Written by 7:56 am Διήγημα

Σεργκέι Ντοβλάτοφ Οι εμιγκρέδες

Η περιοχή Νόβαγια Γκολάντια,

είναι μία από τις πιο γοητευτικές γωνιές του Λένινγκραντ

Τουριστικός οδηγός

 

Ο ήλιος ανέτελλε απρόθυμα. Έλουζε τις υψικαμίνους των εργοστασίων. Έπεφτε κάτω από τις ρόδες των αυτοκινήτων στην παγωμένη άσφαλτο. Περιφερόταν στα δάση των τηλεοπτικών κεραιών.

Στο βρώμικο παρκάκι ξύπνησαν ταυτόχρονα ο Τσικβαΐτζε και ο Σαποβάλοφ.

Αχ, τι καλά που τα ήπιαν χθες! Πόσο δυνατά τραγουδούσαν! Πόσες προσπάθειες έκαναν για να χορέψουν! Πόση δυναμική έκρυβαν οι κινήσεις του προσθετικού μέλους! Πόσο δραστήριες ήταν οι διαδρομές της φιλίας και των βλεμμάτων! Πόσο όμορφος ήταν ο Τσικβαΐτζε την ώρα που χόρευε τον καυκάσιο χορό του! (Πετάγονταν οι πενταροδεκάρες από τις τσέπες, καλύπτοντας με το κουδούνισμα τους την υπεροχή της ύλης επί του πνεύματος.) Και πως παραπατούσαν μέσα στη νύχτα, στηριζόμενοι στους γεροχτισμένους τοίχους των σπιτιών, στα  θεμέλια, στους φανοστάτες… Να όμως που ξύπνησαν πάνω στα χαλίκια…

Ο Σαποβάλοφ και ο Τσικβαΐτζε άρχισαν να ψάχνουν τις τσέπες των τσαλακωμένων ρούχων τους. Βρήκαν ένα κομμάτι καπνιστής ρέγγας, ένα φρέσκο κρεμμυδάκι, ένα σάπιο μήλο. Οι φίλοι έφαγαν σιωπηλά το πρωινό τους.

Είχαν γνωριστεί πριν από λίγο καιρό. Έγιναν φίλοι εξαιτίας ενός καυγά κοντά σε ένα κατάστημα που πουλούσε σαμπάνιες. Δεν είναι δύσκολο να πλακωθείς περιμένοντας στην ουρά. Τα παπούτσια τους ήταν καλοκαιρινά και φαίνονταν οι κάλοι.

– Θα σε σφάξω! ούρλιαξε ο Τσικβαΐτζε. (Ο Σαποβάλοφ του είχε πατήσει το πόδι.)

– Όχι θα σε, μα θα σας, τον διόρθωσε ο Σαποβάλοφ. Στη συνέχεια αλληλοδάρθηκαν για ώρα πολλή στο πεζοδρόμιο. Ξαφνικά όμως ο Τσικβαΐτζε χαλάρωσε το σφίξιμο των δαχτύλων του στον λαιμό του Σαποβάλοφ:

– Θυμήθηκα που σ’ έχω δει. Στην πρεμιέρα του Ταρκόφσκι στο Σπίτι του Κινηματογράφου…

Από εκείνη την στιγμή, έγιναν αχώριστοι.

Για σπίτι είχαν το παρκάκι. Ο χλωμός ήλιος ανέτειλε πάνω από τους ώμους τους.

Τα υπολείμματα του νυχτερινού σκοταδιού κρύβονταν πίσω από τους σκουπιδοτενεκέδες. Οι φίλοι σηκώθηκαν και πήγαν στον δρόμο που ήταν λουσμένος στο τολμηρό απριλιάτικο φως του ήλιου.

– Πού είμαστε; ρώτησε ο Τσικβαΐτζε τον πρώτο τυχόντα περαστικό.

– Στη Νόβαγια Γκολάντια, απάντησε εκείνος ήρεμα. Φάνηκαν τα κτίρια. Προσόψεις λερωμένες με ηλιακές κηλίδες υψώνονταν λοξά. Ο δρόμος ορμητικός κάτω από τα πόδια τους, κάλπαζε προς τον ορίζοντα.

– Τι λες, είπε ο Σαποβάλοβ, μια χαρά! Φτάσαμε σουρωμένοι στην Ολλανδία.

– Συμφορά, αποκρίθηκε ο Τσικβαΐτζε, θα χαθούμε στην άγνωστη χώρα!

– Το βασικό είναι, είπε ο Σαποβάλοφ, να μην πέσει το ηθικό μας. Εντάξει, ήπιαμε. Περάσαμε τα σύνορα και λοιπόν; Θα τα πούμε όλα ειλικρινά, μπορεί να μας συγχωρήσουν…

– Θέλω να πάω σπίτι μου, είπε ο Τσικβαΐτζε, δεν μπορώ να ζω χωρίς τη Γεωργία!

– Έχει να πας στη Γεωργία από τότε που γεννήθηκες.

– Εγώ όλη μου τη ζωή λαχανόσουπα έφτιαχνα με νερό Μπορζόμι.

Οι δύο φίλοι έμειναν σιωπηλοί. Από μπροστά τους περνούσαν με θόρυβο τα τραμ. Ήρεμα θρόιζαν οι εφημερίδες που πάλιωσαν μέσα σε μία νύχτα.

– Προσέξε! φώναξε ο Τσικβαΐτζε. Κοίτα κάτι καθάρματα! Έφεραν ένα νέγρο για να τον λιντσάρουν!

Ακριβώς. Στον πολυσύχναστο δρόμο, φαινόταν η ψηλόλιγνη φιγούρα ενός νέγρου. Τον κρατούσαν αγκαζέ δύο λυγερόκορμες ξανθιές…

– Θα πρέπει κρυφά να τραβήξουμε για την πατρίδα, είπε ο Τσικβαΐτζε.

– Θα μας βοηθήσουν τα φτωχαδάκια, αποκρίθηκε ο Σαποβάλοφ.

Διέσχισαν την γέφυρα. Μετά πέρασαν μπροστά από το φαρμακείο και το πολύβουο παζάρι.

– Απαίσια είναι η τουρκική όχθη, είπε αναστενάζοντας ο Τσκβαΐτζε.

– Κι η Αφρική άσχημη είναι, απάντησε ο Σαποβάλοφ.

Οι φίλοι ήταν τώρα στην παρόχθια λεωφόρο. Έστριψαν σε ένα πολυσύχναστο δρόμο. Λαμπύριζαν οι βιτρίνες. Έλιωνε το παγωτό. Χαμογελούσαν οι γυναίκες και τα φανάρια κυκλοφορίας.

– Για δες, σκέτη ευλογία! αναφώνησε άξαφνα ο Σαποβάλοφ.

– Δεν ζουν άσχημα, γρύλισε ο Τσικβαΐτζε.

– Κοίτα πώς είναι ντυμένοι!

– Αυτή είναι η Δύση!

– Παντού άσφαλτος! Αυτοκίνητα πολλά! Και τι ήλιος!

– Αυτό έλλειπε! Τα προσέχουν αυτά.

Παύση. Τον διέκοψε ο Σαποβάλοφ.

– Ντατίκο, θέλω να μιλήσουμε.

– Κι εγώ.

– Δεν θα με σιχαθείς όμως;

– Όχι. Εσύ;

– Ίσως… μπορεί…ξέρεις… Πώς το λένε;… Να ζητήσουμε άσυλο… Βλέπεις, το ιδιωτικό εμπόριο…

– Εστιατόρια που ξενυχτούν!

– Οι νόμοι της ζούγκλας!

– Ο θρίαμβος του υλισμού!

– Γουέστερν!

– Ηθική κατάπτωση! είπε συνοφρυομένος ο Τσικβαΐτζε…

Ύστερα από ένα λεπτό, οι δύο φίλοι, αγκαλιασμένοι, τράβηξαν προς την πλευρά της πλατείας. Εκεί, έχοντας βγάλει από τη θήκη του περιστρόφου του μία χούφτα μακαρόνια, έτρωγε το πρωινό του ένας φύλακας της τάξεως, το χρώμα του προσώπου του οποίου θύμιζε έντονα κοκκινολαίμη.

 Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

(Visited 1 times, 1 visits today)
Close