Written by 8:41 am Συνεντεύξεις

Νατάλια Κορνιένκο Ο «πολύτιμος» συγγραφέας της ρωσικής λογοτεχνίας Αντρέι Πλατόνοφ

Συνέντευξη στον Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη

Όταν πέρσι τον Δεκέμβριο επισκέφτηκα, για μια ακόμη φορά, την Μόσχα, η συνεργάτιδα του περιοδικού Βίκυ Σταυροπούλου, με βοήθησε να κλείσω ένα ραντεβού για να συναντήσω την Νατάλια Βασίλιεβνα Κορνιένκο, την μεγαλύτερη ειδικό στο έργο του Αντρέι Πλατόνοφ, έναν άνθρωπο εντυπωσιακής ευρυμάθειας αλλά και απλότητας.
Η Νατάλια Βασίλιεβνα με δέχτηκε στο υπόγειο του Ινστιτούτου Παγκόσμιας Λογοτεχνίας στο κέντρο της Μόσχας, εκεί όπου έχει την έδρα της η ομάδα ερευνητών του ιδρύματος που ασχολείται με τη ζωή και το έργο του Αντρέι Πλατόνοφ. Τη συνάντηση την περιέγραψα σε ένα από τα «Γράμματα από τη Ρωσία» που δημοσιεύτηκαν την εποχή εκείνη. Στο «Γράμμα» δεν περιέλαβα το περιεχόμενο της συζήτησης, θέλοντας να το κρατήσω για τους αναγνώστες της «Στέπας».

Η Νατάλια Βασίλιεβνα έχει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα προσωπική αλλά και οικογενειακή ιστορία. Γεννήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 1953 στο χωριό Νοβοσέλιε, στην περιοχή του Νοβοσιμπίρσκ, όπου βρέθηκε η οικογένεια της εξορισμένη από την Ουκρανία στη δεκαετία του 1930, με την διαβόητη επιχείρηση εξόντωσης των πλούσιων χωρικών από το σταλινικό καθεστώς.

Η Νατάλια Βασίλιεβνα είναι ιστορικός της λογοτεχνίας, αντεπιστέλλον μέλος της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών, επικεφαλής του Τμήματος νεότερης ρωσικής λογοτεχνίας και της λογοτεχνίας της ρωσικής διασποράς του Ινστιτούτο Παγκόσμιας Λογοτεχνίας «Α. Μ. Γκόρκι».

Ξεκίνησε τις πανεπιστημιακές σπουδές στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο της πόλης Κομσομόλετς στον ποταμό Αμούρ, απ’ όπου αποφοίτησε το 1974 και συνέχισε στο Λογοτεχνικό Ινστιτούτο «Α. Ι. Χέρτσεν» στο Λένινγκραντ. Με την αποφοίτησή της εργάστηκε ως απλή δασκάλα, ενώ παράλληλα εκπονούσε τη διδακτορική της διατριβή με θέμα «Οι φιλοσοφικές αναζητήσεις και ιδιαιτερότητες της καλλιτεχνικής μεθόδου του Αντρέι Πλατόνοφ» την οποία υποστήριξε με επιτυχία το 1979.

Το διάστημα 1982 – 1989 ήταν διευθύντρια της έδρας της σοβιετικής και ξένης λογοτεχνίας του Κρατικού Παιδαγωγικού Ινστιτούτο στο Νοβοσιμπίρσκ. Το 1992 υποστήριξε την διατριβή της επί καθηγησία με τίτλο «Η ιστορία του κειμένου και η βιογραφία του Α. Π. Πλατόνοφ (1926 – 1946)».

Το 1993 άρχισε να εργάζεται ως συνεργάτης του Ινστιτούτου Παγκόσμιας Λογοτεχνίας «Α. Μ. Γκόρκι» της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών και από το 2006 είναι η διευθύντρια του τμήματος νεότερης ρωσικής λογοτεχνίας και της λογοτεχνίας της ρωσικής διασποράς. Παράλληλα, ήταν η πρόεδρος της επιτροπής των ειδικών του Ρωσικού Ιδρύματος Ανθρωπιστικών Σπουδών για θέματα φιλολογίας και ιστορίας και θεωρίας της τέχνης για το διάστημα 2011 – 2016.

Στις 30 Μαΐου 1997 εξελέγη ως αντεπιστέλλον μέλος της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών στο Τμήμα Λογοτεχνίας και Γλώσσας. Είναι μέλος της Ένωσης Συγγραφέων Ρωσίας και μέλος της συντακτικής επιτροπής της σειράς «Λογοτεχνικά μνημεία».

Η συζήτηση μαζί της κράτησε αρκετές ώρες, συνοδευόμενη από τσάι και κουλουράκια. Ένα μέρος αυτής της συζήτησης παρουσιάζει σε αυτό της το τεύχος, η «Στέπα».

 

Όλη σας τη ζωή ασχολείστε με το έργο του Αντρέι Πλατόνοφ. Αυτό σας το ενδιαφέρον για το συγγραφέα σας έφερε στη Μόσχα, όπου ζούσε ο ίδιος. Ήσασταν φίλοι με τη θυγατέρα κα τη σύζυγό του Μαρία Αλεξάντροβνα. Ποιο είναι το πολυτιμότερο για εσάς συμπέρασμα από εκείνη την εποχή;

Το 1976 ξεκίνησε η ενασχόλησή μου με τη διδακτορική μου διατριβή στο φημισμένο Ινστιτούτο Χέρτσεν του Λένινγκραντ, στην έδρα της σοβιετικής λογοτεχνίας. Είχα έρθει από μακριά, από την πόλη Κομσομόλετς στον ποταμό Αμούρ, ενώ το θέμα της εισαγωγικής μου εργασίας ήταν αφιερωμένο στο μυθιστόρημα του Ιβάν Μπούνιν «Η ζωή του Αρσένιεφ». Ωστόσο στην έδρα την εποχή εκείνη κάποιος άλλος είχε υποστηρίξει τη διατριβή του που ήταν αφιερωμένη στον Μπούνιν, ο εμιγκρές Μπούνιν την εποχή εκείνη δεν έχαιρε τόσης εκτίμησης ώστε να εκπονηθεί μία ακόμη διατριβή για το έργο του και μου προτάθηκε να αλλάξω θέμα. Ήταν η εποχή κατά την οποία δεν ενθαρρύνονταν ιδιαίτερα εργασίες με θέμα τον Πλατόνοφ, ωστόσο η απαγόρευση για την επιστημονική έρευνα του έργου του είχε αρθεί. Θυμίζω πως το 1969 είχαν κυκλοφορήσει οι πρώτες συλλογές με επιλογή έργων του, είχαν εκπονηθεί οι εργασίες φιλολόγων στο Βορόνεζ, είχαν δημοσιευτεί τα θαυμάσια άρθρα του κριτικού Λεβ Σουμπίν, είχαν υποστηριχθεί οι πρώτες διδακτορικές διατριβές.
Είχα έναν θαυμάσιο δάσκαλο, τον υφηγητή της έδρας Βλαντίμιρ Νικολάγιεβιτς Αλφόνσοφ, έναν από τους πρώτους ερευνητές του θέματος της αλληλουχίας της ρωσικής ποίησης και της μοντέρνας ζωγραφικής και της πρωτοπορίας στις αρχές του εικοστού αιώνα, ήταν δε ο συγγραφέας ενός ιδιαίτερα δημοφιλούς βιβλίου την εποχή εκείνη με τίτλο «Λόγια και χρώματα». Ήταν μια θρυλική μορφή ανάμεσα στους φιλολόγους.
Το θέμα της διατριβής μου ήταν «Φιλοσοφικές αναζητήσεις και ιδιαιτερότητες της καλλιτεχνικής μεθόδου του Α. Π. Πλατόνοφ», το οποίο εν πολλοίς διαμορφώθηκε από τον δάσκαλό μου και μάλιστα εκείνος ήταν που με υποχρέωσε να αφοσιωθώ στο απολύτως άγνωστο για απόφοιτο σοβιετικής φιλολογικής σχολής θέμα, τη ρωσική θρησκευτική φιλοσοφία των αρχών του εικοστού αιώνα: τον Φιόντοροφ, τον Μπερντιάγιεφ, τον Ροζάνοφ, τον Φλορένσκι, τον σεστόφ… Όλα αυτά μελετούσαμε τότε. Συγκλονίστηκε η νεανική φιλολογική μου συνείδηση, ο εγκέφαλός μου απλά φλεγόταν από τη συνάντηση με αυτόν τον κολοσσιαίο κόσμο… Σήμερα μπορείς να ακούσεις ότι ήταν μια απαγορευμένη λογοτεχνία, η οποία υπήρχε μόνο στα ειδικά τμήματα των βιβλιοθηκών… Η δική μου μαρτυρία είναι ότι όλη η προεπαναστατική βιβλιογραφία και φιλοσοφία ήταν στη διάθεσή μας χωρίς κάποια ειδική άδεια. Η άδεια για να δουλέψουμε στα ειδικά τμήματα όπου βρισκόταν η μετεπαναστατική αντισοβιετική λογοτεχνία και φιλοσοφία μας δινόταν σε εμάς τους διδακτορικούς φοιτητές και έτσι μελετούσαμε σε μια μικρή αίθουσα της βιβλιοθήκης του Λένινγρκαντ. Κάποια στιγμή, έξι μήνες αργότερα, ο δάσκαλος μου μού είπε ότι θα πρέπει να πάω στην Μόσχα, να συναντήσω την χήρα του συγγραφέα και να της ζητήσω την άδεια να δω το αρχείο του Πλατόνοφ. Εκπληκτική εποχή. Πήγα στη Μόσχα χωρίς καμιά συστατική επιστολή, βρήκα το πλησιέστερο σημείο όπου μπορούσα να βρω πληροφορίες για την πόλη, έμαθα τη διεύθυνση της Μαρία Αλεξάντροβνα Πλατόβαγια και πήγα, χωρίς προηγουμένως να ειδοποιήσω, στην οδό Μάλαγια Γκρουζίνσκαγια 18 και πάτησα το κουδούνι του διαμερίσματος Νο 38. Θυμάμαι την ερώτηση που μου έκαναν πίσω από την πόρτα: «Ποιος είναι», την απάντησή μου (ω, πόσο καιρό πριν την προετοίμαζα!) : «Ερευνητής του έργου του Πλατόνοφ από το Λένινγκραντ» (η κατάσταση θύμιζε πολύ τη σκηνή της εμφάνισης του αναγνώστη από το «Θεατρικό μυθιστόρημα» του Μπουλγκάκοφ) και το σοκ που έπαθα από τη μεγαλοπρεπή ομορφιά της γυναίκας που μου άνοιξε την πόρτα. Η Μαρία Αλεξάντροβνα αργότερα μου είπε ότι είχε αποσβολωθεί από την εμφάνισή μου, χωρίς συστατική επιστολή, χωρίς καν να τηλεφωνήσω νωρίτερα. Ήμουν, βλέπετε, μια νεαρή φιλόλογος, εκείνη μας αγαπούσε όλους και η αγάπη της αυτή δεν την άφησε να μου αρνηθεί την είσοδο στο σπίτι… Η συνάντηση με την Μαρία Αλεξάντροβνα καθόρισε την μετέπειτα φιλολογική μου ζωή. Στη συνέχεια ερχόμουν πολύ συχνά να την επισκεφτώ από το Λένινγκραντ, με φιλοξενούσε στο δωμάτιό της, στο θρυλικό μικρό δερμάτινο καναπέ: θρυλικό, γιατί πριν από εμένα σε αυτόν κοιμόταν ο Μιχαήλ Σόλοχοφ, όταν τους επισκεπτόταν. Η Μαρία Αλεξάντροβνα μου έδωσε (όπως και στους λίγους ερευνητές του έργου του Πλατόνοφ, εκείνης της δεκαετίας) την άδεια να εργαστώ πάνω στο αρχείο του Πλατόνοφ στα Ρωσικά Κρατικά Αρχεία Λογοτεχνίας και Τεχνών). Μέρες ολόκληρες καθόμουν στο αρχείο ενώ τα απογεύματα και τα βράδια διάβαζα στην κουζίνα του διαμερίσματος της Μάλαγια Γκρουζίνσκαγια τα έργα του Πλατόνοφ των οποίων είχε απαγορευτεί η έκδοσή τους στην ΕΣΣΔ: «Τσεβενκούρ», «Λάκκος», «Η θάλασσα της νεότητας», «Η λατέρνα» (τα κείμενα αυτά τότε δεν τα έδιναν τα ΡΚΑΛΤ). Κάθε φορά που ερχόμουν από το Λένινγκραντ πηγαίναμε πάντα με την Μαρία Αλεξάντροβνα και την Μάσα (αν είχε ελεύθερο χρόνο) στο μνήμα του Πλανότοφ, καθόμασταν εκεί με τις ώρες συζητώντας γι’ αυτόν. Το 1978 κυκλοφόρησε το δίτομο με έργα του Πλατόνοφ που είχε επιλέξει η Μαρία Αλεξάντροβνα και μου ζήτησε να συγκρίνω τα κείμενα που δημοσιεύονταν στη δίτομη έκδοση με άλλες προηγούμενες εκδόσεις. Κατά τη διάρκεια της δουλειάς μου πάνω στις αρχειακές πηγές είχαν ήδη εμφανιστεί διάφορες απορίες. Η αντιπαραβολή που έκανα για λογαριασμό της Μαρία Αλεξάντροβνα με όλη της τη σαφήνεια μου αποκάλυψε πολλά για το απαγορευμένο στη σοβιετική φιλολογία θέμα, δηλαδή για το πώς οι σοβιετικοί επιμελητές ανελέητα ακρωτηρίαζαν τα κείμενα των κλασσικών μας. Θυμάμαι πως έστειλα τις διορθώσεις μου στα κείμενα του Πλατόνοφ στην Μαρία Αλεξάντροβα (φυλάσσεται στο αρχείο Πλατόνοφ στο ΡΚΑΛΤ) και πήγα στο δάσκαλό μου να του πω ότι δεν πρόκειται να γράψω διατριβή για τον Πλατόνοφ, γιατί πριν γράψει κάτι κανείς γι’ αυτόν θα πρέπει να αποκατασταθούν τα κείμενά του σύμφωνα με τα πρωτότυπα… Αυτή μου την απόφαση την ανακοίνωσα στην Μαρία Αλεξάντροβνα. Την απάντησή της μπορεί να την διαβάσει κανείς στο δίτομο που μου χάρισε, στον 1ο τόμο: «Κορνιένκο Ν. Β. με την ελπίδα να γράψτε μια καλή διατριβή, με την ελπίδα να έχετε μνήμη αγαθή για εμάς. Μ. & Μ. Πλατόνοβα»∙ στον 2ο τόμο: «Γλυκιά μου Νατάσα, να μείνετε για πάντα έτσι όπως είστε τώρα. Κάθε ευτυχία για σας. Μαρία και Μάσα Πλατόνοβα». Υποστήριξα τη διατριβή μου μέσα στα χρονικά περιθώρια που είχα, μάλιστα έγραψα κάτι για τα ζητήματα των κειμένων, αντιλαμβανόμενη πλήρως, από τη μία πλευρά ότι τα θεωρητικά ζητήματα που αφορούν τα κείμενα του Πλατόνοφ είναι ένα θέμα χωρίς καθόλου προοπτικές στην ΕΣΣΔ, ενώ από την άλλη, ότι θα ασχοληθώ ειδικά με αυτό το θέμα. Μέχρι το 1998 εργαζόμουν στο Νοβοσιμπίρσκ, στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, δίδασκα, έγινα επικεφαλής της έδρας, ενώ τον ελεύθερο χρόνο μου πήγαινα στη Μόσχα και συνέχιζα να συγκεντρώνω υλικό από τα αρχεία, τις εφημερίδες, τα περιοδικά για τα κείμενα και τη βιογραφία του Πλατόνοφ. Η Μαρία Αλεξάντροβνα και όταν συναντιόμασταν και όταν αλληλογραφούσαμε ενώ ήμουν στο Νοβοσιμπίρσκ μου ζητούσε πάντα να βοηθήσω την Μάσα, όταν εκείνη φύγει από τη ζωή. Όταν ερχόμουν στην Μόσχα μετά το 1983 (τη χρονιά που πέθανε η Μαρία Αλεξάντροβνα), πάντα συναντιόμουν με την Μάσα και οι δυο μας, όπως παλιά με την Μαρία Αλεξάντροβνα, πηγαίναμε στον τάφο του Πλατόνοφ… Με την έναρξη της εποχής της Περεστρόικα άρχισε και η δημοσίευση των απαγορευμένων έργων του Πλατόνοφ, την οποία έκανε η κόρη του συγγραφέα. Χάρη στις δικές της συστάσεις εμφανίστηκα κι εγώ στα τέλη του 1988 στο Ινστιτούτο Παγκόσμιας Λογοτεχνίας και κατάφερα να ασχοληθώ με εκείνο το αντικείμενο, με το οποίο προσπαθούσα ανεπιτυχώς να ασχοληθώ όταν ακόμη μελετούσα για τη διατριβή μου: να παρουσιάσουμε στον αναγνώστη και στην πολιτιστική ζωή τον αυθεντικό Πλατόνοφ.
Χάρη στη συνεργασία με την Μαρία Αντρέγιεβνα κατάφερα πολλά έργα από αυτά που μας κληροδότησε ο Πλατόνοφ να εκδοθούν για πρώτη φορά: το μυθιστόρημα «Ευτυχισμένη Μόσχα», τον τόμο με τα σημειωματάριά του, τα σενάρια, τα θεατρικά έργα, τα διηγήματα, τα άρθρα… Κανείς πλέον δεν έθετε περιορισμούς στα θέματα που αφορούσαν τον Πλατόνοφ, στο Ινστιτούτο άρχισαν να υποστηρίζουν την μία μετά την άλλη τις διδακτορικές εργασίες οι μαθητές μου, πράγμα που μας επέτρεψε να σχηματίσουμε μια επιστημονική ομάδα για την προετοιμασία της επιστημονικής έκδοσης των Απάντων του Α. Π. Πλατόνοφ. Μετά τον θάνατο της Μαρίας Αντρέγιεβνα, το 2005, η Ρωσική Ακαδημία Επιστημών αγόρασε για το ΡΚΑΛΤ το οικογενειακό αρχείο του συγγραφέα, υπό την κρατική φροντίδα πέρασε ένα από τα μοναδικά αρχεία συγγραφέα. Χρειάστηκαν τέσσερα ολόκληρα χρόνια για να ξεδιαλέξουμε, συστηματοποιήσουμε και καταγράψουμε το αρχείο. Αρχίσαμε την έκδοση του «Αρχείου του Α. Π. Πλατόνοφ», συνεχίσαμε την δουλειά μας πάνω στους τόμους των Απάντων.
Απαντώντας στο ερώτημά σας, μάλλον, αυτά είναι τα πλέον «πολύτιμα» για μένα «συμπεράσματα» και αποτελέσματα της σαραντάχρονης ιστορίας της ενασχόλησής μου με το δημιουργικό έργο του αγαπημένου μου συγγραφέα.

Κάποτε είπατε σε μια δημόσια σας ομιλία για τον Πλατόνοφ ότι «η ζωή και η μοίρα του Πλατόνοφ είναι το σύμβολο της νίκης επί του θανάτου και της λήθης». Μπορείτε να μας εξηγήσετε τι εννοείτε με αυτή σας τη φράση;

Αυτή, υπογραμμίζω, τη χριστιανική οπτική γωνία την έμαθα μελετώντας τον Πλατόνοφ. Αυτός έτσι αντιμετώπιζε τη σύγχρονη ζωή και τη σύγχρονη του λογοτεχνία. Έτσι αντιμετώπιζε και τη δική του συγγραφική εργασία. Έτσι διάβαζε την ιστορία της ρωσικής και της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Κάποτε με είχε συγκλονίσει το άρθρο του για τον Μιχαήλ Λέρμοντοφ που έγραψε το 1941 και ήταν αφιερωμένο στα 100 χρόνια από τη δολοφονία του ποιητή. Στο άρθρο αυτό παραθέτει το δικό του χαρακτηρισμό για τον δολοφόνο, τον Μαρτίνοφ, λέγοντας πως ανήκει σε μια ιδιαίτερη κατηγορία ανθρώπων «κάποτε αυταρχικών, οι οποίοι είχαν τη δύναμη να σκοτώνουν και να κυριαρχούν», ωστόσο μετά το θάνατο των «θαμμένων στη μνήμη του λαού»: είχαν τον «πιο τρομακτικό, πιο θανατερό θάνατο». Η φορτισμένη έντονα συναισθηματικά μορφή του «θανατερού θανάτου», δηλαδή της απόλυτης λήθης, του θανάτου χωρίς ανάσταση ήταν η πιο συγκλονιστική επισήμανση.
Το θέμα της νίκης επί του θανάτου και της λήθης είναι ένα από τα πιο ακριβά και μόνιμα μοτίβα σε όλα τα κείμενα του συγγραφέα. Διαβάζουμε στο ημερολόγιό του από το 1934, το προσχέδιο του επεισοδίου (την επιστροφή του συγγραφέα από το ομαδικό ταξίδι στο Τουρκμενιστάν,) και την ερμηνεία του:
«Στο τηλεγραφικό καλώδιο κάθεται ένα πολύ μικρό πουλάκι και κελαηδάει εξαιρετικά. Δίπλα του τρέχουν οι ταχείες, στα κουπέ γαμιούνται οι μεγαλοφυΐες της λογοτεχνίας και το πουλάκι τραγουδάει. Είναι άγνωστο ποιος θα νικήσει: τα πουλάκια ή οι ταχείες».
Αυτό το προσχέδιο που αφορά τις κωμικοτραγικές σχέσεις ζωής και λογοτεχνίας θα γίνει η αντίθεση φύσης – ιστορίας, υ μύχιου – ορθολογικού, μηδαμινού – ισχυρού στο εκλεπτυσμένο λυρικό φιλοσοφικό μικροθέμα του θανάτου – ανάστασης της ηρωίδας στο διήγημα «Ασιατική πεδιάδα» (1934):
«Η Περσίδα έβλεπε στο άρρωστο από πυρετό μυαλό της ότι κάπου μεγαλώνει ένα μοναχικό δέντρο, ενώ πάνω σε ένα του κλαδί κάθεται ένα μικρό, μικροσκοπικό πουλάκι και αργά και περήφανα κελαηδεί το τραγούδι του. Μπροστά από αυτό το πουλάκι περνούν καραβάνια με καμήλες, καλπάζουν οι έφιπποι μακριά κι ακούγεται η βουή του τραίνου στο Τουρίνο. Το πουλάκι όμως κελαηδεί ολοένα και ομορφότερα μα και σιγανά, σχεδόν μονολογεί: δεν ξέρει ακόμη ποια δύναμη θα νικήσει στη ζωή – του πουλιού ή των καραβανιών και των οχληρών τραίνων. Η Ζαρίν Τατζ ξύπνησε κι αποφάσισε να ζήσει, όπως αυτό το πουλάκι που χάθηκε μέσα στο όνειρο».
Ή για παράδειγμα, διαβάζουμε στο δοκίμιο «Η μορφή του ανθρώπου του μέλλοντος» (1936)τις σκέψεις του για το θέμα του θανάτου και της λήθης στην ιστορία:
«…η χωρίς ίχνη εξαφάνιση μερικές φορές είναι τυπική: συχνά συμβαίνει εκείνος που πέθανε μια φορά να γίνει αθάνατος ή εκείνος που ζει οργισμένα να αποδεικνύεται εφήμερος και μηδαμινός».
Δεν θέλω να παραθέσω αναλογίες, αλλά για μένα αυτή η φιλοσοφική φράση του Πλατόνοφ είναι η πλέον εκλεπτυσμένη αυτοπεριγραφή του Πλατόνοφ σχετικά με το ζήτημα της αποτυχημένης λογοτεχνικής σταδιοδρομίας, στο φόντο των επιτυχημένων συγκαιρινών του, τις «μεγαλοφυΐες της λογοτεχνίας», όπως τους αποκαλούσε. Ταυτόχρονα, είναι ένας μαθηματικά ακριβής ορισμός εκείνης της κλίμακας αξιών της κλασσικής ρωσικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα, η οποία συνδέεται με την μορφή του μικρού ανθρώπου. «Ο Πλατόνοφ είναι ο μοναδικός συγγραφέας που στοχάστηκε πολύ τη μοίρα και την μορφή του ανθρώπου που υποφέρει, αντί θα υμνήσει τον θριαμβεύοντα άνθρωπο και μάλιστα εκείνον που θριαμβεύει με κάθε κόστος»,- η φράση αυτή είναι του 1937 και ανήκει στον επιφανή κριτικό της λογοτεχνίας της ρωσικής διασποράς Γκεόργκι Ανταμόβιτς.
Στο αυτοβιογραφικό του διήγημα «Αφροδίτη» (1944) ο Πλατόνοφ ευθέως αναφέρεται σε εκείνες τις πνευματικές, βαθιές και πολύτιμες θρησκευτικές πηγές της ζωής του καπετάνιου Φομίν, οι οποίες όχι μόνο τον στήριζαν στην ζωή, τον στήριζαν την ώρα των δεινών, δεν τον άφηναν να πέσει σε απόγνωση (θανάσιμο αμάρτημα), αλλά του χάρισαν και τη «μοίρα των ηρώων».
«Πολλές φορές οι περιστάσεις μετέτρεπαν τον Φομίν σε θύμα, τον έφερναν στο χείλος του χαμού, μα το πνεύμα του δεν μπορούσε να εξαντληθεί στην απελπισία και την απόγνωση. Ζούσε, σκεφτόταν και εργαζόταν, λες και μονίμως ένιωθε ένα μεγάλο χέρι, το οποίο τον οδηγούσε τρυφερά και σκληρά προς τα εμπρός, προς την μοίρα των ηρώων. Και το χέρι αυτό που τον οδηγούσε σκληρά προς τα εμπρός, εκείνο το μεγάλο χέρι τον ζέσταινε και η θέρμη του έφτανε μέχρι την καρδιά του».
Την απάντηση στο ερώτημα: τι είναι αυτό το «μεγάλο χέρι», την βρίσκουμε στη βιογραφία του συγγραφέα, στη σημείωση που έκανε στο χειρόγραφο ενός ποιήματος το 1921, αφιερωμένη στην αγαπημένη του σύζυγο: «Μία είναι η περιουσία μου: εσύ και η ορθόδοξη πίστη». Και, φυσικά, στις λαϊκές παροιμίες. Ανοίγουμε το πρώτο κεφάλαιο του απαγορευμένου στη δεκαετία του 1920 βιβλίου του σύγχρονου του Πούσκιν, Βλαντίμιρ Νταλ «Οι παροιμίες του ρωσικού λαού» (για πρώτη φορά οι παροιμίες που συνέλεξε ο Νταλ επανεκδόθηκαν στη δεκαετία του 1950 με πρόλογο του Μιχαήλ Σόλοχοφ) : «Ζεις, το Θεό υπηρετείς», «Δυνατό το χέρι του Θεού. Του Θεού το χέρι ο δεσπότης». «Ο Θεός συγχωρεί πολλά. Ο Θεός δεν τσιγκουνεύεται στη συγχώρια», «Ο Θεός έχει πολλά, ο Θεός τα μπορεί όλα». «Ο Θεός ταΐζει και κανείς δεν το ξέρει», «Ο Θεός αγαπά δεν σ’ αφήνει να χαθείς», «Ο άνθρωπος περπατεί, ο Θεό οδηγεί», «Όποιος στρέφεται στο Θεό, ο Θεός του δίνει», «Δεν απελπίζεται εκείνος που τον Θεό υμνεί»…

Η ιστορία και η λογοτεχνία είναι η μοίρα της ρωσικής γραμματείας στον εικοστό αιώνα, πού μας χρησιμεύουν στη ζωή τα έργα του Πλατόνοφ, στο φως αυτής της διαπίστωσης;

Πρώτον, η ανάγνωση του Πλατόνοφ, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα του δέκατου ένατου αιώνα, είναι «ψυχωφελής ανάγνωση», όχι μόνο γιατί η λέξη «ψυχή» είναι μία από τις πλέον συχνά απαντώμενες στο λεξιλόγιο του συγγραφέα, αλλά και γιατί η υψηλή και σύνθετη αισθητική των έργων του έχει ως στόχο την ηθική, την αφύπνιση της συνείδησης. Με το θέμα αυτό ο Πλατόνοφ έκανε την πρώτη του εμφάνιση το 1921 με το άρθρο «Ισότητα στα δεινά» στο οποίο έγραψε ότι πρέπει να «μοιράσουμε τα δεινά» (γινόταν λόγος για τον τρομερό λιμό του 1921), σε όλους, αρχής γενομένης από τους βασικούς ηγέτες του κόμματος και της χώρας. Η ντροπή, είναι το βαθύτερο συναίσθημα όλων των αγαπημένων ηρώων του Πλατόνοφ: η ντροπή για το ότι ζεις, η ντροπή απέναντι στους νεκρούς γονείς… Δεύτερον, τα έργα του Πλατόνοφ είναι ο πιο ακριβής και πιστός οδηγός στη ρωσική ιστορία του εικοστού αιώνα και όχι μόνο. Δεν είναι μια απλή ωραία φράση. Τα πραγματολογικά σχόλια στα κείμενα του συγγραφέα, τα οποία για πρώτη φορά αποκαθιστούμε κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της επιστημονικής έκδοσης των Απάντων του, μας δίνουν συγκλονιστικά παραδείγματα ιστορικής ακρίβειας των πλέον παράλογων ηρώων των έργων του. Τρίτον, η πρόζα του Πλατόνοφ δημιουργήθηκε στο πλαίσιο μιας μοναδικής εποχής, εκείνης της αυθεντικής ρωσικής φιλοσοφίας και μας αποκαλύπτει άλλο ένα στρώμα της ρωσικής γραμματείας του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα, που δεν είναι άλλο από εκείνο του φιλοσοφικού στοχασμού. Ο Πλατόνοφ είναι ένας πρωτότυπος φιλόσοφος της ζωής και της ιστορίας.

Τα αλληγορικά έργα του Πλατόνοφ θα μπορούσαν να εκληφθούν ως κριτική στο σοβιετικό σύστημα;

Φυσικά μπορούν, δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, όταν στην δημιουργική του πορεία έζησε όλα τα σημαντικά γεγονότα της ρωσικής και της παγκόσμιας ιστορίας του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα. Για τα οικουμενικά όνειρα και τα συμφραζόμενα της ρωσικής επανάστασης έχουμε το μυθιστόρημα «Τσεβενγκούρ», για τον Εμφύλιο πόλεμο το «Ο πολύτιμος άνθρωπος», για τη «χρονιά της μεγάλης στροφής» – τον «Λάκκο», «Εφεδρεία», για τον λιμό του 1932 – 1933 τις «14 κόκκινες μικρές ίζμπες», για τη σταλινική εποχή έχουμε το «Τζαν», την «Ευτυχισμένη Μόσχα», για τη ζωή των μαζών στις δεκαετίες του είκοσι και του τριάντα έχουμε αριστουργήματα όπως τα διηγήματα «Ο ποταμός Ποτουντάν», το «Φρο», για τον Μεγάλο Πατριωτικό πόλεμο έναν ολόκληρο τόμο με διηγήματα κλπ. Ωστόσο, το να προσδώσουμε τον χαρακτήρα της κριτικής στο σοβιετικό σύστημα στα έργα του Πλατόνοφ είναι μεγάλη ανοησία, από την οποία εμείς, δυστυχώς, δεν μπορούμε να απαλλαγούμε. Σε αυτό μας το πάθος μοιάζουμε πολύ με τους «ακάματους ζηλωτές» της προλεταριακής σοβιετικής λογοτεχνίας, οι οποίοι επί δεκαετίες προσπαθούσαν να προσδώσουν στην ρωσική κλασσική λογοτεχνία του δέκατου ένατου αιώνα το χαρακτήρα της κριτικής προς το τσαρικό καθεστώς. Το κλασικό αστείο σε αυτό το θέμα είναι : ο Πούσκιν προφητικά χαιρέτησε την Οκτωβριανή επανάσταση του 1917 με το ποίημα του «Φθινόπωρο» που ξεκινάει με τον στίχο «Ήρθε επιτέλους ο Οκτώβρης…»

Ποιος από όλους τους ήρωες του Πλατόνοφ είναι ο αγαπημένος σας και γιατί;

Ως αναγνώστης έχω πολλούς αγαπημένους ήρωες του Πλατόνοφ, όπως ο Φομά Πούχοφ (στη νουβέλα «Ο πολύτιμος άνθρωπος») , ο Σάσα Ντβάνοφ (στο μυιστόρημα «Τσεβενκούρ»), ο Νικήτας και η Λιούμπα (στο διήγημα «Ο ποταμός Ποτουντάν»), η Φρόσια (στο διήγημα «Φρο»), ο Γιούσκα (στο ομώνυμο διήγημα)… Τον καθένα από αυτούς τον αγαπάω ξεχωριστά και στον καθένα από αυτούς για ένα ξεχωριστό λόγο είμαι αιώνια ευγνώμων. Για παράδειγμα, τον Φομά Πούχοφ τον αγαπώ για τα πολύτιμα μαθήματά του, για τη φιλοσοφική αμφιβολία και την ιστορική του αισιοδοξία. Για μένα προσωπικά αυτοί και άλλοι ήρωες του Πλατόνοφ είναι άνθρωποι τους οποίους είχα την τύχη να τους δω κατά την παιδική μου ηλικία στο χωριό μου στη Σιβηρία, να ζήσω ανάμεσά τους. Ο μακάριος Σαλός, όπως ο Γιούσκα του Πλατόνοφ, ήταν η γιαγιά μου, η Ευθυμία Αντρέγιεβνα Κριουτσκόβα, μια ρωσίδα χωρική, γεννημένη το 1898, όπως και ο Πλατόνοφ, από την οποία δεν άκουσα ποτέ κάποια κριτική ή κάποια άσχημα λόγια για τον οποιονδήποτε και θυμάμαι την αγαπημένη της φράση «πρέπει να διακονούμε τον άνθρωπο». Σαν τους ήρωες του Πλατόνοφ, εγώ, φυσικά, προσπάθησα να μορφώσω την αγαπημένη μου γιαγιά, της διάβαζα διηγήματα για τον Λένιν, προσπάθησα να την κάνω να μην λέει την αγαπημένη της φράση, της διάβαζα γλαφυρά τον μονόλογο του Τσάτσκι «Θα χαιρόμουν να προσφέρω, ανακατεύομαι στην ιδέα να υπηρετήσω», τον οποίο είχαμε μάθει απ’ έξω στο σχολείο… Ωστόσο, η αγράμματη γιαγιά μου απλά σήκωνε τους ώμους της και υπογραμμίζοντας τη λέξη «διακονία», μου έλεγε την αλήθεια της, την αλήθεια του Γιούσκα του Πλατόνοφ… Το ύφος των διηγήσεων της γιαγιάς για όλα όσα έζησε η οικογένεια της, για την αποκουλακοποίηση και την εξορία στη Σιβηρία, στη συνέχεια το συνάντησα μόνο σε ένα έργο, στο «Λάκκο» του Πλατόνοφ, το πιο πένθιμο και συνάμα ήρεμα ρωσικό μυθιστόρημα… Η νεότητα των γονιών της δικής μου γενιάς πέρασε στη δεκαετία του 1930 και τα λαϊκά διηγήματα του Πλατόνοφ των δεκαετιών του 1930 και 1940 για μένα είναι η εγκυκλοπαίδεια της ζωής του λαού στη σοβιετική εποχή. Οι δυτικοί σλαβολόγοι και μαζί με αυτούς και οι δικοί μας, την εποχή της Περεστρόικα, έλεγαν ότι τα διηγήματα του Πλατόνοφ της δεκαετίας του 1930 είναι προδοσία στην αισθητική του «Λάκκου» και η εκ μέρους του άρνηση της μεθόδου του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Αυτό είναι μεγάλο λάθος. Τα κείμενα του Πλατόνοφ είναι ένα μίγμα ιστορικής και καλλιτεχνικής αλήθειας, η ένωση σε ένα ενιαίο καλλιτεχνικό σύνολο της αλήθειας του ιστορικού γεγονότος και της αλήθειας του ήρωα. Αυτή την τέχνη έμαθε από τον Πούσκιν. Η ιστορική αλήθεια της σοβιετικής ιστορίας, αν εμπιστευτούμε τον Πλατόνοφ (και μπορούμε να τον εμπιστευτούμε, σας διαβεβαιώ), περιλαμβάνει όχι μόνο τον πένθιμο «Λάκκο», αλλά και τους ήρωες της «Ευτυχισμένης Μόσχας» της «Φρο», του «Τρίτου γιου», του «Στον θαυμάσιο και οργισμένο κόσμο», της «Μπόρας του Ιουλίου», της «Αφροδίτης», της «Οικογένειας Ιβανόφ», της «Σιδερένιας γριούλας», της «Κι άλλης μαμάς».

Ποιο από τα έργα του Πλατόνοφ θεωρείται ως το πλέον επίκαιρο σήμερα;

Όλα.

Ο Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ και ο Αντρέι Πλατόνοφ «ανακαλύφθηκαν» παράλληλα από τη μεγάλη μάζα των αναγνωστών. Μπορείτε να μας τους συγκρίνετε και να τους αποτιμήσετε;

Τον δέκατο ένατο αιώνα έγραφαν ταυτόχρονα τόσοι διαφορετικοί και ανόμοιοι μεταξύ τους, σε αισθητικό, φιλοσοφικό και πολιτικό επίπεδο, Ρώσοι συγγραφείς, αναγνωρισμένοι από όλον τον κόσμο, όπως ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι και ο Λεβ Τολστόι. Δεν συναντήθηκαν ποτέ όσο ζούσαν. Έτσι ακριβώς θα συνέκρινα τον Πλατόνοφ και τον Μπουλγκάκοφ. Ζούσε στην Μόσχα, δεν συναντήθηκαν ποτέ. Συναντήθηκαν όμως, όπως ο Ντοστογιέφσκι με τον Τολστόι, στην μεγάλη λογοτεχνία. Για πολλά πράγματα της σοβιετικής ιστορίας ο Μπουλγκάκοφ και ο Πλατόνοφ είχαν την ίδια άποψη και συγκεκριμένα για τη σοβιετική λογοτεχνική ζωή. Ο Μπουλγκάκοφ αφιέρωσε σε αυτό το θέμα το «Θεατρικό μυθιστόρημα» και το «Μαιτρ και Μαργαρίτα», ενώ για τον Πλατόνοφ το θέμα αυτό δεν είχε κεντρική σημασία. Ως προς τη δηκτικότητα όμως της άποψής του για τους πετυχημένους συγκαιρινούς τους συγγραφείς, τις «μεγαλοφυΐες της λογοτεχνίας» δεν υστερεί έναντι του Μπουλγκάκοφ.
Στη ρωσική λογοτεχνία του εικοστού αιώνα ο Μπουλγκάκοφ εκπροσωπεί την άποψη της ρωσικής διανόησης, με εκείνο το βαθιά τραγικό περιεχόμενο και πάθος, με το οποίο είναι γεμάτα τα άρθρα του Αλεξάντρ Μπλοκ «Λαός και διανόηση», «Διανόηση και επανάσταση» ενώ ο Πλατονόφ εκπροσωπεί την λαϊκότητα της ρωσικής λογοτεχνίας. Το 1969 ακόμη, στο άρθρο του για τον Πλατόνοφ, ο Λεβ Σουμπίν μας δίνει έναν εκπληκτικό ορισμό της συγγραφικής προσωπικότητας του Πλατόνοφ: «Διανοούμενος που δεν έχει λαϊκή καταγωγή»

 Τα πολεμικά διηγήματα του Πλατόνοφ, είναι ένα πανόραμα του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου. Πώς αποτιμάτε αυτή την πλευρά του δημιουργικού του έργου;

Έχω γράψει πολλές εργασίες για τα πολεμικά διηγήματα του Πλατόνοφ. Για μένα τα διηγήματα που έγραψε το 1941 – 1945 είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα της ρωσικής πεζογραφίας εκείνων των χρόνων. Πολύ περισσότερο είναι μοναδικά υποδείγματα της ρωσικής πνευματικής πεζογραφίας. Δεν είναι τυχαίο που τα πολεμικά διηγήματα του Πλατόνοφ δεν τα αποδέχτηκε όχι μόνο η επίσημη σοβιετική κριτική, η οποία κατηγορούσε το συγγραφέα για υπερβολική προσοχή στα δεινά και για «θρησκευτικό χριστιανικό ανθρωπισμό», αλλά και οι νομοθέτες της επίσημης σοβιετικής πεζογραφίας για τον πόλεμο. Η αποκάλυψη του ύψιστου ανθρωπιστικού πάθους της πεζογραφίας του Πλατόνοφ των χρόνων του πολέμου μέλλει να γίνει στο μέλλον και αυτό αφορά και τους αναγνώστες και τους ερευνητές.

Μία πολύ σημαντική πλευρά του δημιουργικού έργου του Πλατόνοφ είναι τα θεατρικά του έργα. Μπορείτε να μας μιλήσετε για τα βασικά χαρακτηριστικά αυτών των έργων;

Η δραματουργία του Πλατόνοφ καταλαμβάνει εξαιρετικά μεγάλο μέρος στην κληρονομιά του συγγραφέα. Όλη του τη ζωή έγραφε θεατρικά έργα. Το πρώτο θεατρικό του έργο «Βλάκες στην περιφέρεια», χρονολογείται το 1928, το τελευταίο έργο που δούλευε ο Πλατόνοφ, όσο μπορούσε να κρατήσει το μολύβι στο χέρι του, είναι το «Η Κιβωτός του Νώε». Αυτή η ήπειρος του κληροδοτήματός του, μόλις έχει αρχίσει να εξερευνείται. Το 2009 στο Ινστιτούτο Παγκόσμιας Λογοτεχνίας έλαβε χώρα το Έβδομο διεθνές επιστημονικό συνέδριο αφιερωμένο στη ζωή και το έργο του συγγραφέα με τίτλο: «Η δραματουργία και το θέατρο του Αντρέι Πλατόνοφ». Στις επιστημονικές συζητήσεις έλαβαν μέρος όχι μόνο ιστορικοί της λογοτεχνίας, μα και ιστορικοί του θεάτρου, σκηνοθέτες και ηθοποιοί∙ στα πλαίσια του συνεδρίου πραγματοποιήθηκε και το θεατρικό φεστιβάλ με έργα του Πλατόνοφ∙ τα υλικά του συνεδρίου κυκλοφόρησαν στο έβδομο τεύχος της ειδικής έκδοσης «Η χώρα των φιλόσοφων» του Αντρέι Πλατόνοφ: προβλήματα δημιουργίας». Πολύ ισχυρή ώθηση στην εκδήλωση ενδιαφέροντος για την δραματουργία και το θέατρο του Πλατόνοφ έδωσε το Διεθνές Φεστιβάλ Τεχνών «Αντρέι Πλατόνοφ» που για έκτη συνεχή χρονιά έγινε στην αγαπημένη πόλη του συγγραφέα, το Βορόνεζ. Ουσιαστικά, κάθε χρόνο στα θέατρα της Ρωσίας ανεβαίνουν νέα έργα τα οποία είτε είναι έργα του Πλατόνοφ είτε είναι δραματοποιημένα διηγήματα ή μυθιστορήματα του συγγραφέα. Έτσι, στην Μόσχα το 2015 είχαμε δύο πρεμιέρες: μία παράσταση βασισμένη στο μυθιστόρημα «Ο υδατοφράχτης του Επιφάνιου» στο θέατρο Ταμπακόφ και το «Τσεβενγκούρ» στο θέατρο «Σπίτι του Στανισλάφσκι», σε σκηνοθεσία του Γιούρι Πογκρεμπνιτσκό. Στα προγράμματα των θεάτρων βλέπουμε τις παραστάσεις «Βλάκες στην περιφέρεια», «Λατέρνα», «Δεκατέσσερις κόκκινες μικρές ίζμπες», «Η φωνή του πατέρα», «Ο μαθητής του λυκείου». Ο χρόνος θα δείξει αν τα θεατρικά έργα του Πλατόνοφ θα έχουν την ίδια απήχηση με το υπόλοιπο έργο του. Προς το παρόν δεν μπορούμε να πούμε κάτι τέτοιο.

Σήμερα, χάρη στις δικές σας προσπάθειες, ο αναγνώστης έχει πρόσβαση στην αλληλογραφία του Πλατόνοφ, την επίσημη και την ανεπίσημη. Κάποια στιγμή συζητώντας το ρόλο των συζύγων στη ζωή των μεγάλων συγγραφέων, είπατε πως ο Πλατόνοφ δεν θα γινόταν ο συγγραφέας που έγινε αν δεν υπήρχε η σύζυγός του. Η αλληλογραφία του συνηγορεί υπέρ αυτής της άποψης;

Για πολλά χρόνια συγκεντρώναμε την αλληλογραφία του. Για μένα, η εργασία για την έκδοση του τόμου με τα γράμματα του Πλατόνοφ ήταν κάτι το συγκλονιστικό. Αυτό αφορούσε τόσο το μέγεθος της προσωπικότητάς του ως πολίτη και ως συγγραφέα, αλλά και την τραγικότητα της ζωής του. Κεντρική θέση στην αλληλογραφία που μας κληροδότησε ο Πλατόνοφ, αναμφίβολα, κατέχει η αλληλογραφία του με την μνηστή και στη συνέχεια σύζυγό του, την Μαρία Κασιντσέβαγια. Οι ερωτικές – οικογενειακές επιστολές του Πλατόνοφ μετέτρεψαν μια συμβατική συλλογή επιστολών των συγγραφέα σε ένα ανεξάρτητο βιβλίο, διαμόρφωσαν το εσωτερικό υφολογικό του ρυθμό και προσέδωσαν στην αλληλογραφία του συγγραφέα έναν διορατικό, λυρικό, δραματικό τόνο. Για τον Πλατόνοφ, από την πρώτη τους συνάντηση μέχρι τον θάνατό του, η Μαρία – Μαράκι, ήταν ο μοναδικός του έρωτας, η Μούσα, το μοιραίο πάθος, η ευτυχία και το βάσανό του. Η συγγραφή επιστολών στην αγαπημένη ήταν ολόκληρο έργο για τον Πλατόνοφ, το οποίο μεταμορφωνόταν σε ιδιόμορφα ποιήματα με την μορφή λυρικής πρόζας. Τα γράμματα προς την Μαρία έτρεφαν τη δημιουργία του, μετατρέπονταν σε ιδιόμορφες επιστολικές ιστορίες της πρόζας του, στις οποίες το ρεαλιστικό αποκτάει μεταφυσικές προοπτικές. Οι ερωτικές επιστολές αποκαλύπτουν την είσοδο στην περιοχή του δημιουργικού μετασχηματισμού της πραγματικότητας, με την οποία ασχολείτο ο Πλατόνοφ – συγγραφέας. Οι επιστολές αυτές χύνουν ένα ιδιαίτερο φως στις οξυμένες ψυχικές αναζητήσεις των ηρώων του Πλατόνοφ και συνάμα, αποκαλύπτουν την υψηλή ψυχική τραγωδία του συγγραφέα. Είναι εξομολογητικές επιστολές, ξεκάθαρου αυτοβιογραφικού και λυρικού χαρακτήρα. Σχεδόν όλες τους έχουν θέμα τον έρωτα και το αδύνατο του έρωτα και της οικογένειας στο νέο αιώνα. Είναι το βασικό του θέμα στις επιστολές προς τη σύζυγό του, όπως επίσης και το βαθύτερο νόημα της δημιουργίας.
Διαβάστε τις επιστολές του Πλατόνοφ, είναι μεγαλοφυής πρόζα. Εξάλλου, στο Φεστιβάλ Τεχνών «Πλατόνοφ» το 2015 είχαμε μια παράσταση βασισμένη στις επιστολές του Πλατόνοφ προς τη σύζυγό του.

Πώς αντιμετωπίζει ο Ρώσος φιλόλογος τον Πλατόνοφ ως ποιητή; Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της ποιητικής του δημιουργίας κατά τη γνώμη σας;

Ο Πλατόνοφ έχει γράψει δύο ποιητικές συλλογές, το «Γαλάζιο βάθος» που κυκλοφόρησε το 1923 και «Τραγουδιστές σκέψεις», που έγραψε το 1927 και δεν κυκλοφόρησε όσο ζούσε. Τα ποιήματά του είναι ενδιαφέροντα, πρώτον, ως ένα γεγονός μιας συγκεκριμένης λογοτεχνικής εποχής, δεύτερον, ως ένα σημαντικό στάδιο στη διαμόρφωση της γλώσσας της πρόζας του Πλατόνοφ. Η έννοια του σύμπαντος, ο νατουραλισμός και ο λυρισμός είναι σημαντικοί προσανατολισμοί του ως ποιητή: έχει ποιήματα, τα οποία εκπροσωπούν την προλεταριακή ποίηση της εποχής, τις νατουραλιστικές πλευρές της παλιάς ζωής και άλλα που είναι ερωτικές επιστολές. Το μείγμα αυτών των χαρακτηριστικών γέννησε στη συνέχεια τη γλώσσα της πρόζας του Πλατόνοφ, η οποία διακρίνεται για την κοινωνικότητα, την οικουμενικότητα, το νατουραλισμό και το λυρισμό της.

Γνωρίζουμε τα προβλήματα της οικογένειας του Πλατόνοφ με το σταλινικό καθεστώς και την ιστορία του γιου του. Πώς αυτά τα προβλήματα επηρέασαν το δημιουργικό έργο του συγγραφέα;

Το 1929 ο Πλατόνοφ, όπως γνωρίζουμε πια, πρότεινε να εκδοθεί αυτοτελώς ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Τσεβενγκούρ», που είχε ως θέμα το θάνατο ενός μικρού παιδιού στην προλεταριακή πόλη Τσεβενγκούρ. Το διήγημα αυτό είχε τίτλο «Ένα παιδάκι στο Τσεβενγκούρ». Μεταφορικά, η ιστορία τα έφερε έτσι τα πράγματα που το διήγημα αυτό, την άνοιξη του 1938 το έζησε κυριολεκτικά ο συγγραφέας, όταν συνέλαβαν τον δεκαπεντάχρονο γιο του Πλατόν… Πρόκειται για μια ανελέητη τιμωρία του συγγραφέα. Ο Πλατόν απελευθερώθηκε από το στρατόπεδο το 1940, πέθανε όμως από φυματίωση το 1943. Όλα τα σχετικά ντοκουμέντα με τη σύλληψη του γιου του, τα δημοσιεύσαμε στο βιβλίο «Το αρχείο του Α. Π. Πλατόνοφ». Από το 1938 μέχρι το 1941 ο Πλατόνοφ έγραψε ένα μεγάλο πλήθος διεισδυτικών διηγημάτων για τα παιδιά, αριστουργήματα όπως η «Μπόρα του Ιουλίου», η «Σιδερένια γριούλα», η «Ούλια», ο «Μεγάλος άνθρωπος», ενώ μετά τον Μεγάλο Πατριωτικό πόλεμο ένα πλήθος από διηγήματα και παραμύθια.

Είστε επικεφαλής της ομάδας που ασχολείται με την κληρονομιά του Αντρέι Πλατόνοφ στο Ινστιτούτο Παγκόσμιας Λογοτεχνίας εδώ και πολλά χρόνια. Ποια είναι τα αποτελέσματα αυτής της τεράστιας σε όγκο αλλά και σημασίας δουλειάς; Σας βοήθησε στο έργο σας το Ινστιτούτο ή καλύτερα η Ακαδημία Επιστημών;

Τα βασικά αποτελέσματα αυτής της εργασίας, νομίζω, πως τα ανέφερα κατά τη συζήτησή μας. Τρείς ήταν οι βασικές κατευθύνσεις της δουλειάς μας. Η κύρια ήταν τα Άπαντα των έργων, ήδη κυκλοφόρησε ο πρώτος τόμος σε δύο βιβλία, το 2004 και ο δεύτερος τόμος το 2016. Η χρονική απόσταση ανάμεσα στον πρώτο και δεύτερο τόμο, οφείλεται στο θάνατο της κόρης του συγγραφέα αλλά και στην επίλυση διαφόρων πρακτικών ζητημάτων που είχαν σχέση με το οικογενειακό αρχείο και τα πνευματικά δικαιώματα. Είχαμε όμως περιοδικές εκδόσεις: «Η χώρα των φιλόσοφων του Αντρέι Πλατόνοφ: προβλήματα δημιουργίας», η έκδοση αυτή κυκλοφορεί από το 1994 και έχουμε μέχρι σήμερα επτά τόμους. Υπάρχει το «Αρχείο του Α. Π. Πλατόνοφ», έχει κυκλοφορήσει το πρώτο βιβλίο κι ετοιμάζονται το δεύτερο και το τρίτο. Στη συνέχεια έχουμε τις συνοδευτικές εκδόσεις: τα «Σημειωματάρια» η πρώτη έκδοση έγινε το 2000, η δεύτερη το 2006, το «Έζησα τη ζωή μου. Επιστολές», που κυκλοφόρησε το 2013. Η ομάδας μας ολοκλήρωσε επίσης την καταγραφή του αρχείου του Α. Πλατόνοφ στο Ινστιτούτου Παγκόσμιας Λογοτεχνίας. Μια τέτοια τεράστια σε όγκο και εξαιρετικά υπεύθυνη εργασία με τα αρχεία θα μπορούσε να γίνει μόνο στα πλαίσια ενός ακαδημαϊκού ινστιτούτου όπως είναι το Ινστιτούτο Παγκόσμιας Λογοτεχνίας. Κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα σε δύο φιλολογικά ινστιτούτα της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ (το 1992 μετονομάστηκε σε Ρωσική Ακαδημία Επιστημών), στο Ινστιτούτο Παγκόσμιας Λογοτεχνίας (στο Σπίτι του Πούσκιν της Αγίας Πετρούπολης) και στο Ινστιτούτο Παγκόσμιας Λογοτεχνίας «Α. Μ. Γκόρκι» είχαν επεξεργαστεί τις αρχές της προετοιμασίας της επιστημονικής έκδοσης των Απάντων των Ρώσων κλασσικών συγγραφέων του δέκατου ένατου αιώνα: του Πούσκιν, του Λέρμοντοφ, του Τολστόι, του Ντοστογιέφσκι, του Τουργκένιεφ, του Τσέχοφ και άλλων. Χάρη στην κατανόηση κυρίως εκ μέρους του προέδρου της Ρωσικής Ακαδημίας, του ακαδημαϊκού Γιούρι Σ. Οσίποφ των διαστάσεων που έχει το όνομα του Αντρέι Πλατόνοφ, το προεδρείο της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών διέθεσε ένα σημαντικό ποσό για την αγορά του οικογενειακού αρχείου του συγγραφέα. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα για να συγκρίνετε: μέχρι σήμερα δεν μπορούμε να πείσουμε τις αρχές της πόλης της Μόσχας να αναγείρει ένα μνημείο στον Πλατόνοφ.

Είστε ειδική στην μελέτη των κειμένων και πολλά χρόνια ασχολείστε με τα αρχεία. Για τον Έλληνα αναγνώστη έχει μεγάλο ενδιαφέρον να μάθει πώς είναι μια απλή, καθημερινή, εργάσιμη ημέρα του ανθρώπου που δουλεύει με αρχειακό υλικό.

Δεν γνωρίζω να υπάρχει τίποτα πιο γοητευτικό από τη δουλειά με το αρχειακό υλικό. Δούλεψα, μάλλον, σε όλα τα λογοτεχνικά και κοινωνικά αρχεία των δύο πρωτευουσών μας, συμπεριλαμβανομένων των αρχείων της FSB (της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Ασφαλείας), στα κρατικά αρχεία των περιοχών του Βορόνεζ και του Ταμπόφ. Φυσικά, στο οικογενειακό αρχείο, όταν το αρχείο ήταν στη φύλαξη της συζύγου και της κόρης του συγγραφέα. Είναι το αρχείο που έχει σχέση με τον Πλατόνοφ. Η τύχη τα έφερε έτσι που δούλεψα με τα αρχεία του Μιχαήλ Σόλοχοφ (στο χωριό Βισένσκαγια), του Κωνσταντίν Φεντίν (στο Σαράτοφ). Γιατί πάω στα αρχεία; Πάω για να βρω απαντήσεις σε ερωτήσεις, στις οποίες δεν έχει ακόμη δοθεί μια αξιόπιστη απάντηση. Το πιο πιθανόν είναι να λύσεις μια εξίσωση με έναν ή δύο αγνώστους. Κάθε ένας που δουλεύει με αρχεία έχει να διηγηθεί πολλές ιστορίες αστυνομικού χαρακτήρα.
Ποια στιγμή της πορείας σας στον κόσμο του Πλατόνοφ, θεωρείτε πως είναι η πιο πολύτιμη;
Η πιο πολύτιμη στιγμή είναι όταν κυκλοφορεί ένα κείμενο του Πλατόνοφ που έχεις επιμεληθεί. Θυμάμαι την αίσθηση της απόλυτης ευτυχίας, όταν ολοκλήρωσα την εργασία με την επιμέλεια του κειμένου του μυθιστορήματος «Η ευτυχισμένη Μόσχα». Νόμιζα πως δεν θα ξεμπλέξω ποτέ από το σύνολο των ερωτημάτων σχετικά με την τύχη του μυθιστορήματος, για τα οποία δεν ήξερα την απάντηση. Πολύ βαρύ, σχεδόν τυφλό, χειρόγραφο, το οποίο συνταίριαξα από αποσπάσματα. Έπρεπε να το διαβάσω. Ο Πλατόνοφ κινείτο πάνω στην κόψη του αισθητικού κινδύνου, όταν έγραφε αυτό το μυθιστόρημα και αυτό επηρέασε τον χαρακτήρα του χειρόγραφου και του ίδιου του κειμένου, το οποίο ως προς το πάθος του είναι πολύ σκληρό και συνάμα απολύτως λυρικό… Όταν τελείωσα την εργασία αυτή, ήμουν απερίγραπτα ευτυχής. Όπως πάντα. Στην αρχή τρόμος, ο φόβος μήπως κάνεις λάθος, ο φόβος μήπως δεν βρεις απαντήσεις στις ερωτήσεις…

Όταν το 1979 υποστηρίξατε τη διδακτορική σας διατριβή στο έργο του Πλατόνοφ στην ΕΣΣΔ, το έργο του δεν τύγχανε ιδιαίτερα θετικής εκτίμησης εκ μέρους των αρχών. Πώς σας αντιμετώπισαν τότε;

Όλοι καταλάβαιναν τα πάντα και τότε. Δεν κατανοούσαν λιγότερα, σε σχέση με σήμερα. Ήσουν ελεύθερος και μπορούσες να μελετήσεις το δημιουργικό έργο των κλασσικών του σοσιαλιστικού ρεαλισμού ή το έργο του Πλατόνοφ. Ήσουν ελεύθερος να συμπεριλάβεις τον Πλατόνοφ στη λογοτεχνία του σοσιαλιστικού ρεαλισμού (έγιναν τέτοιες εργασίες την εποχή εκείνη) ή να μην το κάνεις αυτό… Ο Πλατόνοφ με δίδαξε ότι αν θέλεις να είσαι ελεύθερος, τότε να γίνεις. Όλα τα υπόλοιπα είναι εκ του πονηρού… Το πρώτο άρθρο για τον Πλατόνοφ το έγραψα μετά την υποστήριξη της διατριβής μου, αλλά κατάφερα να το δημοσιεύσω μόλις το 1985. Δεν ένιωθα όμως συνέβη κάτι τραγικό στη ζωή μου. Οι φοιτητές μου διάβαζαν Πλατόνοφ, οι μελλοντικοί δάσκαλοι της γραμματείας (μετά έρχονταν στη Μόσχα, στα συνέδρια για τον Πλατόνοφ στο Ινστιτούτο Παγκόσμιας Λογοτεχνίας με ανακοινώσεις για το πώς εκλάμβαναν τα έργα του Πλατόνοφ στη μέση εκπαίδευση). Τα διηγήματα του Πλατόνοφ τα διάβαζα στην έβδομη τάξη του σχολείου, όπου φοιτούσε η κόρη μου: αλητόπαιδα έφηβοι έγραφαν εκθέσεις για το διήγημα «Γιούσκα». Διαβάζαμε φωναχτά Πλατόνοφ στις παρέες μας στην περιβόητη πόλη των ακαδημαϊκών στο Νοβοσιμπίρσκ… Αν κάποιος γνωστός ταξίδευε στην Μόσχα, όλο και κάτι έστελνα στην Μαρία Αλεξάντροβνα και η χήρα του Πλατόνοφ υποδεχόταν τους φίλους από τη Σιβηρία πάντα με την φημισμένη λαχανόπιτα και μου έστελνε μαζί με την επιστολή της και κάποια γλυκά γυναικεία δώρα: λίγη πούδρα, ένα κραγιόν, μάσκαρα (η Μαρία Αλεξάντροβνα μου έδειχνε πάντα πώς να χρησιμοποιώ τα καλλυντικά, μα η αλήθεια είναι πως δεν ήμουν καλή μαθήτρια)…

Είστε αντεπιστέλλον μέλος της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών. Είστε επίσης μέλος της συντακτικής επιτροπής της σειράς «Λογοτεχνικά μνημεία». Η αξιολόγηση είναι μέρος της εργασίας σας; Είστε απλά ο θεματοφύλακας των αξιών ή ο συνδημιουργός τους;

Πρόκειται για ένα κολοσσιαίο ερώτημα. Θα προσπαθήσω να απαντήσω όσο πιο απλά μπορώ. Η εξειδίκευσή μου είναι η επιμέλεια κειμένων και η βιογραφία του Πλατόνοφ, η ιστορία και η επιμέλεια των κειμένων της ρωσικής λογοτεχνίας της σοβιετικής περιόδου (1920 – 1940). Όλα αυτά τα χρόνια της μετασοβιετικής Ρωσίας είπαμε τόσες πολλές ανακρίβειες για τη ρωσική λογοτεχνία αυτής της περιόδου, ιδιαίτερα για την εικοσαετία 1920 – 1940, που ορισμένες φορές νομίζω πως ως προς το ύψος των αναληθειών που είπαμε ξεπερνάμε τους σοβιετικούς ιδεολογικούς ταγούς. Το επαγγελματικό και ηθικό μου χρέος ως επιστήμονα είναι να λέω την αλήθεια για την εποχή και για τον συγγραφέα, να μην επιβάλλω στους συγγραφείς (ποιοι είμαστε εμείς μπροστά στον Πλατόνοφ, τον Φαντέγιεφ και τον Βισνιέφσκι;) την δική μας άποψη, να στηριζόμαστε μόνο σε αξιόπιστες πηγές. Μία από τις βασικές κατευθύνσεις της υπηρεσίας μου είναι η ένωση των επιστημόνων που εργάζονται πάνω στη δημιουργία μιας πραγματικής και όχι επινοημένης προς χάρη της πολιτικής συγκυρίας, ιστορίας της ρωσικής λογοτεχνίας. Εκδίδουμε τεράστιο έργο ως προς τις πηγές και την επιμέλεια των κειμένων της ρωσικής λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα και ο τίτλος αυτού «Χρονικό επιμέλειας κειμένων». Είχα την πρωτοβουλία για την έκδοση στη σειρά «Λογοτεχνικά μνημεία» μιας σειράς λησμονημένων, αλλά παρόλα αυτά κλασσικών έργων του Βιατσεσλάβ Ιβανόφ, του Αλεξέι Τολστόι, του Κωνσταντίν Φεντίν… Μαζί με το μουσείο του Σαράτοφ προετοιμάζουμε την έκδοση της αλληλογραφίας του Κ. Φεντίν, μαζί με το μουσείο – εθνικό δρυμό του Μ. Α. Σόλοχοφ στο χωριό Βεσένσκαγια, προετοιμάζουμε τις επιστολές των αναγνωστών προς τον Σόλοχοφ για το διάστημα από το 1930 μέχρι το 1970. Φανταστείτε, οι βιβλιοθήκες γεμάτες με μοναδικές επιστολές του λαού προς τον νομπελίστα μέχρι σήμερα παρέμεναν στα αζήτητα, δεν έχουν καταλογογραφηθεί. Αντί να γίνουν αυτά, εδώ και μια δεκαετία η κοινωνία ασχολείται με το ψευδεπίγραφο ζήτημα της πατρότητας του «Ήρεμου Δον»… Τι καλά που θα ήταν να προλάβω να τα κάνω όλα αυτά.

Ποια από τις εργασίες σας θεωρείτε ως την πνευματική σας κληρονομιά;

Δεν σκέφτομαι με τέτοιους όρους.

Πιθανόν να πραγματοποιείται η προφητεία του Γκαίτε για τον υπερεθνικό χώρο του ευρωπαϊκού πολιτισμού ή, μήπως απεναντίας, έχουμε απομακρυνθεί από αυτόν το τελευταίο διάστημα; Ποιο ρόλο διαδραμάτισε το εξωτερικό στις δημοσιεύσεις του Αντρέι Πλατόνοφ και ποιος ο ρόλος του Ινστιτούτου Παγκόσμιας λογοτεχνίας; Διατηρείτε μόνιμες επιστημονικές – πολιτισμικές σχέσεις με Ινστιτούτα της Δύσης; Διοργανώνετε κοινές εκδηλώσεις;

Το πρώτο μέρος της ερώτησης ας το αφήσουμε για μια άλλη, ξεχωριστή συζήτηση. Κατά τη γνώμη μου στον εικοστό πρώτο αιώνα έχουμε απομακρυνθεί τόσο πολύ από τον πολιτισμό που είναι τρομακτικό. Το ερώτημα «Με ποιον είστε, τεχνίτες του πολιτισμού» δεν έχει πάψει να είναι επίκαιρο.
Οι ερευνητές από το εξωτερικό λαμβάνουν μέρος σε όλες τις διοργανώσεις του Τμήματος Νεότερης Ρωσικής Λογοτεχνίας και της Λογοτεχνίας της Ρωσικής Διασποράς, του οποίου έχω την τιμή να προΐσταμαι και στο οποίο περιλαμβάνεται και η ομάδα του Πλατόνοφ. Το Τμήμα μας διατηρεί σχέσεις με τις έδρες φιλολογίας πανεπιστημίων από χώρες της Ευρώπης, των ΗΠΑ, της Κίνας, της Κορέας, της Ινδίας, του Ιράν, της Τουρκίας, του Βιετνάμ. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι μεγάλες διοργανώσεις που αφορούν το έργο του Πλατόνοφ του Ινστιτούτου Παγκόσμιας Λογοτεχνίας, να αποτελούν το έναυσμα για τη διοργάνωση επιστημονικών σεμιναρίων στη Βέρνη, στο Παρίσι, το Λονδίνο, το Αμβρούργο, τη Σεούλ, τη Νέα Υόρκη, τη Γάνδη…

Πώς θα θέλατε να σας θυμούνται οι άνθρωποι και ιδίως οι μαθητές σας;

Τους αγαπώ όλους, γιατί είναι οι μαθητές μου, αν και τώρα τα παιδιά μου έχουν μεγαλώσει και σέβομαι απεριόριστα την αφοσίωσή τους στην κοινή φιλολογική μας υπόθεση. Ως προς το πώς θα με θυμούνται όμως, θα πρέπει να τους ρωτήσετε. Δεν έχω κανένα λόγο να με βασανίζει αυτή η ερώτηση.

 

(Visited 1 times, 1 visits today)
Close