την τελευταία του λέξη, το Βυζάντιο ολοκλήρωσε την ιστορική του αποστολή και δεν είχε πλέον τίποτα άλλο να κάνει. Στην ιστορία ήρθε ένας νέος αιώνας, ο αιώνας της πολιτισμικής ενσάρκωσης αυτών των λόγων και η πολιτισμική αποστολή πέρασε στη δικαιοδοσία ενός νέου λαού, ο οποίος είχε ήδη αφομοιώσει την αρετή της δεκτικότητας γι’ αυτό και είχε την ικανότητα να ενσαρκώσει την Ουράνια Πρωτομορφή. Το Βυζαντινό Κράτος γεννήθηκε από τους «Έλληνες», ενώ από τα ρωσικά έλη γεννήθηκε το ρωσικό κράτος. Σύμβολο της νέας πολιτισμικής αποστολής ήταν το όραμα της Αγίας Τριάδας.

IV

Πολύ συχνά λέγεται πως ο ξύλινος ναός της Υπεραγίας Τριάδας, τον οποίο έκτισε ο Άγιος Σέργιος στην Λαύρα και στη συνέχεια οικοδομήθηκε ξανά με λευκές πέτρες από τον Άγιο Νίκωνα, είναι η πρώτη χρονολογικά εκκλησία αφιερωμένη στην Υπεραγία Τριάδα. Σήμερα είναι πολύ δύσκολο να επιβεβαιώσουμε έξωθεν την πραγματική ακρίβεια αυτού του πρωτείου: οι αρχαίοι ιστορικοί αναφέρουν μέχρι τέσσερις ναούς αφιερωμένους στην Υπεραγία Τριάδα στην Ανατολή και δύο στη Δύση κατά το διάστημα από τον 4ο μέχρι τον 9ο αιώνα· ακόμη όμως κι αν οι μαρτυρίες αυτές ήταν αξιόπιστες, τέτοιοι ναοί δεν θα οικοδομούνταν και μάλιστα δεν θα κρατούσαν τα ονόματά τους για μεγάλο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα η Ανατολή να μην έχει ναούς αφιερωμένους στην Αγία Τριάδα. Στα χρονικά μας, ήδη τον 12ο, 13ο και 14ο αιώνα αναφέρονται ναοί της Αγίας Τριάδας· έτσι, στο Κράκοβο, στο Λιστς, αρκετοί στο Νόβγκοροντ Βελίκι, στο Χολμ, στο Σερπουχόφ, στο Ναοζέριγιε και, κυρίως, ο συνοδικός ναός στο Πσκοφ. Είναι πολύ δύσκολο να πούμε αν είναι ακριβής η μεταγενέστερη εκδοχή των πληροφοριών που μας μεταφέρουν τα χρονικά και αντιστοιχούν σε παλαιότερες εγγραφές, ή ακόμη και οι ονομασίες των ναών που αρχικά είχαν φτιαχτεί με ξύλινους κορμούς, κάηκαν και στη συνέχεια μόνο άλλαξαν όνομα και πήραν εκείνο της Αγίας Τριάδας, ενώ στα χρονικά αναφέρονται, σε παλαιότερες αναφορές, με άλλα ονόματα. Είναι όμως αδιαμφισβήτητο, πρώτον, η ύπαρξη κατά της αρχαιότητας της συνήθειας να αλλάζουν ονόματα στους ναούς (έτσι για παράδειγμα ο ναός του Αγίου Πνεύματος της Λαύρας ήταν αρχικά αφιερωμένος στην Αγία Τριάδα), δεύτερον, οι εκδοχές των χρονικών (για παράδειγμα, το κέλυφος του ναού της Αγίας Τριάδας, φέρει, επίσης και το όνομα της Θεοτόκου) και, τέλος, κατά την εξέλιξη της θεολογικής και φιλοσοφικής συνείδησης, – συγκριτικά, η μεταγενέστερη, τον 14ο αιώνα,  καθιέρωση του συμμετρικού Τριαδικού κανόνα, στην Ανατολική Εκκλησία, κάνει την ιδέα της Αγίας Τριάδας αντικείμενο ιδιαίτερης προσοχής και οδηγεί στην οικοδόμηση ναών αφιερωμένων στην Αγία Τριάδα, στην ανάπτυξη της εικονογραφίας της Αγίας Τριάδας, στη δημιουργία ενός κύκλου Τριαδικών εορτών και μιας νέας λειτουργικής ποίησης. Γι’ αυτό, είναι ελάχιστα πιθανή η οικοδόμηση ναών αφιερωμένων στην Αγία Τριάδα πριν την ανάπτυξη της περί Τριάδος ιδέας κατά τον 14ο αιώνα· αν, παρόλα αυτά, υπήρξαν όντως τέτοιοι ναοί κατά τους προηγούμενους αιώνες, αυτές δεν θα είχαν χτιστεί ενσυνείδητα λόγω των συμβόλων που πρόβαλε η ιδέα, η οποία δεν είχε ακόμη διατυπωθεί και, συνεπώς, θα πρέπει να τους εξετάζουμε είτε ως ιστορικά τυχαία περιστατικά, τα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται στη ροή της ιστορίας, είτε ως θολά προαισθήματα εκείνου του ολοκληρωμένου φαινομένου, το οποίο αποκαλύφθηκε μόλις τον 14ο αιώνα. Το μεγάλο δεν εμφανίζεται τυχαία και ούτε είναι μια αυτάρεσκη έκρηξη: είναι ο λόγος, στον οποίο καταλήγουν αναρίθμητα νήματα, τα οποία εντοπίζονται από παλιά στην ιστορία. Το μεγάλο είναι η σύνθεση εκείνου που μερικώς φωσφόριζε στον λαό· δεν θα ήταν μεγάλο, αν με την παρουσία του δεν έδινε τέλος στη δημιουργική χαύνωση του λαού του. Παρόλα αυτά όμως, αυτό είναι που δημιουργικά συνθέτει τις θολές ανησυχίες, ενώνοντας τες σε ένα λόγο. Αυτός είναι ο λόγος του Αγίου Σέργιου, ο οποίος εξέφρασε την ουσία των αναζητήσεων και των επιδιώξεων του ρωσικού λαού και αυτός ο λόγος, παρόλο που είχε ειπωθεί νωρίτερα, συνειδητά και ακέραια, ωστόσο, διατυπώθηκε για πρώτη φορά από αυτόν.  Υπ’ αυτή την έννοια, είναι αδιαφιλονίκητο το παγκόσμιο πρωτείο του ναού της Υπεραγίας Τριάδος της Λαύρας. Η αρχή της δυτικοευρωπαϊκής ανεξαρτησίας στην περίοδο της Πετρούπολη της Ρωσίας, σηματοδοτείται ξανά με την οικοδόμηση του ναού της Αγίας Τριάδας. Με αυτό ο Μεγάλος Πέτρος θεμελίωσε την πνευματική σχέση μεταξύ της Αγίας Πετρούπολης και της Μόσχας. Με μια τέτοια οικοδομή σηματοδοτήθηκε, στην εποχή της, η αρχή της ανεξαρτησίας της Ρωσίας στην Ανατολή.

Από σεβασμό προς την Υπεραγία Τριάδα, ο Άγιος Σέργιος κτίζει τον ναό της Αγίας Τριάδας, βλέποντας σε αυτόν το κάλεσμα για την ενότητα των ρωσικών ηγεμονιών, εν ονόματι μιας ύψιστης πραγματικότητας. Κτίζει το ναό της Υπεραγίας Τριάδας, «ώστε με την  αέναη ενατένισή του», κατά την έκφραση του συγγραφέα του βίου του Αγίου Σέργιου «να νικιέται ο φόβος μπροστά στο μισητό διχασμό του κόσμου». Η Αγία Τριάδα αποκαλείται Ζωοδόχος, δηλαδή αρχή, πηγή και φρέαρ της ζωής, ως ομοούσια και αδιαίρετος, γιατί η ενότητα στην αγάπη είναι ζωή και αρχή της ζωής, ενώ η εχθρότητα, οι διαμάχες και οι διχασμοί καταστρέφουν, σκοτώνουν και οδηγούν στον θάνατο. Του θανατηφόρου διχασμού αντιστέκεται η ζωοδόχος ενότητα, η οποία αδιαλείπτως πραγματώνεται από τον πνευματικό άθλο της αγάπης και της αλληλοκατανόησης. Σύμφωνα με τη δημιουργική σύλληψη του ιδρυτή, ο ναός της Αγίας Τριάδας, μπορούμε να πούμε πως μεγαλοφυώς είναι το πρωτότυπο της συνόδου της Ρους στην πνευματική ενότητα, στην αδελφική αγάπη. Έπρεπε να γίνει το κέντρο της πολιτισμικής ένωσης της Ρους, στην οποία βρίσκουν στήριξη και την ύψιστη δικαίωση όλες οι πλευρές της ζωής στη Ρωσία. Η ανοιχτόκαρδη φιλοξενία, που μας κληροδότησε ο Άγιος Σέργιος και απέκτησε την ισχύ του νόμου με απόφαση του τσάρου Αλεξέι Μιχαήλοβιτς, τα δώρα όλων των ειδών, αρχής γενομένης από τον άρτο και τελειώνοντας με την ίαση σωμάτων και ψυχών, – χωρίς να παραγνωρίζεται ακόμη και η παραμυθία των παιδιών, τα παιχνίδια, τα οποία ο ίδιος ο Άγιος κατασκεύαζε, όλα αυτά μαζί, κατά την ιδέα του διορατικού θεμελιωτή του Τριαδικού πολιτισμικού ιδανικού, έπρεπε να γίνει η ευνοϊκή προϋπόθεση για την «ενατένιση» του ναού της Υπεραγίας Τριάδας και της αναγνώρισης σε αυτόν της Πρωτομορφής της Θείας Ενότητας. Από τότε και μετά η Τριαδική ναοδομία συνδέεται με το όνομα του Αγίου Σέργιου και κάθε άλλο παρά αναίτια οι Τριαδικοί ναοί είχαν συνήθως παρεκκλήσια αφιερωμένα στον Άγιο Σέργιο.

 Αν όμως ο ναός ήταν αφιερωμένος στην Υπεραγία Τριάδα, τότε θα έπρεπε να υπάρχει σε αυτόν η εικόνα της Υπεραγίας Τριάδας, η οποία εξέφραζε την πνευματική ουσία αυτού του ναού, θα λέγαμε, η οποία πραγματώνεται στα χρώματα του ονόματος του ναού. Είναι πολύ δύσκολο, ωστόσο, να φανταστούμε τον μαθητή του Αγίου Σέργιου, ο πνευματικός του εγγονός, θα λέγαμε, σχεδόν συγκαιρινός του, ο οποίος ξεκίνησε να εργάζεται όσο ζούσε αυτός και, πιθανόν, τον γνώριζε προσωπικά, θα τολμούσε να αντικαταστήσει τη σύνθεση της εικόνας της Αγίας Τριάδας, η οποία υπήρχε και είχε εγκρίνει ο Άγιος, με μια αυτοσχέδια σύνθεση αυτής της Πρωτομορφής. Οι μινιατούρες του Επιφάνειου στον Βίο απεικονίζουν την εικόνα της Αγίας Τριάδας στο κελί του Αγίου Σέργιου όχι εξ αρχής, παρά μόνο κατά τα μέσα της ζωής του, δηλαδή είναι μια μαρτυρία για την εμφάνισή της κατά την εξέλιξη της δραστηριότητάς του. Αν η πρώτη εικόνα της Αγίας Σοφίας, η οποία ήταν άγνωστη στο Βυζάντιο, δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στην Ρους του Κιέβου, με την ίδια την εμφάνιση,  που αναφέρεται στο όραμα του βρέφους Κυρίλλου, του ιππότη της Σοφίας, τότε η εικόνα της Αγίας Τριάδας, άγνωστη μέχρι τότε στον κόσμο, εμφανίζεται για πρώτη φορά στην μοσχοβίτικη περίοδο της Ρους, αλλά και πάλι κατά τους πρώτους χρόνους της ύπαρξής της, ενσαρκώνει καλλιτεχνικά την πνευματική ενατένιση του διακόνου της Υπεραγίας Τριάδας, του Σέργιου.  Είπαμε πριν λίγο: «άγνωστη στον κόσμο»: στο σημείο αυτό, όπως και στον ισχυρισμό για το ναό της Αγίας Τριάδας, απαιτείται ο διαχωρισμός του πνευματικού νοήματος, ως συμβολικό περιεχόμενο και εκείνου του ιστορικά επεξεργασμένου υλικού, το οποίο χρησιμοποιήθηκε στην ενσάρκωση του συμβόλου. Αν σε σχέση με την φημισμένη εικόνα του Ρουμπλιόφ αναφερόμαστε στις τελευταίες, τότε, φυσικά, θα πρέπει να την εξετάζουμε ως έναν κρίκο της αλυσίδας εξέλιξης των εικαστικών τεχνών εν γένει και τη σύνθεση των τριών Αγγέλων – Περιηγητών, εν μέρει. Η ιστορία αυτή της σύνθεσης είναι μακρά, γιατί ήδη το 314 μ.Χ, σε μια βελανιδιά της Μαυριτανίας, κατά την μαρτυρία του Ιουλίου του Αφρικανού, υπήρχε μια εικόνα που απεικόνιζε την εμφάνιση των τριών Πλανήτων στον Αβραάμ, ενώ στον 5ο και 6ο αιώνα είναι γνωστές παρόμοιες απεικονίσεις στους τοίχους της ρωμαϊκής εκκλησίας της Μαρίας Μαντζιόρε και στο ναό του Αγίου Βιτάλιου στη Ραβένα. Από τότε και μετά αυτό το εικονογραφικό μοτίβο το συναντάμε πολλές φορές· θα πρέπει όμως να εντρυφήσουμε στον πνευματικό νόημα αυτών των απεικονίσεων, πριν διακριβώσουμε τη σχέση τους με την Αγία Τριάδα του Ρουμπλιόφ. Η απεικόνιση της γυναίκας που κρατάει το βρέφος γενικά δεν είναι η πρωτομορφή της Σιξτίνα, γιατί στην Σιξτίνα κάθε άλλο παρά αναγνωρίζουμε το μοτίβο της μητρότητας, το οποίο είναι προσιτό στον καθένα, αλλά της Θεομητερικότητας, το οποίο μας κληροδότησε ο Ραφάηλ. Κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο, οι τρεις φιγούρες που κάθονται γύρω από το τραπέζι, παρόλο που έχουν φτερά, απλά δεν μπορούν να συγκριθούν με την Αγία Τριάδα του Ρουμπλιόφ, γιατί με αυτό το μοτίβο δεν καθορίζεται ο καλλιτεχνικός χαρακτήρας της εικόνας ακόμη. Η σύνθεση των τριών Αγγέλων με τον Αβραάμ που στέκεται ή αργότερα χωρίς αυτόν, δεν είναι παρά ένα επεισόδιο από το Βίο του Αβραάμ, έστω υπό όρους αλληγορικά, την εκλαμβάνουμε ως υπαινιγμό στην Υπεραγία Τριάδα. Μας παρηγορεί, μας εκπλήσσει και σχεδόν μας πυρπολεί στο έργο του Ρουμπλιόφ όχι τόσο το μοτίβο, ούτε ο αριθμός «τρεις», ούτε το κύπελλο πάνω στο τραπέζι ή οι φτερούγες, αλλά το παραπέτασμα που σηκώνεται ξαφνικά μπροστά μας και αποκαλύπτεται ο νοητός κόσμος. Για εμάς λοιπόν, σε αισθητικό επίπεδο, δεν είναι σημαντικά τα μέσα με τα οποία ο εικονογράφος πέτυχε αυτή την αποκαλύψη το νοητού ή αν είχαν στη διάθεσή τους και άλλοι αυτά τα χρώματα και γνώριζαν αυτές τις τεχνικές, αλλά το ότι αυτός μας μετέδωσε στην πραγματικότητα εκείνο που είδε κατά την αποκάλυψη που βίωσε. Στην ταραγμένη εκείνη εποχή, μέσα σε διχασμούς, αδελφοκτόνες συρράξεις, γενικής εξαχρείωσης και ταταρικών επιδρομών, μέσα σε αυτήν την βαθιά φιλονικία που διέλυε την Ρους, αποκαλύφθηκε στο πνευματικό βλέμμα ο άπειρος, ατάραχος, ακατάλυτος κόσμος, ο «θείος κόσμος» του Επουράνου κόσμου. Στην εχθρότητα και το μίσος που βασίλευαν επί Γης, αντιπαρατάχθηκε η αμοιβαία αγάπη, η οποία κυλούσε μέσα στην αιώνα συμφωνία, στην αιώνια άφατη συζήτηση, στην αιώνα ενότητα των Ουρανίων σφαιρών. Αυτός λοιπόν ο ανεξήγητος κόσμος, ο οποίος εισερχόταν σε όλη του την έκταση στην ψυχή εκείνη που ατένιζε την Αγία Τριάδα του Ρουμπλιόφ, αυτό το ουράνιο γαλάζιο που δεν μπορούσε να συγκριθεί με τίποτα, πολύ καλύτερο από το γήινο  ουρανό, του ανείπωτου ονείρου που τόσο πολύ νοστάλγησε ο Λέρμοντοφ, αυτήν την άφατη χάρη των αμοιβαίων έλξεων, αυτήν την ειρηνική σιωπή, αυτήν την αμοιβαία ειρήνευση θεωρούμε ως δημιουργικό περιεχόμενο της Αγίας Τριάδας. Ο ανθρώπινος πολιτισμός απεικονίζεται με παλάτια, ο κόσμος της ζωής με το δέντρο και η γη με τα βράχια,- όλα αυτά όμως είναι λίγα και μηδαμινά μπροστά στην κοινωνία της άπειρης, ατελείωτης αγάπης· όλα αυτά είναι απλά γύρω της και υπάρχουν γι’ αυτήν, γιατί αυτή με το γαλάζιο της χρώμα, με τη μουσική της ομορφιάς της, με την παρουσία της υπεράνω φύλου, υπεράνω ηλικίας, υπεράνω όλων των γήινων ορισμών και διαχωρισμών, είναι ο ίδιος ο ουρανός, είναι η ίδια η αδήριτη πραγματικότητα, είναι το αληθώς άριστο που είναι υπεράνω κάθε γήινου. Ο Αντρέι Ρουμπλιόφ ενσάρκωσε την τόσο αδιανόητη, όσο και κρυστάλλινη και αταλάντευτα πιστή θέαση του κόσμου. Για να δεις όμως τον κόσμο αυτό, θα πρέπει να βουτήξεις την ψυχή και τον χρωστήρα σου σε εκείνη τη δροσερή και ζωτική αύρα του πνεύματος, θα πρέπει να έχει ο καλλιτέχνης μπροστά του την Ουράνια Πρωτομορφή και γύρω του την γήινη αντανάκλαση, να βρίσκεται σε πνευματικό περιβάλλον, σε περιβάλλον μετριοφροσύνης. Ο Αντρέι Ρουμπλιόφ τρεφόταν, ως ζωγράφος, με εκείνα που του είχαν δοθεί.  Γι’ αυτό και όχι ο Όσιος Αντρέι Ρουμπλιόφ, ο πνευματικός εγγονός του Αγίου Σέργιου, αλλά ο ίδιος ο γενάρχης της Ρωσίας, ο Σέργιος του Ραντονιέζσκ θα πρέπει να τιμάται ως ο αληθινός δημιουργός του μέγιστου των έργων, όχι μόνο της ρωσικής, αλλά και, φυσικά, της παγκόσμιας ζωγραφικής. Στην εικόνα της Αγίας Τριάδας ο Αντρέι Ρουμπλιόφ δεν ήταν ένας ανεξάρτητος δημιουργικός, παρά ο μεγαλοφυής εκείνος που πραγμάτωσε τη δημιουργική σύλληψη και την βασική σύνθεση που του είχαν διατυπωθεί από τον Άγιο Σέργιο. Αυτό είναι το δεύτερο σύμβολο του ρωσικού πνεύματος· υπό του σημείου αυτό εκτυλίσσεται η μετέπειτα ρωσική ιστορία και αξίζει προσοχής, παρόλο που δεν μπορούμε να περιμένουν κάτι άλλο, ότι το μεγάλο λειτουργικό άλμα, στο οποίο, με τη σειρά εκφράστηκε η ρωσική ιδέα και τα ιδιόμορφα χαρακτηριστικά του ρωσικού πνεύματος, για άλλη μια φορά συνδέονται με το όνομα του Αγίου Σέργιου. Αναφέρομαι στην ημέρα της Αγίας Τριάδας, ως λειτουργική δημιουργία του ρωσικού πολιτισμού και μάλιστα της δημιουργίας του Αγίου Σέργιου. Να θυμίσουμε πως στο Βυζάντιο δεν υπήρχε τέτοια γιορτή, όπως δεν υπήρχαν, ουσιαστικά ούτε ναοί ούτε εικόνες αφιερωμένες στην Αγία Τριάδα. Η τελευταία λέξη του Βυζαντίου στο πεδίο της δογματικής, ήταν μια ανεπαρκής εκδήλωση των πρώτων δημιουργικών δυνάμεων του ρωσικού πολιτισμού. Η γιορτή της Πεντηκοστής, η οποία ήταν στη θέση της γιορτής της Αγίας Τριάδας, ήταν γιορτή ιστορική και όχι μιας ξεκάθαρης οντολογικής σημασίας. Από τον 14ο αιώνα στη Ρους αποκτά την οντολογική της σημασία, μετατρεπόμενη σε γιορτή της Υπεραγίας Τριάδας και μάλιστα η τρίτη προσευχή στην λειτουργία απευθύνεται στο Χριστό και ενώνεται πλέον με τη νέα προσευχή προς το Πνεύμα το Άγιο, η οποία στη συνέχεια αντικαταστάθηκε, σύμφωνα με το Βυζαντινό πρότυπο, από την αντιδραστική και γενικά αντεθνική δραστηριότητα του Πατριάρχη Νίκωνα. Η λατρεία όμως του Πνεύματος Παραμυθίας, της Θείας Ελπίδας, ως πνευματικής αρχής της θηλύτητος, συμβαδίζει με τον κύκλο των αντιλήψεων περί Σοφίας και μεταφέρεται στην επόμενη ημέρα, μετά της Αγίας Τριάδας, την Ημέρα του Αγίου Πνεύματος, στην οποία, σύμφωνα με την διορατική πρόβλεψη του λαού μας, η «Η εορτάζουσα Γη», δηλαδή, γιορτάζει την ημέρα του Αγγέλου της, την πνευματική της Ουσία, την Χαρά, το Κάλλος, την Αιώνια Θηλύτητα.

Η γιορτή της Αγίας Τριάδας, θα πρέπει να υποθέσουμε, πως για πρώτη φορά εμφανίζεται ως τοπική γιορτή του ναού της Αγίας Τριάδας ως λατρευτική γιορτή της «Αγίας Τριάδας» του Αντρέι Ρουμπλιόφ. Όπως και η λειτουργία στο ναό της Αναστάσεως στην Ιερουσαλήμ, – η μοναδική στον κόσμο ως προς την τοποθεσία που πραγματοποιείται, – γίνεται παράδειγμα και υπόδειγμα της λειτουργίας της Αναστάσεως, που τελείται παντού, και στη συνέχεια συμπεριλαμβάνεται στον Κανόνα, ή όπως η γιορτή της Ανυψώσεως του Τιμίου Σταυρού, η οποία και πάλι ήταν μοναδική ως προς το αντικείμενο του εορτασμού, ως προς την μοναδικότητα του Ζωοδόχου Σταυρού, διαδίδεται ως υπόδειγμα μέσω του Κανόνος (ανάλογα παραδείγματα μετατροπής ενός μεμονωμένου λειτουργικού φαινομένου σε Κανόνα μπορούμε να παραθέσουμε πολλά), έτσι ακριβώς και η τοπική γιορτή προς τιμή μιας μοναδικής εικόνας, ενός μοναδικού ναού, ως πνευματικής ουσίας ολόκληρου του ρωσικού λαού, με αναρίθμητες αντανακλάσεις επαναλαμβάνεται στους αναρίθμητους ναούς της Αγίας Τριάδας, με αναρίθμητες εικόνες της Αγίας Τριάδας. Το αντικείμενο των αντανακλάσεων χιλιάδων καθρεπτών, ανάμεσα στις χιλιάδες των αντανακλάσεών του, παρόλα αυτά παραμένει ως θεμέλιο της πραγματικότητας όλων αυτών αλλά και το πραγματικό τους κέντρο. Έτσι η πρώτη ενσάρκωση της πνευματικής πρωτομορφής, η οποία καθόρισε την ουσία της Ρωσίας είναι η πρωτομορφή της Υπεραγίας Τριάδας, ως πολιτισμικής ιδέας, ανεξάρτητα από τον εν συνεχεία πολλαπλασιασμό της, παραμένει ιστορική, καλλιτεχνική και μεταφυσική μοναδικότητα, ασύγκριτη με οποιοδήποτε αντίγραφο. Το πιο όμορφο από τα κτίσματα της ρωσικής αρχιτεκτονικής, ο ναός της Αγίας Τριάδας, «από τον οποίο δεν θέλεις να φύγεις» κατά την ομολογία του προαναφερθέντος Παύλου εκ Χαλεπίου και η ομορφότερη των εικόνων της ρωσικής εικονογραφίας, η Αγία Τριάδα του Ρουμπλιόφ, όσο και η ομορφότερη των μουσικών ενσαρκώσεων, η οποία φέρει όλες τις ένδοξες δυνατότητες της μουσικής του μέλλοντος, η λειτουργία εν γένει και η λειτουργία της Αγίας Τριάδας συγκεκριμένα, είναι σημαντικά όχι τόσο ως όμορφα δημουργήματα, όσο για την βαθιά καλλιτεχνική της αλήθεια, δηλαδή είναι μια πλήρης δημιουργία, η οποία καλύπτει η μία με την άλλη, την πρωτομορφή του ρωσικού πνεύματος και την δημιουργική του ενσάρκωση.

V

Να γιατί ειδικά εδώ, στην Λαύρα, νιώθουμε σαν στο σπίτι μας περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, ακόμη και από το ίδιο μας το σπίτι. Βλέπετε, αυτή είναι που ενσάρκωσε τις αγιότερες προσδοκίες της ψυχή μας, αλλά με τέτοια τελειότητα και πληρότητα, που εμείς οι ίδιοι δεν θα μπορούσαμε ποτέ να το κάνουμε. Η Λαύρα είμαστε εμείς, είναι κάτι πολύ περισσότερο από εμάς, είμαστε εμείς στα πλέον οικεία και πολύτιμα σπλάχνα του δικούς μας Είναι. Να γιατί φέρναμε και φέρνουμε εδώ όχι μόνο τον εγκάρδιο ψίθυρο της καρδιάς μας, αλλά και τη δημιουργία μας σε όλη της την έκταση, όλα τα πολιτισμικά μας επιτεύγματα και αξίες: διακρίνουμε σε αυτά κάποια έλλειψη πληρότητας, μέχρι να τις αντιστοιχίσουμε με την καρδιά του ρωσικού πολιτισμού. Γύρω από την Λαύρα, όχι υπό την έννοια των τειχών της, φυσικά, αλλά υπό την οπτική γωνία του κέντρου της πολιτισμικής ζωής, αποκρυσταλλώνεται η πολιτισμική οικοδόμηση του ρωσικού λαού. Η γιορτή της Αγίας Τριάδας είναι το σημείο συνέχειας των ιδιόμορφων δοξασιών της καθημερινής ζωής, των λαϊκών τραγουδιών και εθίμων. Η ομορφιά της ζωής του λαού ανθίζει γύρω από την ημέρα της Αγίας Τριάδας και ένα τμήμα της, όπως για παράδειγμα, οι  σημύδες της Αγίας Τριάδας, ενώνεται στην ίδια την εκκλησιαστική λειτουργία, πράγμα που μας επιτρέπει να ισχυριστούμε πως δεν υπάρχει συγκεκριμένη μεθόριος ανάμεσα στο αυστηρό εκκλησιαστικό τυπικό και το παλιό λαϊκό έθιμο.  Η ρωσική εικονογραφία με το νήμα της παράδοσής της οδηγεί στην εικονογραφική σχολή της Λαύρας. Η ρωσική αρχιτεκτονική κατά τη διάρκεια όλων των αιώνων έχει καταβάλει εδώ, στην Λαύρα, την καλύτερη συμβολή της, γεγονός που μας επιτρέπει να πούμε πως είναι το αυθεντικό ιστορικό μουσείο της ρωσικής αρχιτεκτονικής. Το ρωσικό βιβλίο, η ρωσική λογοτεχνία, γενικά ο ρωσικός Διαφωτισμός, πάντα τρέφονταν βασικά εδώ από την διαφωτιστική δραστηριότητα που υπήρχε τόσο στην ίδια την Λαύρα, όσο και γύρω από αυτή. Οι ίδιες οι περιπλανήσεις του Αγίου Σέργιου, καθώς επίσης και των αναρίθμητων Ρώσων αγίων, οι οποίοι ήταν δικά του πνευματικά παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα, συμπεριλαμβανομένων και των συγκαιρινών μας, διέδωσαν τον ρωσικό διαφωτισμό, τον ρωσικό πολιτισμό, την ρωσική οικονομία, την ρωσική περί κράτους θεώρηση και συγκεκριμένα την ρωσική ιδεολογία, συνολικά, αλλά και όλες τις πλευρές της ζωής που προσδιορίζει.

Στην αρχαία καταγραφή για την κοίμηση του Αγίου αποκαλείται «ιδρυτής και δάσκαλος όλων των μοναστηριών που υπάρχουν στην Ρωσία». Όντως, περίπου το ένα τέταρτο και πλέον των μοναστηριών ιδρύθηκαν από τους μαθητές του, οι οποίοι αποίκισαν την Βόρεια και την Βορειοανατολική Ρωσία, συμπεριλαμβανομένων των περιοχών του Περμ και την Βολογκντά. Αναρίθμητες αντανακλάσεις και χιλιάδες οι αχτίδες του Ηλίου μας! Και τι δεν φώτισε το Φως του;

Η ιδέα της Υπεραγίας Τριάδας για τον Άγιο Σέργιο, ήταν, στο επίπεδο της οικοδομής της κοινωνίας, το κήρυγμα του κοινοβίου. «Εκεί δεν λένε: αυτό είναι δικό μου και αυτό δικό σου· έχουν εξοβελιστεί από εκεί οι λέξεις αυτές, οι οποίες ήταν η αιτία για αναρίθμητες θηριωδίες», έγραψε στην εποχή του ο Άγιας Ιωάννης ο Χρυσόστομος για τα σύγχρονα του μοναστήρια. Ο κοινοβιακός τρόπος ζωής σηματοδοτεί πάντα μια πνευματική άνθιση: έτσι ήταν οι απαρχές του χριστιανισμού, η αρχή της Ρους του Κιέβου σηματοδοτήθηκε, επίσης, από την εισαγωγή του κοινοβιακού τρόπου ζωής, το κέντρο του οποίου εμφανίζεται στην Λαύρα του Σπηλαίου στο Κίεβο μετά την βάπτιση της Ρους· και η αρχή της Ρους της Μόσχας, συμπίμπτει με την μύησή της στη νέα πνευματική ενατένιση, με την εισαγωγή στο κέντρο της Ρους της Μόσχας του κοινοβιακού τρόπου ζωής, κατά την συμβουλή και ευλογία του θνήσκοντος Βυζαντίου. Η ιδέα του κοινόβιου, ως κοινής ζωής εν απολύτω αγάπη, ομόνοιας και οικονομικής ενότητες, – στα ελληνικά λέγεται κοινόβιο ή στα λατινικά communia,- είναι ανέκαθεν πολύ οικεία στη ρωσική ψυχή και λάμπει, ως καθοδηγητική αρχή της ζωής, – εμφανίστηκε και ενσαρκώθηκε στην Λαύρα της Αγίας Τριάδας από τον Άγιο Σέργιο και διαδόθηκε από εκεί, από τον Οίκο της Αγίας Τριάδας, ως κέντρο του αποικισμού σε εδαφικό, οικονομικό, καλλιτεχνικό, διαφωτιστικό και, τέλος, σε ηθικό επίπεδο. Από όλες αυτές τις πλευρές της πολιτισμικής ακτινοβολίας της Λαύρας θα πρέπει στο σημείο αυτό να σταθούμε ιδιαίτερα στο σχετικά λιγότερο μελετημένο επίπεδο, εκείνο της διαφωτιστικής της επίδρασης στην Ρους. Ο ίδιος ο Άγιος Σέργιος απαιτούσε από την αδελφότητα, μαζί με τις χειρωνακτικές εργασίες, στις οποίες πρωτοστατούσε, την αδιάκοπη μελέτη, πράγμα που οδήγησε στην ίδρυση εργαστηρίων αντιγραφής· έτσι η Λαύρα του Αγίου Σέργιου, από την εποχή της ίδρυσής της, γίνεται η εστία μιας ευρύτατης λογοτεχνικής δραστηριότητας, ένα μικρό μέρος της οποίας ζει, εν μέρει, μέχρι σήμερα στη μονή ως πολύτιμη συλλογή χειρογράφων, τα οποία σε σημαντικό αριθμό έχουν γραφτεί και διακοσμηθεί εδώ με εκλεπτυσμένες μικρογραφίες, ενώ η ζωντανή συνέχεια εκείνης της δραστηριότητας είναι η αδιάλειπτη μέχρι σήμερα, τεράστια εκδοτική δραστηριότητα της Λαύρας, η μελέτη της πολιτισμικής συμβολής της οποίας είναι πολύ δύσκολη, ως προς τη σημασία της. Από την άλλη πλευρά όμως,  ήταν η Λαύρα πάντα το σημείο των υψηλών πολιτισμικών συνταυτίσεων της ρωσικής κοινωνίας; Οι κύκλοι της Διαφωτιστών, αυτά τα κέντρα των ιδεολογικών αφυπνίσεων, κατά τη διάρκεια πέντε αιώνων ήταν στενά συνδεδεμένοι με την Λαύρα και κατά τη διάρκεια των πέντε αυτών αιώνων, ειδικά εδώ, στη λάρνακα του Αγίου, ζητούσαν πνευματική στήριξη και άνωθεν έγκριση της δραστηριότητάς τους. Από ποιον όμως συγκεκριμένα; Όχι από τους τάδε ή δείνα ένοικους της μονής, οι οποίες πότε ανήκαν και πότε όχι στην αδελφότητα της Λαύρας ως διάκονοι και φύλακες της, αλλά από τον ρωσικό λαό, ο οποίος μιλούσε μέσω της Λαύρας, αναζητούσαν την έγκριση της Λαύρας, ως το ενιαίο πολιτισμικό σύνολο, το κέντρο του οποίου ήταν ο ναός της Αγίας Τριάδας, ενώ η περιφέρειά του, καλύπτει την περιοχή μέχρι τα σύνορα της Ρωσίας. Η Θεολογική Ακαδημία της Μόσχας, ως γόνος της Λαύρας, προερχόμενη από τον επιστημονικό και διαφωτιστικό κύκλο του Μάξιμου του Γραικού, κατά τη διάρκεια των 150 χρόνων της ύπαρξής της, παρά τις περιπλανήσεις της, τηρούσε αδιαλείπτως την ισχύ των δεσμών της με τον Οίκο της Ζωοδόχου Τριάδας, πάντα βαθυστόχαστα, μετά την ιστορία των τεσσάρων αιώνων της, βρήκε επιτέλους τον τόπο της ηρεμίας της στην γονεϊκή φωλιά και εδώ και εκατό χρόνια βρίσκεται εδώ, μαζί με τους χειρόγραφους θησαυρούς της. Αυτό το αρχαιότερο Ανώτατο Ίδρυμα της Ρωσίας πνευματικώς ήταν και έτσι έπρεπε να είναι, φυσικά, κάθε άλλο παρά ένα ανεξάρτητο ίδρυμα, αλλά μόνο μία από τις πλευρές της ζωής της Λαύρας. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο θα πρέπει να εξετάζουμε χωριστά και εκείνα τα εργαστήρια, τα οποία ανέκαθεν συγκεντρώνονταν γύρω από την Λαύρα και, κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα, αποκρυσταλλώθηκαν στο καλλιτεχνικό εργαστήριο του Αμπράμτσεβο, το οποίο με τη σειρά του έγινε το υπόδειγμα για τη δημιουργία παρόμοιων καλλιτεχνικών εργαστηρίων σε άλλα κυβερνεία της χώρας. Θα πρέπει να σημειώσουμε πως χωρίς την έμπνευση της Λαύρας και χωρίς τη δική της οργανωτική βοήθεια δεν θα μπορούσε να εμφανιστεί και να επιβιώσει το ίδιο το Αμπράμτσεβο, το οποίο γαλούχησε τη νέα ρωσική τέχνη και που συνέβαλε τόσο πολύ στην οικονομική ζωή της σύγχρονης Ρωσίας: ας θυμηθούμε τουλάχιστον την Βόρεια σιδηροδρομική γραμμή αλλά και εκείνη του Ντονέτσκ. Μπορούμε όμως να εξαντλήσουμε όλα όσα εξέφρασε και εκφράζει η πολιτισμική δραστηριότητα της Λαύρας; Το διακύβευμα είναι είτε να επεκταθείς σε ένα ολόκληρο βιβλίο, είτε να περιοριστείς σε μια ξερή απαρίθμηση και για το λόγο αυτά δεν θα συνεχίσουμε και θα αρκεστούμε στα προαναφερθέντα.

VI

Θα παραθέσω ορισμένα συμπεράσματα. Η Λαύρα είναι το κέντρο στο οποίο σε ζώσα ενότητα βρίσκονται όλες οι πλευρές της ρωσικής ζωής. Εδώ βλέπουμε μια θαυμάσια επιλογή εικόνων όλων των αιώνων και των τεχνοτροπιών· μπορούμε, άραγε, να φανταστούμε την Λαύρα χωρίς την εικονογραφική της σχολή και χωρίς τα αγιογραφικά της εργαστήρια; Η Λαύρα είναι ένα υποδειγματικό μουσείο αρχιτεκτονικής· είναι φυσικό να ιδρυθεί εδώ σχολή αρχιτεκτονικής και ίσως, έκθεσης αρχιτεκτονικών σχεδίων, ενός εργαστηρίου οικοδομικών εργασιών για όλη την Ρωσία. Στην Λαύρα είναι συγκεντρωμένα θαυμάσια υποδείγματα ραπτικής, αυτής της ιδιόμορφης, προς το παρόν μη εκτιμημένης εικαστικής τέχνης, τα επιτεύγματα του οποίου είναι απρόσιτα ακόμη και στην καλύτερη ζωγραφική· πόσο αναγκαίο είναι να ιδρυθεί εδώ, επί τόπου, μια Εταιρεία, η οποία θα μελετούσε τα μνημεία αυτής της τέχνης, θα εξέδιδε άτλαντες φωτογραφικών μεγεθύνσεων των υφαντών και των μνημείων, οι οποίοι θα διέδιδαν την τέχνη του υφαντού και θα οργάνωνε την αντίστοιχη σχολή και τα εργαστήρια. Τα υπέροχα υποδείγματα της αργυροχρυσοχοΐας στην Λαύρα μας κάνουν να σκεπτόμαστε για την αναγκαιότητα ίδρυσης θεσμού, ο οποίος θα ασχολιόταν με αυτή την υπόθεση. Χρειάζεται, μήπως, να πούμε για την αναγκαιότητα ίδρυσης σχολής τραγουδιού, η οποία θα μελετάει την ρωσική λαϊκή μουσική, με την «ετεροφωνία» κατά τον ορισμό του Άντλερ ή την «λαϊκή πολυφωνία», αυτό τον σπόρο της αναπτυσσόμενης μουσικής του μέλλοντος, η οποία έρχεται να αντικαταστήσει την ομοφωνία του Μεσαίωνα και την πολυφωνία των Νεότερων χρόνων και η οποία τις συμφιλιώνει μεταξύ τους; Χρειάζεται, μήπως να θυμίσουμε την ιδιαίτερα ευνοϊκή μελέτη εδώ, με βάση τα κύματα του λαού που φτάνουν από κάθε γωνιά της Ρωσίας, των εθνογραφικών και ανθρωπολογικών ζητημάτων; Αρκετά όμως. Δεν μπορούμε τώρα να απαριθμήσουμε όλες τις πολιτισμικές δυνατότητες, τις τόσο φυσικές γύρω από την Λαύρα, είναι αδύνατον επίσης και να προβλέπουμε όλα τα νέα επιστημονικά αντικείμενα, τα πεδία δημιουργίας και τα επίπεδο του πολιτισμού, τα οποία μπορούν να εμφανιστούν και, μάλλον, θα εμφανιστούν λόγω της μεγάλης ιστορικής καμπής που ζήσαμε, από τον μεμομωνένο νου στον παλλαϊκό νου. Κοντολογίς: για μένα η Λαύρα στο μέλλον θα είναι η ρωσική Αθήνα, το ζωντανό μουσείο της Ρωσίας, στο οποίο κοχλάζει η μελέτη και η δημιουργία και θα είναι το μέρος, όπου σε ειρηνική συνεργασία και καλοπροαίρετο συναγωνισμό θεσμών και προσώπων, από κοινού να πραγματοποιούνται εκείνα τα υψιπετή βήματα που απαιτούνται για την παραγωγή ολοκληρωμένου πολιτισμού, για την αναβίωση του ολοκληρωμένου πνεύματος της αρχαιότητας, για την εμφάνιση της νέας Ελλάδας, οι οποίες αναμένουν τον δημιουργικό άθλο του ρωσικού λαού. Δεν αναφέρομαι στους μοναχούς, οι οποίοι διακονούν την Λαύρα και είναι αναμφίβολα αναγκαίοι ως φύλακες της εδώ και πέντε αιώνες, οι μοναδικοί πανίσχυροι φύλακες, όχι, δεν αναφέρομαι σε αυτούς, αλλά την δημιουργία όλου του λαού, που συνωστίζεται γύρω από την Λαύρα και η οποία τρέφεται από την πολιτισμική της πληρότητα. Κέντρο αυτής της παλλαϊκής Ακαδημίας Πολιτισμού, νομίζω πως είναι, μετά από ενδελεχή εξέταση και με αξιοποίηση όλων των επιτευγμάτων της ρωσικής υψηλοτάτου στιλ τέχνης, το εκκλησιαστικό δρώμενο στην καθαγιασμένη λάρνακα του Ιδρυτή, Οικοδόμου και Αγγέλου της Ρωσίας.

 Μετάφραση από τα Ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης©

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος #6 της έντυπης “Στέπας”

 

(Visited 1 times, 1 visits today)
Close