Written by 5:56 am Blog, Ποίηση, Φύλλα

Σεργκέι Αβέριντσεφ Ο Ευαγγελισμός

Το νερό, υποχωρώντας, αφήνει

την ιλύ στο βυθό και γίνεται διάφανο.

 

Ανάμεσα σε γυμνούς, καλοπλυμένους τοίχους,

εκεί που το πάτωμα είναι χωμάτινο και το ταβάνι χαμηλό ∙ στην κλειδωμένη κάμαρα

μέσα σε τέσσερις γωνιές, όπου βασίλευε

τέτοια σιωπή που σε κάθε πράγμα

είχε αποδοθεί η ουσία του: όπου η πέτρα

είναι στ’ αλήθεια πέτρα, στην εστία

η φωτιά είναι στ’ αλήθεια φωτιά και αυτή

έχει τη μνήμη του ερέβους, φωτισμένο από το Πνεύμα, –

 

το βλέμμα όμως δεν αναζητάει τίποτα άλλο, –

 

ανάμεσα στους γυμνούς τοίχους, μέσα σε τέσσερις γωνιές

στέκεται ακίνητη και προσεύχεται η Παρθένος.

 

Άρνηση όλων, όσων είναι σάρκα κι αίμα ∙ το όριο

της ροής των σκέψεων. Πρέπει να σωπάσουν

τα γήινα αισθήματα. Να δουν και να κατανοήσουν,

να δοκιμάσουν και να μυρίσουν και να αισθανθούν

το ενιαίο, στην μεταβλητότητα των ημερών

αναλλοίωτο: την πίστη του Θεού.

 

Στέκεται ακίνητη η Παρθένος, καλύπτει

με μαντίλι το πρόσωπο της,

έχοντας κρύψει από τον κόσμο το βλέμμα και τον κόσμο από το βλέμμα ∙

όλη η δύναμη της ζωής έχει συγκεντρωθεί στο νου,

και επικεντρώθηκε όλος ο νους στα ενιαία

της προσευχής λόγια.

Πόσο παράξενα θα νιώθαμε,

αν κατακτούσαμε μια τέτοια

συγκέντρωση π’ ούτε για μια στιγμή

δεν επιτρέπει στο νου να αφαιρεθεί.

Θα νομίζαμε πως τούτο το φως

είναι ο θάνατος. Όποιος αντικρίζει το Θεό πεθαίνει, –

αυτός είναι ο νόμος για το δάχτυλο.

Ο προπάτωρ των ανθρώπων

δοκιμάζοντας και το δηλητήριο της αμαρτίας και την αισχύνη της αμαρτίας,

ενώ ήταν ακόμη στον Παράδεισο προσπαθούσε να κρυφτεί,

βάζοντας τον Παράδεισο ανάμεσα σ’ εκείνον και τον Θεό,

το πλάσμα του Θεού μετατρέποντάς το σε προμαχώνα

κατά του Θεού, διαστρέβλωσε το νόημα

που είχε δοθεί στις αισθήσεις: το να βλέπει τα πάντα είναι

η πρόθεση για να μην βλέπει, το να ακούει τα πάντα είναι

η πρόθεση για να μην ακούει ∙ και το λογικό

αντικαθιστά τον ένα σκοπό με έναν άλλο, φοβούμενο

να σταματήσει.

Όλοι οι σοφοί

για τα αδαμάντινα ίχνη δίδασκαν,

για τους τοίχους της φωτιάς, για την καμπύλη

του χώρου: εκείνο το άγνωστο όριο,

που χωρίζει το γήινο νου από το Θεό,

είναι η απροσεξία μας. Αν

το θελήσουμε με όλη μας τη ψυχή, αμέσως

θα μας φανερωνόταν πόσο κοντά μας είναι ο Θεός. Μόλις

που θα προλάβουμε να σκύψουμε το γόνυ.

 

Μα ποιος θ’ αντέξει, διαπόρησε ο προφήτης,

το κάψιμο της φωτιάς; Ποιος θ’ αντέξει τη θέρμη

της αυτοσυγκέντρωσης; Ο ανυπότακτος,

είπε ο προφήτης. Αλλά και η ίδια η αθωότητα

μετά βίας θα ανέβει

τούτο τον γκρεμό.
H προσοχή σ’ αυτό

που είναι απρόσιτο στη σάρκα, είναι για τη σάρκα

ομοίωμα θανάτου. Η σκέψη καρφωμένη,

και σταυρωμένος ο γήινος νους ∙ αυτός είναι ο σταυρός

της προσοχής. Όλη η ζωή περιέχεται

σε ένα σημείο θαρρείς κι είναι σε μια καυτή σπίθα,

όλη στην καρδιά συγκεντρώθηκε και η ζωή

που είχε αποσύρθηκε. Από τα λευκασμένα δάχτυλα,

από ολόκληρο το κορμί

έφυγε η ζωή κι έγινε προσευχή.

 

Το πηγάδι του Θεού. Σταμάτησε η ροή

και λίμνασαν τα νερά. Καθαρότητα

πρωταρχική: διάφανο το νερό μέχρι το βυθό.

Και έγινε εκείνο που έγινε:

 

ανάμεσα σε τοίχους γυμνούς, μέσα σε τέσσερις γωνιές

εμφανίστηκε, περνώντας αθόρυβα

μέσα από την κλειδωμένη πόρτα, ερχόμενος θαρρείς

στο χώρο μας από άλλα βάθη,

απερίγραπτα, θέλοντας

να τον δουν, εκείνος που το όνομα του είναι: η δύναμη του Θεού.

Εκείνος που εξήγησε στον προφήτη το μέτρημα των εποχών

στην όχθη του Τίγρη, εμφανιζόμενος

με τη μορφή της φωτιάς. Εκείνος που στο γέροντα μίλησε

στεκόμενος μπροστά στο βωμό. Του Θεού η δύναμη.

 

Ήταν ορατός, στο χώρο, αλλά τον χώρο

όριζε, σα βαρίδι και άξονας,

έχοντας τους κανόνες εκείνους

που κινούν τ’ αστέρια. Ήταν ορατός

ανάμεσα στις γυμνούς τοίχους, μέσα σε τέσσερις γωνιές,

σαν κρύσταλλος ζωντανός ή σαν στήλη φωτιάς.

Και ο λόγος της εξουσίας έβγαινε από τα χείλη,

αναπόφευκτος. Και η εξουσία φαινόταν

στην κίνηση των χεριών που επικύρωναν το λόγο.

 

Μιλούσε. Απευθυνόμενος σ’ Εκείνη.

 

Η ευγένεια τ’ ουρανού: εκείνος Την αποκαλούσε

με τ’ όνομα της. Εκείνος την φώναζε

με εκείνο το γήινο όνομα, με τον οποίο την φώναζε

η μητέρα Της, νανουρίζοντας Την στο λίκνο:

Μαρία! Έτσι, όπως κι εμείς Την αποκαλούμε

Στις προσευχές: Ευλογημένη Μαρία!

 

Μα παράξενα ηχούσαν στ’ αυτιά τούτα τα λόγια:

το ψέλλισμα των χειλιών και της γλώσσας και του ουρανού,

στο οποίο υπάρχει τόση υγρασία, δεν έβγαινε από τα βάθη

των πνευμόνων, με τη θέρμη του αίματος

ζεσταμένα, μα ούτε και θόρυβος από του λαρυγγιού τα σπλάχνα, –

μιλούσε  όμως έτσι θαρρείς και ήταν φως ∙

ήχος δίχως αίμα, δίχως σάρκα

πιο ελαφρύς από εκείνον που κάνει

το αστέρι όταν λέει σε αστέρι:

«Χαίρε Μαρία!»

 

Τα λόγια ηχούσαν θαρρείς και τραγουδούσε το φως:

 

«Ω, Χαίρε κεχαριτωμένη, Κύριος μετά σου –

Συ εν γυναιξί ευλογημένη»

 

Η ευγένεια τ’ ουρανού; Ο νους, κατάλαβε: Εκείνον

που δημιούργησε τον ουρανό.  Αν τούτη η είδηση

είναι αληθινή, μέσω του Αγγελιοφόρου ο Δημιουργός

την πλάση χαιρετίζει. Μήπως

επέστρεψε ο χρόνος αμόλυντος

στην αυγή του χρόνου: η στιγμή, όπου έκρινε

ο Δημιουργός τη γη Του: «Καλώς

λίαν», – και ευφράνθηκαν τ’ αστέρια; Πού είναι

της γης η κατάρα; Πού είναι η θυγατέρα της Εύας;

Και όλα έπεσαν στην αιχμή του ξίφους.

 

Ω, κάμα που έφτασες μέχρι του νου

το κέντρο. Δική σου είναι αποστολή:

να μάθεις πως τούτος δεν είναι πειρασμός;

Να μάθεις πως δεν είναι τούτο το χάος του αρχείου ερέβους

Που τη σκέψη τρελαίνει; Πως δεν τούτο δεν είναι χλευασμός

εκτός του κόσμου των ορίων, εκτός της τελευταίας απαγόρευσης

των ορίων;

πόσες παρθένες

ειδωλολάτρισσες, η παρθενία των οποίων ήταν κενή

χωρίς την αγάπη, σε κάστρα υπερήφανα

τον επουράνιο επισκέπτη λαχταρούσαν,

να τις ζεστάνει μεσ’ την παγωνιά, το θηλυκό τους

αίμα ν’ αναμίξει με το φλεγόμενο ουράνιο αίμα∙

τον ένα αιώνα μετά τον άλλο κάθονταν σε κλειδωμένες κάμαρες

της Βαβυλώνας οι ιέρειες του μοχθηρού μυστηρίου, οι μνηστές

του θανάτου∙ και κυκλοφορούσε η φήμη

για τις κορφές του όρους Ερμών, όπου μαζεύονταν

για τους τρομερούς γάμους των θυγατέρων των ανθρώπων

με τιμές οι μη γήινοι μνηστήρες,

οι σοφοί και τιμώρησε ο κατακλυσμός

το πανάρχαιο αμάρτημα τους.

Μα εδώ, μια άλλη Κόρη,

στην αγνότητα της οποίας ήταν όλος ο ζήλος των προφητών

του Ισραήλ, όλη η οργή του Ηλία,

το εμπορικό δίκτυο της Αστάρτης∙  η Κόρη

που μεγάλωσε μ’ εκείνη την εντολή

που προστάζει να είναι πιστή: να μην δέχεται

το ειδωλολατρικό παραλήρημα για την υμνημένη

Μνηστή. Δεν έχει, άραγε, για πάντα

το απαγορευμένο καταργηθεί;

Να ο Μαντατοφόρος

μίλησε και πάλι κι ο λόγος του

ήταν διάφανος, σαν τον αρμό ανάμεσα σε πέτρες άθραυστες, και τόσο

διδακτικά καθάριος, ώστε ν’ ανακαλέσει

το νου από τη σαστιμάρα, καταλαγιάζοντας το τρέμουλο:

«Μη φοβού Μαριάμ ∙

εύρες γαρ χάριν παρά τω Θεώ».

 

Ω, μην κολακεύεις: ούτε μια λέξη

για των αστεριών τη δόξα: όλα για Θεό, μόνο

για το Θεό. Δοκιμάζεται η ψυχή:

πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι ο Θεός

είναι Ελεήμων; Και απαντά:

στ’ αλήθεια! Μέχρι τα βάθη μου:

στ’ αλήθεια! Από το κέντρο της καρδιάς:

στ’ αλήθεια! Μόλις του βρέφους το κλάμα

την ταραχή των σκέψεων γαληνεύει, η ηρεμία

έρχεται. Εκείνος που εν Θεώ δικαιώθηκε,

ακίνητος θα μείνει. Ω, έλεος, έλεος

πόσο σταθερό είσαι.

Ηχούν και πάλι τα λόγια

κι νους καταλαβαίνει:

«Και ιδού συλλήψη εν γαστρί και τέξη υιόν

Και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν – ο Κύριος

σώζει».

Το όνομα της δύναμης, που κατά τις ημέρες

του Ναυή ηχούσαν. Ήλιε, στάσου

πάνω από την Γαβαών και φεγγάρι πάνω

από την κοιλάδα Αιαλών!

«ούτος εσταί μέγας και υιός υψίστου κληθήσεται,

και δώσει αυτών Κύριος ο Θεός τον θρόνο Δαυϊδ του πατρός αυτού,

και βασιλεύσει επί τον οίκον Ιακώβ

εις τους αιώνας και της βασιλείας αυτού

ουκ έσται τέλος».

 

Όχι, ω δεν έχει τέλος

Του φωτός η βαθιά χαραμάδα. Της αλήθειας ο ήλιος,

από αιώνες προσδοκώντας, υψώνεται

τους λαούς χαροποιεί ∙ στην επιστροφή

στρέφεται του χρόνου το ποτάμι, όπως τις μέρες

τις προαιώνιες. Ω, δόξα, δόξα – χρυσός

γνήσιος, αμόλυντος: επιτέλους,

ω, επιτέλους, ο Κύριος είναι στην οικία του, –

οικοδεσπότης, και εκπληρώνονται των υποσχέσεων

τα λόγια. Έρχεται, Εκείνος,

τ’ όνομα του οποίου είναι θαυμάσιο: Έφηβος, Βλαστάρι –

μίσχος ανθισμένος, βασιλικό βλαστάρι

από ρίζα ευγενική ∙ για τον Οποίο

πότε με αινίγματα, πότε με τόλμη

αναπάντεχη από αιώνα σε αιώνια το νέο μετέφεραν

οι φλεγόμενοι από αυτό∙ Εκείνος ενώπιον του Οποίου

με τρόμο μεγάλο τα πρόσωπα κρύβουν

τα Εξαπτέρυγα –

 

Μα μέσα σε ησυχία απίστευτη

ακούγεται καθάρια η φωνή

της Εφήβου – ο εύθραυστος ήχος της γης

πάνω από το υπερκόσμιο έρεβος∙ και τα λόγια

ρέουν – ένα παγωμένο και διάφανο ρεύμα

δροσιστικής υγρασίας: καθάριο μέσα στη σιωπή,

μέσα στους τοίχους τους γυμνούς, μέσα στις τέσσερις γωνιές

το ερώτημα:

«Πώς έσται μοι τούτο,

επεί άνδρα ου γινώσκω;»

– Φωνή ανθρώπου

μπροστά στο γκρεμό του σύμπαντος

ο άνθρωπος να το αντέξει τούτο δεν μπορεί. Ω, τάμα

ντροπής: τηρούν, άραγε, οι ουρανοί,

ότι τηρεί ο άνθρωπος; Θα λυπηθεί

ή όχι ο Αθέατος τη βούληση της Κόρης

και την επιλογή της Κόρης; Ω, ιερή κλειδωνιά

του όρκου, στη στενοχώρια της σαρκικής ζωής

τηρούμενου ∙ ω, πόσο αντέχει

απέναντι στην απεραντοσύνη, που όρια

δε ξέρει; Προτρέποντας την προσευχή

για τη νουθεσία: «πώς θα είναι αυτό;» –

 

Η πόρτα είναι για το φάντασμα κλειστή. Το του Θεώ

το αποκαλύπτει μόνο ο Θεός. Όλα τα έκρινε Αυτός

στο διάβα των χρόνων. «Οι δρόμοι μου, δικοί σας

δεν είναι δρόμοι». Ο σταθερός του Κυρίου λόγος.

Το μυστικό τα μάγια δεν το λύνουν.

Δεν είναι εκείνοι που βιώνουν το σκότος του Θεού,

που ξεγελούν τον εαυτό τους, την απάντησή τους

σιωπηλά υπαγορεύοντας, στο χάος

ψιθυρίζουν, αλλά από εκείνους που την απάντησή τους

με πόνο δακρύβρεχτό λένε, με όλη την αδιάλειπτη βούληση

την απάντησή λένε.

Κι ο Αγγελιοφόρος μιλάει, και ξανά

καταλαβαίνει η Εκλεκτή, ο νους

είναι επιρρεπής στη σιωπή:

«Πνεύμα Άγιο είσαι

εκείνη η Φλόγα η ζωντανή που στην αυγή του χρόνου

παραμόνευε πάνω από το χάος, εξυψώνοντας την πλάση

από το σκότος, ζέσταινε των υδάτων τον παρθενικό βυθό, – βασανίζεται για Εσένα∙

και θα σε πάρει υπό την προστασία Του, σκεπάζοντας σε

όπως η  σκέπη της Σκηνής, όπως οι φτερούγες

της Παρουσίας σβήνοντας πάνω από Εσένα, ως Στύλος

άγιος – τη νύχτα, την ημέρα, αδιαχώριστος

ήσουν από το Ισραήλ, όπως η δόξα εκείνη,

που φώτιζε το νεόδμητο Ναό

και έγινε, μια φορά

εν ηρεμία, έτσι θα φωτίζει κι Εσένα

Ύψιστε η δημιουργός των πάντων δύναμη».

 

Ω, δύναμη. Εκείνος το όνομα του οποίου είναι η Θεία δύναμη,

δίδαξε για τη Δύναμη, ότι κάθε δύναμης

είναι η πηγή. Μπορεί, άραγε, ο λόγος του Κυρίου

χωρίς τη δύναμη να υπάρξει; Θα αποκάμει, άραγε, η δύναμη,

ενώπιον του αδιανόητου, όπως η σκέψη μας

πελαγώνει;

Ηχούσε, ηχούσε ο λόγος

ο προτρεπτικός του Αγγελιοφόρου και να

που έγινε το θαύμα:

η αγγελική φωνή –

σαν να μην ήταν φωνή, μα αχτίδα, σα να ‘τανε αστέρι,

ομιλών – τι έλεγε τώρα πια; Ποιο ήταν το παράδειγμα

που έφερνε στο κήρυγμα; Θαύμα, ω, μα θαύμα

ανθρώπινο ∙ για την ακοή της Παρθένου το άγγελμα

ήταν οικογενειακό, όπως πάντα γίνεται

ανάμεσα στους ανθρώπους, στη στενάχωρη ζεστασιά

του σαρκικού, της γέννας Είναι,

όπου οι σύζυγοι την μοίρα του γάμου περιμένουν

με τη γέννηση των παιδιών, όπου άσαρκα

είναι μόνο τα δάκρυα τους. Και η Παρθένος

το οικογενειακό άγγελμα  από τα χείλη του αγγέλου

άκουσε – έργο της δύναμης του Θεού.

«Ιδού Ελισάβετ

Η συγγενής σου και αυτή συνειληφυία υιόν

Εν γήρει αυτής, και ούτε μην έκτος εστίν».

Το σημάδι ήταν γνώριμο για την Ευγενή, μα μπορεί

Εκείνη πια πιο εύκολα να καταλάβει: πως για το Θεό

όλα είναι δυνατά – και κάτι άλλο: πως για παράδειγμα

υποταγής, εκείνης της γριάς καλόγριας που ντροπαλά

έκρυβε, στο μέρος της σιωπής

η αγαπημένη χαρά – διώχνει μακριά

όλα τα φαντάσματα, όλες τις σκιές, όλα τα ομοιώματα

του αρχαίου πειρασμού. Διαλύθηκε

η παρεξήγηση κι έγινε η καρδιά σκληρή, σαν

πόλη που την φρουρεί η δύναμη Κυρίου.

 

Κι έγινε εκείνο που έγινε:

 

σα μάρτυρας εξουσιοδοτημένος, ο Αγγελιοφόρος

άκουγε προσεκτικά, άκουγαν τους ουρανούς των ουρανών

ακουγόταν τα Τάρταρα, όταν

κατάφερε λόγια να πει η Παρθένος

μοναδικά, που ηχούν εις τους αιώνες,

ακατάπαυστα, μέσα από το σκότος του χρόνου

του κωφάλαλου:

«Ιδού η δούλη Κυρίου ∙

γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου».

 

Και απήλθεν απ’ αυτής ο άγγελος.

 

Μετάφραση από τα Ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©

 

 

 

 

(Visited 2 times, 1 visits today)
Close