Written by 9:06 am Διήγημα

Αρκάντι Αβέρτσενκο Σκηνές από τη ζωή του εργάτη Παντελέι Γκρίμζιν

Πριν από δέκα χρόνια ακριβώς, ο εργάτης Παντελέι Γκρίμζιν έλαβε από τον ύπουλο, άθλιο και αιματορουφήχτρα αφεντικό του μεροκάματο για 9 ώρες δουλειάς, όλο κι όλο δυόμισι ρούβλια!

– Και τι θα κάνω μ’ αυτά τα βρωμερά ψίχουλα; Σκέφτηκε πικρά ο Παντελέι, κοιτάζοντας στη χούφτα του δύο ασημένια ρούβλια κι ένα χάλκινο πενηνταράκι… – Και να φάω θέλω, και να πιω λαχταρώ, και σόλες να βάλω στις μπότες πρέπει, πάλιωσαν, βλέπεις, όλο τρύπες είναι… Αχ, καταραμένη ζωή!

Πήγε σε ένα γνωστό του τσαγκάρη. Εκείνος του πήρε ενάμιση ρούβλια για ένα ζευγάρι σόλες.

– Έχεις κανένα σταυρό; Ρώτησε σαρκαστικά ο Παντελέι. Προς μεγάλη έκπληξη του καταληστευμένου Παντελέι, ο σταυρός ήταν στη θέση του, κάτω από την πουκαμίσα, πάνω στο τριχωτό στήθος του τσαγκάρη.

– Λοιπόν, μου έμεινε ένα ρούβλι, σκέφτηκε αναστενάζοντας ο Παντελέι. – Τι να κάνω μ’ αυτό; Αχ! …

Πήγε κι αγόρασα με αυτό το ρούβλι μισή οκά χοιρομέρι, ένα κουτί σαρδέλες παπαλίνες, μία γαλλική μπαγκέτα, μισό μπουκάλι βότκα, ένα μπουκάλι μπύρα και μία δεκάδα τσιγάρα κι έτσι αποχαιρέτησε όλο το κεφάλαιο, εκτός από τέσσερα καπίκια που του περίσσεψαν.

Μόλις κάθισε ο φτωχός Παντελέι για φάει το πενιχρό του δείπνο, ένιωσε τόσο βαριά και άσχημα που παραλίγο να βάλει τα κλάματα.

– Γιατί; Γιατί; Μουρμούριζε με τα χείλη του να τρέμουν. – Γιατί οι πλούσιοι και οι εκμεταλλευτές πίνουν σαμπάνια, λικέρ, τρώνε αγριόκοτα και ανανά κι εγώ, εκτός από λίγο αποφλοιωμένο και μάλιστα κονσέρβα και ζαμπόν, δεν βλέπω πρόσωπο Θεού… Ω, πότε επιτέλους η εργατική τάξη θα ελευθερωθεί! Τότε θα ζήσουμε ανθρώπινα.

* * *

Μία φορά, την άνοιξη του 1920 ο εργάτης Παντελέι Γκρίμζιν έλαβε ως μεροκάματο για την ημέρα Τρίτη, όλο κι όλο 2.700 ρούβλια.

– Τι θα κάνω μ’ αυτά; Σκέφτηκε πικρά ο Παντελέι, κουνώντας στη χούφτα του τα πολύχρωμα χαρτάκια.

Και σόλες πρέπει να βάλω στις μπότες, και να φάω, και θανάσιμα θέλω να πιω κάτι!

Πήγε ο Παντελέι  στον τσαγκάρη, τον παζάρεψε μέχρι να φτάσει τα δύο χιλιάδες τριακόσια ρούβλια και βγήκε στο δρόμο έχοντας τετρακόσια ορφανά κατοστάρικα.

Αγόρασε μία οκά ημίλευκο ψωμί, ένα μπουκάλι λεμονάδα, απέμειναν τέσσερα πενηντάρικα. Ξόδεψε τα υπόλοιπα για μία δεκάδα τσιγάρα, έφτυσε κι έφυγε.

Στο σπίτι έκοψε το ψωμί, άνοιξε τη λεμονάδα, κάθισε στο τραπέζι να δειπνήσει και… ένιωσε τόσο βαριά και πικρά που θέλησε να βάλει τα κλάματα.

– Γιατί, ψιθύρισε με χείλη που έτρεμαν, γιατί οι πλούσιοι τα έχουν όλα κι εμείς τίποτα… Γιατί ο πλούσιος τρώει τρυφερό, ροδαλό μοσχαράκι, τρώει μέχρι σκασμού σαρδέλες παπαλίνες και λευκές μπαγκέτες, γεμίζει το λαρύγγι του με πραγματική βότκα, αφρώδη μπύρα, καπνίζει τσιγάρα κι εγώ, σαν σκυλί θα πρέπει να μασουλάω ξερό ψωμί και να πίνω αυτό το πιοτό που μου φέρνει ναυτία! … Γιατί κάποιοι τα έχουν όλα κι άλλοι τίποτα; …

* * *

Αχ, Παντελέι, Παντελέι… Καλός βλάκας ήσουν αδελφούλη μου!…

Από το βιβλίο του «Μία ντουζίνα μαχαιριές στην πλάτη της επανάστασης»

Μετάφραση από τα Ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης©

 

(Visited 4 times, 1 visits today)
Close