Written by 5:38 am Διήγημα

Ζιναΐντα Γκίππιους Και τα ζώα

Όταν αναστήθηκε ο Χριστός, πριν απ’ όλους με έκπληξη το έμαθαν αυτό τα σκουλήκια της γης. Το είπαν στους αρουραίους, οι οποίοι τον είχαν ήδη υποπτευθεί, οι αρουραίοι μίλησαν με τα ποντίκια των χωραφιών, τα οποία ποντίκια πολύ συχνά βγαίνουν από τις φωλιές τους: από τα ποντίκια το έμαθαν οι αρκτομύες και οι λαγοί. Πολύ γρήγορα, κατ’ αυτόν τον τρόπο, το πράγμα αυτά έγινε γνωστό σε όλο το ζωικό βασίλειο. Τα θεριά δεν μιλούν το ένα στο άλλο με λόγια, όπως οι άνθρωποι, μα με ένα εντελώς διαφορετικό τρόπο επικοινωνούν και μάλιστα τόσο γρήγορα και αξιόπιστα που τα νέα διαδίδονται σε όλη τη γη πολύ πιο γρήγορα κι από τον τηλέγραφο.

Έτσι λοιπόν, όταν αναστήθηκε ο Χριστός, τα ζώα αμέσως μίλησαν γι’ αυτό. Στην αρχή ήταν απλά αμήχανα, γιατί τέτοιο πράγμα συνέβη για πρώτη φορά ∙ μόλις όμως διευκρινίστηκε ότι μετά την Ανάσταση του Χριστού θα αναστηθούν και όλοι οι άνθρωποι, τα ζώα πικράθηκαν και στεναχωρήθηκαν πολύ. Οι άνθρωποι θα αναστηθούν, τίποτα όμως δεν έγινε γνωστό για τα ζώα.

Άρχισαν τα ζώα συχνά πυκνά να συγκεντρώνονται σε μικρούς κύκλους, ιδιαίτερα τη νύχτα, στην οποία οι άνθρωποι γιορτάζουν την Ανάσταση του Χριστού ∙ συζητούσαν μεταξύ τους και μάλωναν. Πολλά κάκιωναν μάλιστα.

Μαζεύτηκαν, λοιπόν, ορισμένα από αυτά μια τέτοια νύχτα (αυτό συνέβη πολύ παλιά) και άρχισαν πάλι να παραπονιούνται ο ένας στον άλλον.

– Τι είναι αυτό όντως, – είπε ένα γέρικο άλογο. – Όλη σου τη ζωή παλεύεις, παλεύεις, σε καβαλάει ο άνθρωπος και μετά ψοφάς και τέλος. Ο άνθρωπος όμως παθαίνει, αλλά για δες, ανασταίνεται, λες και δεν έγινε τίποτα και θα ζήσει ξανά. Παλιά ήταν καλύτερα: εκείνος καβαλούσε, εσύ τους κουβαλούσες, όπως και να είχαν τα πράγματα και οι δύο πεθαίναμε, ίδιο τέλος είχαμε κι εκείνος κι εγώ. Τώρα απλά δεν έχω αντοχές να το αντέξω αυτό.

Στη σύναξη ήταν και μια άρρωστη κότα. Είχε στραβό λαιμό, γιατί μια φορά ένας τεράστιος σκύλος όρμησε στα κοτόπουλα της, εκείνη πήγε να τα υπερασπιστεί κι ο σκύλος την είχε δαγκώσει στο λαιμό.

– Ναι, – είπε η κότα. – Αν δεν συμβεί κάτι μ’ εμάς, τότε θα έρθει το τέλος. Δεν έχουμε να περιμένουμε τίποτα. Έναν από τους γιους μου, τον οποίο γλίτωσα από τον σκύλο, στη συνέχεια οι άνθρωποι τον έσφαξαν και τον έφαγαν. Και παρόλα αυτά, αυτοί θα αναστηθούν, ενώ ο γιος δεν θα αναστηθεί κι έτσι δεν θα τον ξαναδώ. Θα χαθώ όμως έτσι.

Ο σκύλος ήταν κι εκείνος στη σύναξη και άρχισε να μουρμουρίζει, ζητώντας συγγνώμη από την κότα: ήταν τότε νέος, δεν ήξερε, ήθελε να παίξει με τα κοτόπουλα. Αναφορικά με τους ανθρώπους…

Ο γάιδαρος όμως διέκοψε το σκύλο:

– Αναφορικά με τους ανθρώπους, – είπε, – είναι εκπληκτικό το πόσο ανόητοι είναι, αργόστροφοι, ακατανόητοι και τυφλοί! Και παρόλα αυτά τους επιτράπηκε να αναστηθούν. Εμείς, τα ζώα, γνωρίζουμε λίγα, μα το να μην καταλαβαίνεις και να μην βλέπεις όπως οι άνθρωποι είναι τρομακτικό. Για παράδειγμα, εμείς βλέπουμε τους αγγέλους, ενώ εκείνοι δεν τους βλέπουν καθόλου.

– Αν είναι δυνατόν να μην τους βλέπουν; – ρώτησε έκπληκτη η γάτα. – Είσαι σίγουρος;

– Αυτό μας έλλειπε! Τα παιδιά των ανθρώπων, τα πιο μικρά, βλέπουν, μόλις όμως αρχίζουν να μιλάνε, χάνουν κάθε αίσθηση της όρασης. Για σκεφτείτε το ! Μια φορά μια προπρογιαγιά μου κουβάλησε έναν άνθρωπο, τον έλεγαν Βαρλάμ, κάπου πήγαινε για μια δυσάρεστη δουλειά. Πήγαινε σε ένα σοκάκι. Ο άγγελος όμως είχε κλείσει το δρόμο. Ο άνθρωπος δεν το είδε, κι όμως ήταν καλός άνθρωπος. Τον θεωρούσαν προφήτη. Η προπρογιαγιά μου βλέπει τον άγγελο και φυσικά σταμάτησε. Δεν ήθελε να πατήσει τον άγγελο! Ο προφήτης όμως την χτύπησε. Τα πράγματα κατέληξαν στο ότι, από μεγαλοθυμία, στην προπρογιαγιά μου επιτράπηκε με λόγια ανθρώπινα να πει στον προφήτη ότι εκεί μπροστά τους στεκόταν ένας άγγελος και δεν τους επιτρέπει να προχωρήσουν παρακάτω. Όχι, δεν βλέπουν τίποτα!

Όλα τα ζώα έμειναν έκπληκτα, γιατί όλα είχαν δει πολύ καλά τους αγγέλους, εκεί όπου μόνο οι άγγελοι περνούσαν. Την Μεγάλη νύχτα της Αναστάσεως του Χριστού συνήθως έρχονταν πετώντας κατά σμήνη στη γη, ορισμένοι όμως ξεγλιστρούσαν και μόνοι τους. Ένα νεαρό πουλάκι αμέσως πρόσεξε έναν, ο οποίος πέρασε πετώντας εκείνη τη στιγμή πάνω από το δάσος και έστρεψε προς το μέρος του τον όμορφο λαιμό του.  Ήταν δε ο λαιμός του κόκκινο επειδή ανήκε σε μια γενιά γκρίζων πουλιών, τα οποία πετούσαν πάνω από το σταυρό, όταν κάρφωναν τον Χριστό. Τα πουλάκια αυτά προσπαθούσαν με τα ράμφη του να βγάλουν τα καρφιά από τα χέρια και τα πόδια Του και έτσι το αίμα Του πιτσίλισε το λαιμό τους. Από τότε είχαν πια κόκκινα φτερά.

– Ακούστε, – είπε ο κοκκινολαίμης. – Γιατί μαλώνουμε και τυραννιόμαστε; Ο χρόνος περνάει. Γιατί δεν ρωτάμε τον άγγελο; Από καιρό έπρεπε να είχαμε ρωτήσει. Υπομένουμε, υπομένουμε… Ας μας πει ο άγγελος γιατί μας πρόσβαλαν! Λοιπόν, εγώ θα πετάξω να τον βρω και θα τον καλέσω!

Όλα τα ζώα αμέσως ένιωσαν ότι είναι καλό αυτό και απόρησαν που δεν το είχαν σκεφτεί εδώ και καιρό. Δε χρειάστηκε όμως να πετάξουν να βρουν τον άγγελο. Εκείνος ο ίδιος τη στιγμή εκείνη σταμάτησε από πάνω τους, θαρρείς και τα άκουσε να τον φωνάζουν, κατέβηκε αργά στη γη, λάμποντας μέσα στο φως των μεγάλων τους φτερούγων. Στη συνέχεια, μάζεψε τα φτερά του και κάθισε σε ένα μεγάλο βράχο που έβγαινε μέσα από τη γη, ανάμεσα στα ζώα.

Τα ζώα δεν τρόμαξαν τόσο, όσο τα έχασαν. Δεν μιλούσαν συχνά με τους αγγέλους. Τώρα όμως επρόκειτο για κάτι πολύ σοβαρό, για μια υπόθεση ζωής και θανάτου.

– Χριστός Ανέστη! – είπε τελικά ο σκύλος.

Ο άγγελος απάντησε με ύφος σοβαρό και χαρούμενο:

– Αληθώς Ανέστη!

– Οι άνθρωποι θα ανασταίνονται μετά από Αυτόν, εμείς θα αναστηθούμε; – είπε αναστενάζοντας μια πεινασμένη λύκαινα και έτεινε ικετευτικά τα μπροστινά της πόδια. – Θα αναστηθούμε;

Τη στιγμή εκείνη τα ζώα άρχισαν όλα μαζί να μιλούν: δεν καταλάβαιναν σε τι ήταν καλύτεροι οι άνθρωποι από τα ζώα και γιατί τους δόθηκε το χάρισμα της αναστάσεως. Η γάτα μάλιστα ανασήκωσε τους ώμους της.

– Είναι αποκρουστικοί, ανόητοι και κακοί, – είπε. – Ναι, εξάλλου και τα ζώα όλα είναι ανόητα και αποκρουστικά. Κατά τη γνώμη μου, αν θέλουμε να πούμε την αλήθεια, καλύτερα θα ήταν εμείς τα ζώα να μην μπορούμε να αναστηθούμε. Μόνο εγώ να ζήσω αιώνια θέλω, για τους υπόλοιπους αδιαφορώ, οι δε άνθρωποι είναι μηδαμινοί. Τολμούν όμως και ανασταίνονται!

Τότε συνέβη κάτι αναπάντεχο. Μόλις η γάτα τελείωσε τη φράση της, αλυχτώντας, έχοντας λησμονήσει την παρουσία του αγγέλου, όρμησε ο σκύλος. Αλυχτούσε, λαχάνιαζε, έτρεμε ολόκληρος, μετά δυσκολίας μπορούσε κανείς να καταλάβει τι ήθελε να πει.

– Δεν μπορώ έτσι! – φώναξε ο σκύλος. – Δεν μπορώ! Εγώ είμαι σκύλος και οι άνθρωποι συχνά δεν με καταλαβαίνουν και θα ψοφήσω στην αυλή, αλλά παρόλα αυτά θέλω αν όχι εμείς, τουλάχιστον οι άνθρωποι να μπορούν να ανασταίνονται! Ας ανασταίνονται αυτοί! Εγώ ακόμη και την ώρα που ψοφάω θα τους αγαπώ, γιατί ποιον άλλον θα αγαπώ αν πεθάνουν όλοι;

Η άρρωστη κότα κακάρισε:

– Αλήθεια είναι αυτό! Έτσι κι εγώ! Μόνο που δεν λέω για τους ανθρώπους! Εγώ για το γιόκα μου λέω: ας χαθώ εγώ, μόνο εκείνος να μείνει ζωντανός! Ποιον θ’ αγαπώ εγώ σαν χαθεί εκείνος;

Άξαφνα τότε ο άγγελος χαμογέλασε. Μια λάμψη τον σκέπασε ∙ στον ουρανό μάλιστα υψώθηκαν στύλοι. Τα ζώα σώπασαν, ορισμένα ξάπλωσαν και κοιτούσαν τον άγγελο. Δεν καταλάβαιναν ακόμη. Τι θα πει;

Κι ο άγγελος είπε, όχι όμως με λόγια, ίσως και με λόγια, αλλά έτσι που όλα τα ζώα τον άκουσαν. Είπε:

– Ζώα είστε, ζώα! Τι θέλετε ακόμη να μάθετε, όταν όλα τα ξέρετε; Γιατί με ρωτάτε;

Ο σκύλος κουνώντας την ουρά του είπε με τόλμη:

– Να ρωτάμε… αν θα αναστηθούμε ή όχι;

Ο άγγελος χαμογέλασε ξανά.

– Το ξέρεις κι από μόνος σου, – είπε. – Εσύ είπε ότι θέλεις πάντα ν’ αγαπάς. Η αγάπη ποτέ δε χάνεται. Αν αγαπάς πάει να πει πως θα αναστηθείς. Κι εσύ κότα. Αγαπάς το γιόκα σου, θα αναστηθείς λοιπόν, για να συνεχίσεις να τον αγαπάς.

Ο σκύλος έγλειψε ήρεμα την άκρη της φτερούγας του αγγέλου και είπε:

– Η γάτα ξέρει πως δε θα αναστηθεί; Τη λυπάμαι. Είναι απλά ανόητη.

Τα μάτια όλων των ζώων με θλίψη στράφηκαν προς τη γάτα. Εκείνη ξάπλωσε, κρύωνε και ντρεπόταν. Και κατά ένα παράξενο τρόπο αναθάρρησε.

Τη στιγμή εκείνη όμως είδαν όλοι ότι πετούν ολόκληρα σμήνη αγγέλων, πετούν χαμηλά κάτω από τα σύννεφα, φωτίζοντας τα σύννεφα. Πετούσαν κι έψαλαν: Χριστός Ανέστη! Η λύκαινα σήκωσε τη μουσούδα της, κοίταξε, ο γάιδαρος κοίταξε, χαμηλώνοντας τα αυτιά του και το άλογο και η κότα και ο σκύλος, όλοι. Άρχισε και η γάτα να κοιτάζει, με μισόκλειστα μάτια, δεν μπορούσε να κρατηθεί. Και παρόλα που ακόμη δεν αγαπούσε κανένα, παρόλα αυτά άρχισε να ελπίζει. Όλα τα ζώα, ακόμη και τα πιο ανόητα και μοχθηρά, ακόμη κι εκείνα που δεν καταλάβαιναν ακόμη τίποτα, κοίταζαν και άκουγαν. Κι άξαφνα, με τη ζωική τους ύπαρξη ένιωσαν για μία και μοναδική φορά πως δεν τους έχουν προσβάλει, πως δεν αναστήθηκε μόνο για τους ανθρώπους ο Χριστός αλλά και γι’ αυτά, τα άλογα. Και χάρηκαν τα ζώα.

Ο άγγελος σηκώθηκε από το βράχο, χαμογέλασε για άλλη μια φορά, άνοιξε τις μεγάλες – μεγάλες φτερούγες του, έτσι που σκέπασε όλα τα καθισμένα ζώα και πέταξε ψηλά, ακολουθώντας το σμάρι των αδελφών του, οι οποίοι έψαλλαν για τον εκ νεκρών αναστάντα Χριστό.

Μετάφραση από τα Ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης©

 

 

 

 

 

(Visited 1 times, 1 visits today)
Close