Written by 7:09 am Cinema, Διήγημα

Σεργκέι Παρατζάνοφ Η λίμνη των κύκνων. Η ζώνη (σενάριο)

Η λίμνη των κύκνων – Η ζώνη

Τέτοια ομίχλη πάνω από την στέπα του Ντον, ο επικεφαλής του σμήνους των κύκνων δεν θυμόταν αν είχε ξανασυναντήσει. Η ομίχλη ήταν πυκνή σαν χιόνι. Δεν φαινόταν ούτε η γη, ούτε ο ουρανός. Οι τελευταίες αναλαμπές του ουρανού τη στιγμή της δύσης, έσβησαν και δεν φαινόταν ούτε η γη, ούτε τα αστέρια, ούτε ακούγονταν κάποιοι ήχοι, εκτός από τα γεμάτα ανησυχία κρωξίματα του σμήνους. Μόνο αυτές οι στριγκλιές κραυγές και ο συριγμός των φτερούγων ακούγονταν μέσα στο λευκό, αδιαπέραστο έρεβος της ομίχλης.

Το σμήνος σκόρπισε.

Και τότε, κάπου κάτω μακριά, άρχισε θολά να αχνοφαίνεται λίγο φως – λιγοστό, σαν μια φωτεινή λίμνη μέσα στο δάσος, στα νερά της οποίας αντικατοπτριζόταν η λάμψη του ουρανού.

 Οι κύκνοι, χάλασαν οριστικά το σχηματισμό τους, ορμώντας προς την σωτήρια λίμνη…

Η λίμνη μεγάλωνε, έλαμπε μέσα στο τυφλό σκοτάδι της ομίχλης. Από ένα άμορφο, λαμπερό σημάδι μέσα στην ομίχλη, άρχισε να αποκτά το σχήμα του τετραγώνου, σαν περιδέραιο μιας αλυσίδας λαμπερών φωτιών…

Κουρασμένο, ταλαιπωρημένο το σμάρι των κύκνων σάλπιζε θριαμβευτικά τη σωτηρία της.

Οι κύκνοι προσγειώνονταν, πετώντας ο καθένας χωριστά…

Οι ένοικοι του παραπήγματος στη Ζώνη Υψίστης ασφαλείας ξύπνησαν και άκουγαν το ασημένιο σάλπισμα που ερχόταν από τον νυχτερινό ουρανό…

Να όμως που ο πρώτος κάτοικος του παραπήγματος, αγουροξυπνημένος, τρέχοντας προς έξω, τη στιγμή που περνούσε δίπλα από του φρουρό, είπε:

– Στον απόπατο…

Τέτοια ομίχλη ο άνθρωπος δεν είχε ξαναδεί στη ζωή του. Ήταν απλά σαν κατάλευκο χιόνι. Δεν μπορούσε να τη διασχίσει. Θαρρείς κι ο άνθρωπος ήταν θαμμένος στο χιόνι. Ο άνθρωπος ένιωσε το παγωμένο άγγιγμα της ομίχλης στο πρόσωπο και στο στήθος του.

Πάνω από το κεφάλι του έκρωζαν οι κύκνοι…

Ακούγονταν μόνοι φωνές τους όμως, τα πουλιά δεν φαίνονταν…

Από το παράπηγμα, ο ένας μετά τον άλλον πετάγονταν οι κρατούμενοι, φορώντας τις λευκές πουκαμίσες και τα λευκά τους σώβρακα…

Και όλοι, περνώντας δίπλα από τον φρουρό, πετούσαν την ίδια φράση:

– Στον απόπατο…

– Στο ύπαιθρο…

– Στη σκατιέρα…

– Στην τουαλέτα…

Κανείς όμως από αυτούς δεν σκεφτόταν να πάει στον απόπατο, όλοι κοιτούσαν στον καλυμμένο από την ομίχλη ουρανό, απ’ όπου έρχονταν οι γεμάτοι ανησυχία ήχοι…

Στους πύργους άναψαν τους προβολείς, αλλά δεν μπορούσαν να διαπεράσουν την ομίχλη, η ατμόσφαιρα πήρε ένα χρώμα λευκό γαλακτώδες… Στην στέπα του Ντον, μέσα στην ομίχλη, φωτίστηκε ένα τετραγωνικό χιλιόμετρο… η περιοχή όπου βρίσκονταν τα ενδιαιτήματα του στρατοπέδου υψηλής ασφαλείας…

Οι κύκνοι κρώζοντας διαρκώς περικύκλωσαν το φλεγόμενο τετράγωνο, προσπαθώντας να δουν την παγωμένη λάμψη του νερού…

Η ομίχλη υψωνόταν, άχνιζε η ζώνη… και από το ένα δέντρο στο άλλο, που ήταν υγρό γιατί είχε ποτίσει με την παγωμένη υγρασία της ομίχλης, από το ένα δέντρο στο άλλο, που ήταν γεμάτο με ανοιξιάτικους μεθυστικούς χυμούς, έτρεχαν, γλιστρούσαν οι λευκοφορεμένοι άνθρωποι, οι άνθρωποι που φορούσαν λευκά σώβρακα, λευκές πουκαμίσες… ξυπόλητοι, έτρεχαν τα φαντάσματα των κρατουμένων… δύο χιλιάδες άνθρωποι από τα τέσσερα παραπήγματα, κοιτάζοντας με ελπίδα στον τυφλό, λόγω της ομίχλης ουρανό… Τι να ονειρεύονταν άραγε; Να πιάσουν μήπως ένα κύκνο; Να σου αυτή την ομορφιά μέσα στο παράπηγμά τους; Να την κυριεύσουν; Να την κρύψουν από τους μπάτσους… κάτω από το κρεβάτι… αυτό το πανέμορφο, ελεύθερο πουλί;

Τα πουλιά κρώζοντας κατέβαιναν και κατέβαιναν… προφανώς, πέθαιναν μέσα σ’ αυτή την ομίχλη και, καταλαβαίνοντας, πως δεν είναι λίμνη αυτό που βλέπουν, έψαχναν μια οποιαδήποτε δυνατότητα να προσγειωθούν στη γη… να ξεκουραστούν λίγο από την δύσκολη πτήση τους. Οι άνθρωποι δεν έφευγαν από τους υγρούς κορμούς. Το μόνο που έκαναν ήταν να πηγαίνουν από το ένα δέντρο στο άλλο, να τον αγκαλιάζουν… και θαρρείς και κάποιους τους είχε ασπρίσει τόσο πυκνά, τους είχε καλύψει με ασβέστη…

Τα δέντρο στέκονται καλυμμένα από αυτόν τον ζωντανό ασβέστη…

Στη συνέχεια όμως άξαφνα το δέντρο αποκαλύπτει τον μαυριδερό υγρό κορμό του – είναι που οι κρατούμενοι έτρεξαν σε ένα άλλο δέντρο, πάνω από το οποίο φάνηκε η τεράστια, διαστρεβλωμένη από την ομίχλη και τους προβολείς, σκιά του πουλιού.

… Τα πουλιά άρχισαν να προσγειώνονται… κατέβαιναν κάτω με ορθάνοιχτες τις φτερούγες τους…σκιές στην ομίχλη, σαν σε φανταστική οθόνη, σαν ένα όνειρο απραγματοποίητο, γίνονταν όμως ολοένα και πιο εμφανή και πραγματικά…

Να κιόλας το πρώτο πουλί, με το κατάλευκο στήθος του να ξεχωρίζει, πέταξε πάνω από το έδαφος…

Από τους πύργους άρχισαν να πυροβολούν.

Οι πυροβολισμοί έσπασαν τη σιωπή, τη στιγμή πια που τα πουλιά είχαν σταματήσει να κρώζουν, έχοντας αρχίσει να προσγειώνονται το ένα μετά το άλλο, ακολουθώντας τον επικεφαλής τους, έχοντας προτεταμένα τα ροδαλά υμενώδη πόδια τους.

Όταν σώπασαν στην ομίχλη, έσβησαν και οι τελευταίας αντηχήσεις των πυροβολισμών, στην βαμβακερή βαριά ησυχία οι δύο χιλιάδες φαντάσματα άκουσαν το κάλεσμα του αρχηγού, βαθύ και εξαιρετικά απελπισμένο.

Το σμάρι ταυτόχρονα χτύπησε τις εκατοντάδες φτερούγες και ανεβαίνοντας ψηλά με ταχύτητα, άρχισε να απομακρύνεται ακολουθώντας τον αρχηγό του.

Οι άνθρωποι απομακρύνονταν από τους κορμούς και χωρίς να βιάζονται, συγκεντρώνονταν στο πλάτωμα, στον κύκλο που φώτιζαν οι προβολείς… Με υψωμένο βλέμμα, κοιτούσαν τον ουρανό, η ομίχλη κυλούσε σαν παγωμένα ρυάκια πάνω στα πρόσωπά τους.

Από την πλευρά των πύργων ακούστηκαν οι κοφτές προειδοποιητικές βολές.

Και τότε, μέσα στην ησυχία, οι κρατούμενοι, οι φρουροί πάνω τους πύργους, οι δεσμοφύλακες, όλοι, άκουσαν πως εμφανίστηκε στον ουράνιο θόλο και μεγάλωνε, καθώς πλησίαζε, ο μόλις διακρινόμενος συριγμός του σώματος που πέφτει. Ο συριγμός κόπηκε από το πνιχτό χτύπημα, το οποίο σχεδόν κατάπιε η ομίχλη, κάπου εκεί κοντά, έξω από το συρματόπλεγμα, έξω από το φράχτη, στην ελευθερία, στην στέπα.

Πίσω από τον άνθρωπο που έτρεχε στην στέπα αχνοφαινόταν σαν κρυστάλλινο παλάτι στην ομίχλη η οφθαλμαπάτη – η ζώνη υψηλής ασφαλείας.

Ο άνθρωπος έτρεχε στο απέραντο χωράφι με τα χειμωνιάτικα σπαρτά. Είχε γίνει σχεδόν ένα με τη ομίχλη, έτσι που φορούσε το καταλερωμένο από λάσπες σώβρακό του και τη σκισμένη στο στήθος λευκή πουκαμίσα. Έτρεχε ρυθμικά, με σίγουρες δρασκελιές, έτσι όπως τρέχει ένας καλά προπονημένος δρομέας. Ήταν νεαρός και υγιής, αυτό το καταλάβαινε κανείς από το γεγονός ότι χωρίς να μειώσει το ρυθμό του, θα μπορούσε να τρέχει έτσι όλη τη νύχτα, μέχρι το ξημέρωμα.

Κι όταν χάραξε επιτέλους, σταμάτησε να τρέχει κι άρχισε να περπατάει… Βάδιζε πάνω σε μια αμμώδη ανηφοριά, όλα γύρω τους ήταν τυλιγμένα από την ομίχλη…

Ξαφνικά ένιωσε κάτι από ανυπόδητα πόδια του τη ζεστασιά της ασφάλτου. Είχε φτάσει σε κάποια φαρδιά δημοσιά: είχε δύο λωρίδες κυκλοφορίας σε κάθε κατεύθυνση. Στην αρχή μέσα από την ομίχλη φάνηκε στην άκρη του δρόμου μια επιγραφή: «Περιοχή της Κριμαίας», μετά είδα κάτι ψηλά στον ουρανό που είτε φωτιζόταν από τις πρώτες αχτίδες της ανατολής του ήλιου, είτε ήταν βαμμένο σε άλικο χρώμα… Με κάθε βήμα που έκανε η φιγούρα διαγραφόταν ολοένα και πιο καθαρά, καθώς το πρωινό αεράκι παρέσερνε μακριά από την ανηφοριά την ομίχλη… Τελικά, είδε καθαρά να βρίσκεται μπροστά του ένας τεράστιος εμβληματικός οβελίσκος με το σύμβολο «Σφυροδρέπανο», φτιαγμένο από σιδηρόφυλλα στέγης. Αριστερά και δεξιά στον οβελίσκο υπήρχαν καρφωμένα γράμματα ύψους τριών μέτρων που σχημάτιζαν κάποιες λέξεις.

Στάθηκε και διάβασε συλλαβίζοντας, με έντονη προφορά, η οποία έμοιαζε να δείχνει ότι κατάγεται από κάποια χώρα της Βαλτικής θάλασσας: «Δόξα στην εργα-σία…»

Λίγο πιο πέρα, μέσα στην ομίχλη, φάνηκε κάποια σκιά. Την πλησίασε και είδε ότι ήταν ένα σημάδι, από εκείνα που βάζουν στη μεθόριο ανάμεσα στις περιοχές: είναι η τάδε περιοχή…

Αντιλήφθηκαν την απόδραση μετά από αρκετές ώρες. Ξεκίνησε ένα ορμητικό γαϊτανάκι αναφορών, εκθέσεων και κατσάδων. «Αστυνομικά αποσπάσματα έλαβαν θέσεις σε σημεία κλειδιά στους σιδηροδρομικούς σταθμούς, στις διασταυρώσεις των δρόμων, στα αεροδρόμια».

Σταματούσαν και έλεγχαν στις εθνικές οδούς τα πορτμπαγκάζ όλων των εξερχόμενων από την κάθε περιοχή αυτοκινήτων…

Η ομίχλη, αγγίζοντας το μέταλλο του μνημείου, μετατρεπόταν σε μικρές σταγόνες νερού, οι οποίες κυλούσαν με άτακτο τρόπο, σχηματίζοντας μεγάλες, χυτές σταγόνες, οι οποίες ορμητικά κυλούσαν προς τα κάτω, αρπάζοντας στο διάβα τους κι άλλες σταγόνες, σχηματίζοντας ρυάκια… Το νερό συγκεντρωνόταν σε λακκούβες που βρίσκονταν στα πόδια του τσιμεντένιου βάθρου. Κάποιος πνευματώδης οικοδόμος, είχε σκεφτεί ν’ αφήσει πάνω στο τσιμέντο, το αποτύπωμα του χεριού του. Το νερό γέμιζε αυτό το βαθούλωμα σχηματίζοντας ένα λείο καθρέφτη. Ο φυγάς ήπιε με τις χούφτες του το νερό αυτό, λες και του το έδωσε κάποιος άγνωστος φίλος. Άκουσε το μέταλλο να τρίζει πάνω από το κεφάλι του. Το σήκωσε. Στη θέση όπου το σφυρί διασταυρωνόταν με το δρεπάνι, στην πίσω πλευρά του μνημείο, μια σιδηρολαμαρίνα είχε σκουριάσει στην άκρη και είχε στραβώσει, δημιουργώντας ένα άνοιγμα. Ο φυγάς ανέβηκε στο βάθρο, το άνοιγμα έφτανε μέχρι το ύψος των ματιών του. Έπιασε από την άκρη τη λαμαρίνα και την τράβηξε. Το σίδερο μετακινήθηκε λίγο, δημιουργώντας ένα άνοιγμα. Ο φυγάς τεντώθηκε λίγο και γλίστρησε μέσα στο άνοιγμα. Κάποιος άλλος ήταν εδώ πριν από αυτόν. Μια αγκαλιά ξερού σανού, διάφορα κουρέλια, έκαναν τον χώρο να μοιάζει με φωλιά. Από ψηλά έπεφτε ένα χλωμό φως. Ο φυγάς σήκωσε το κεφάλι. Ψηλά, εκεί όπου ενωνόταν οι σιδηροδοκοί του σκελετού, στην γωνιά, το σίδερο είχε τρυπήσει από τις βροχές και τους αγέρηδες της Κριμαίας και το φως έμπαινε από διάφορες τρύπες… Ακριβώς απέναντι από το πρόσωπό του, αν καθόταν κατάχαμα, υπήρχε ένα άνοιγμα όσο ένα πέλμα κι έτσι μπορούσε να δει πολύ καλά στο δρόμο στην απότομη ανηφοριά και από τις δύο πλευρές.

Το άνοιγμα αυτό δεν το είχε φάει η σκουριά, κάποιος το είχε φτιάξει… ο φυγάς ψαχούλεψε τη σωρό του σανού που βρισκόταν κάτω από τα κουρέλια. Έβγαλε μια σφεντόνα… Μια καλή, δυνατή, στιβαρή σφεντόνα φτιαγμένη με μαύρο λάστιχο από σαμπρέλες ελαστικών αυτοκινήτων. Την ξανάβαλε στη θέση της, ξάπλωσε πάνω στο αυτοσχέδιο στρώμα, κουλουριάστηκε, ηρέμησε και για μια στιγμή αποκοιμήθηκε.

Έτσι, έζησε μία ολόκληρη εβδομάδα στο καταφύγιό του. Ίσως και περισσότερο. Κατά τη διάρκεια της ημέρας τις περισσότερες ώρες κοιμόταν, ενώ τις νύχτες παραφυλούσε στην απότομη ανηφοριά τα φορτηγά, τα οποία μουγκρίζοντας, ανέβαιναν και μερικές φορές μάρσαραν, γιατί οι αγέρηδες έφερναν από τους γειτονικούς αμμόλοφους άμμο και κάλυπταν το οδόστρωμα της δημοσιάς… Ξαπλωμένος πίσω από τον μικρό θάμνο στην άκρη του δρόμου, περίμενε μέχρι να περάσει από μπροστά του το αυτοκίνητο και με δυο τρία άλματα βρισκόταν στην καρότσα. Επέλεγε μόνο εκείνα τα φορτηγά που δεν είχαν καλύψει τις καρότσες του. Συνήθως, έβρισκε γλυκό κρασί της Κριμαίας. Μερικές φορές πέτυχε κονσέρβες με λαχανικά. Μια φορά, στάθηκε τυχερός κι ανάμεσα στα κιβώτια με κονσέρβες ψαριών βρήκε ένα, προφανώς κλεμμένο, κομμάτι από αρνίσιο κρέας, τυλιγμένο σε χαρτί…

Στην Κριμαία τα φορτηγά μετέφεραν βασικά κενές φιάλες και καλά συσκευασμένα είδη εξοχής. Μια φορά κατάφερε να βρει ρούχα και όλα όσα χρειάζεται ένας παραθεριστής: ξυραφάκι, ένα σπάνιο ξυράφι μάρκας «Ζιλέτ», σαπούνι, πετσέτα κι ακόμη ένα κουτί προφυλακτικά… Μια φορά, ξημερώνοντας, έχοντας αποκοιμηθεί στο τιμόνι, κόλλησε στην άμμο ένα επιβατηγό αυτοκίνητο μάρκας «Ζιγκουλί» που είχε το χρώμα της λευκής νύχτας. Μισή ώρα βασανίστηκε ο οδηγός, στη συνέχεια κλείδωσε το αυτοκίνητο και τράβηξε με τα πόδια προς τα πίσω, από εκεί που ήρθε, μάλλον για να βρει κάποιο τρακτέρ…

Ο δραπέτης, άνοιξε το πορτμπαγκάζ και βρήκε διάφορες βαλίτσες. Πουκάμισα, κοστούμι, μπότες, ακόμη και γραβάτες. Τα πήρε όλα. Τη φθαρμένη βαλίτσα, την έβαλε προσεκτικά στη θέση της μέσα στο πορτμπαγκάζ και έκλεισε το καπό.

Ο ιδιοκτήτης επέστρεψε ύστερα από μία ώρα πάνω σε μια πανίσχυρη μπουλντόζα, η οποία τράβηξε το «Ζιγκουλί» με μια παιχνιδιάρικη κίνηση και τον απελευθέρωσε από την αιχμαλωσία της άμμου. Ευτυχισμένος ο ιδιοκτήτης έχωσε στη χούφτα του οδηγού του γίγαντα ένα χαρτονόμισμα των δέκα ρουβλίων και τράβηξε για την Κριμαία με την απλή επιδίωξη να ζήσει τη ζωή του.

Τώρα πια μπορούσε να φύγει, ήταν αγνώριστος: τα μαλλιά στο κουρεμένο κεφάλι του είχαν προλάβει να μεγαλώσουν κατά τη διάρκεια αυτού του μήνα, το ανοιχτόχρωμο ασημί κοστούμι του παραθεριστή ήταν άψογο πάνω του, το εξαιρετικά ξυρισμένο πηγούνι έλαμπε από καθαριότητα και μοσχομύριζε κολόνια.

Τα άδεια μπουκάλια, τις κονσέρβες και τα παλιά ρούχα τα έθαψε στην άμμο, μακριά από το κρησφύγετο του. Όταν τελικά αποφάσισε να φύγει και κοίταξε επιμελώς το χώρο μην τυχόν κι έμεινε κάτι που θα μπορούσε να προδώσει την παρουσία του εδώ, είδε ένα αγοράκι με μια γίδα.

Το αγοράκι έδεσε τη γίδα σε ένα από τα στηρίγματα του γράμματος «Τ» και σκαρφάλωσε μέχρι το άνοιγμα. Ένα λεπτό αργότερα έκανε την εμφάνισή του. Στο ένα του χέρι κρατούσε μια σφεντόνα, στο άλλο μια πετσέτα. Εκείνη τη χνουδωτή πετσέτα, την οποία είχε κλέψει από την βαλίτσα, μόνο που τώρα ήταν απερίγραπτα βρώμικη… Το αγοράκι χώθηκε ξανά στο άνοιγμα και για ώρα πολλή κάτι έκανε εκεί, προφανώς έψαχνε να βρει κάτι άλλο. Φευ, όμως, δεν υπήρχε τίποτα.

Το αγοράκι με την πετσέτα έφυγε ελπίζοντας ότι θα βρει κάτι άλλο αργότερα.

Δεν ήθελε να φύγει κατά τη διάρκεια της ημέρας. Από τη δημοσιά περνούσαν διαρκώς αυτοκίνητα. Αφού περίμενε για λίγο, μπήκε μέσα και περίμενες. Κάποιες στιγμές η γίδα βέλαζε.

Το απόγευμα, λίγο πριν τη δύση του ήλιου, είδε στη δημοσιά μια γυναίκα. Από το βάδισμά της κατάλαβε πως ήταν νέα. Η γυναίκα είχε κάτι μέσα στην τσάντα της. Πλησίασε το βάθρο, άφησε την τσάντα και προσεκτικά έβγαλε από αυτή μια εκτυφλωτικής καθαριότητας πετσέτα.

Στη συνέχεια έβγαλε από την τσάντα ένα πήλινο σκεύος με αλουμινένιο κάλυμμα, τυλιγμένο σε ένα παλιό μάλλινο μαντίλι. Αφού το ξεδίπλωσε, το έβαλε δίπλα στην πετσέτα και, χωρίς καν να γυρίσει να κοιτάξει προς το άνοιγμα, πλησίασε τη γίδα. Έλυσε την γίδα που βέλαζε και χωρίς να γυρίσει, έφυγε.

Το πρωί το αγοράκι έφερε τη γίδα, την έδεσε κι έφυγε αμέσως.

Το ίδιο απόγευμα εκείνη επέστρεψε… Το άδειο σκεύος ήταν στο βάθρο. Σήκωσε το βλέμμα της.

Ο άντρας την κοιτούσε από το ημίφως του κρησφύγετου του.

Στην ανηφόρα μούγκρισε ο κινητήρας ενός αυτοκινήτου που πλησίαζε. Εκείνος έσκυψε και αφού την άρπαξε με μια απότομη κίνηση, την τράβηξε μέσα. Το αυτοκίνητο προσπέρασε και έσβησε ο ήχος της μηχανής του. Την απελευθέρωσε από την αγκαλιά του.

Εκείνη όμως δεν έφυγε.

Η γίδα βέλαζε.

Από τότε εκείνη ερχόταν καθημερινά λίγο πριν τη δύση του ήλιου και έφευγε όταν έπεφτε το σκοτάδι, χωρίς να μένει εκεί τη νύχτα. Έφερνε ζεστό φαγητό σε ένα εμαγιέ σκεύος.

Η γίδα βέλαζε και μασουλούσε το σχοινί, ωστόσο δεν κατάφερε να δραπετεύσει.

Αγαπούσαν ο ένας τον άλλον.

Την επόμενη ημέρα εμφανίστηκε το αγοράκι με την σφεντόνα.

Στάθηκε σε απόσταση δεκαπέντε μέτρων κι άρχισε μονότονα να χτυπάει με την σφεντόνα το άνοιγμα, το οποίο κατά την διάρκεια της ημέρας ήταν σχεδόν ορθάνοιχτο. Ο φυγάς ξύπνησε από έναν διαπεραστικό πόνο στο πόδι. Το αγοράκι χτυπούσε με ατσάλινα σφαιρίδια που είχε βγάλει από ρουλεμάν, κάθε ένα από τα οποία ζύγιζε δέκα γραμμάρια. Τα σφαιρίδια σφυρίζοντας εξοστρακίζονταν από το σίδερο, ορισμένα όμως διαπερνούσαν το άνοιγμα από τα σκουριασμένα σημεία. Αφού εξάντλησε όλο το απόθεμά του σε πυρομαχικά, το αγοράκι έφυγε τρέχοντας.

Εκείνη έφερε ζεστό καυτερό κιμά, όταν ο ήλιος έγερνε πια. Όπως πάντα, πίσω από τον αμμόλοφο μακριά, μακριά φαινόταν ο οβελίσκος. Έπεφτε το λυκόφως, έντονα φωτισμένο. Δίπλα του υψωνόταν ένας γερανός. Στην κορυφή του δούλευε ένας ηλεκτροσυγκολητής, σκορπώντας γιορτινές εκρήξεις σπιθών. Κολλούσε στα σκουριασμένα σημεία νέα σιδηρόφυλλα.

Το σκοτάδι άρχισε να πυκνώνει, φάνηκε στον ορίζοντα η γιρλάντα με τα φώτα των οβελίσκων. Εκείνη στάθηκε και περίμενε, μέχρι να καταπιεί η νύχτα και τις τελευταίες σπίθες της ηλεκτροσυγκόλησης. Πότε θα πάψουν να φωτίζουν. Μετά να φύγουν τα αυτοκίνητα. Στη συνέχεια έφυγε τρέχοντας.

Το άνοιγμα έκλεισε με ένα καινούργιο, άβαφτο σιδηρόφυλλο.

Εκείνη άρχισε να το χτυπάει. Το κενό της απάντησε με ένα βουητό.

Με ένα βουητό…

Μέχρι το πρωί εκείνη περίμενε στο βάθρο.

Όταν άρχισε να ξημερώνει, είδε στο χτένι του αμμόλοφου το αγοράκι, τον γιο της.

Πήραν το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι τους. Εκείνη προχωρούσε μπροστά κι ο γιος της την ακολουθούσε από απόσταση εκατό μέτρων. Μπήκαν στην πολιτειούλα τους, πριν ακόμη αυτή ξυπνήσει.

Στάθηκε μπροστά στο αστυνομικό τμήμα, εκεί όπου ήταν κρεμασμένη η αφίσα «Καταζητείται ο εγκληματίας» και έσκισε προσεκτικά από την αφίσα την φωτογραφία του.

Στο σπίτι την έβαλε σε μια κορνίζα και για ώρα πολλή αναζητούσε το κατάλληλο μέρος για να την κρεμάσει… στο εικονοστάσι… κοντά στην εικόνα του Αγίου Νικολάου που ήταν φτιαγμένη από χαρτί. Το αγοράκι, καθόταν απέναντι, χωρίς να σηκώνει το βλέμμα του. Δάγκωνε διαρκώς τα χείλη του.

Εκείνη είπε:

– Όταν θα σε πάρει ο αδελφός, να του πει ότι αυτός είναι ο πατέρας σου και ότι η μητέρα σου τον αγάπησε πολύ… Το αγοράκι δεν σήκωσε το βλέμμα.

Δεν πρόλαβαν να τον φέρουν πίσω ούτε στο παράπηγμα, ούτε να τον κλείσουν στην απομόνωση. Ήπιε βερνίκι… ένα κόκκινο υγρό, με το οποίο βάφουν τα εργαλεία πυρόσβεσης στα στρατόπεδα: τα βαρέλια και τους κωνικού σχήματος κουβάδες, που έμοιαζαν με εξαρτήματα κάποιου μεσαιωνικού ιππότη.

Ο θάνατός του συζητήθηκε πολύ στα παραπήγματα. Η απόφαση ήταν ομόφωνη: ήταν «μάλλινος», πρόδωσε την κάστα και ήπιε βερνίκι. Οι «μάλλινοι» δεν έπιναν στην ζώνη ούτε καν κολόνια. Πέθανε και όλοι οι «μάλλινοι» τον αποκήρυξαν. Θεώρησαν την πράξη του προσβολή και προδοσία.

Η ζώνη αντιμετώπιζε χαιρέκακα και ειρωνικά τους «μάλλινους»: ιδού, λοιπόν, οι παραδόσεις σας δεν τηρήθηκαν, μαγαρίστηκαν, ήπιε βερνίκι! Χα!

Εκείνη την ημέρα δεν υπήρχε αυτοκίνητο στη ζώνη, είχε φύγει από νωρίς… Έπρεπε να τον μεταφέρουν στη γειτονική πολιτεία, για να τον παραδώσουν στο νεκροτομείο. Στο νεκροτομείο έπρεπε να επιβεβαιώσουν το θάνατό του.

Μέσα στη ζώνη συζήτησαν λεπτομερώς πως μπόρεσε να γίνει αυτό… ισχυρίζονταν πως ο ίδιος ο διοικητής της ζώνης… παρόλο που είναι μυστικό… πρέπει να καρφώσει στην καρδιά μια αχτίνα από ρόδα ποδηλάτου…. ενώ οι υπόλοιποι παρόντες θα πρέπει να χώσουν στην παρεγκεφαλίτιδα, στο σημείο όπου είναι μαλακό, όταν γεννιόμαστε… το οποίο παραμένει μαλακό μέχρι να γεράσουμε… εκεί χτυπούν με ένα μπουκάλι… ένα συνηθισμένο μπουκάλι του μισού λίτρου… για να σπάσει το κρανίο και να χυθεί ο εγκέφαλος… έλεγαν διάφορα… έλεγαν πολλά και διάφορα… ήδη ήξεραν ότι τον έπιασαν στο μνημείο, την ώρα που κοιμόταν…

Αργά το βράδυ, πάνω σε ένα κάρο, έβγαλαν από την ζώνη, το πτώμα του «μάλλινου» σκεπασμένο με ένα μουσαμά. Το κάρο το οδηγούσε ο δεσμοφύλακας, ένας συμπαθητικό γαλανομάτικο παλικάρι, σχεδόν συνομήλικος εκείνου που ήταν ξαπλωμένος κάτω από τον μουσαμά. Ήταν υποχρεωμένος να διασχίσει δεκαοκτώ χιλιόμετρα μέσα στην στέπα και να παραδώσει το πτώμα στο νεκροτομείο.

Στην πρωτεύουσα της επαρχίας, σταμάτησε το κάρο, μπροστά στην είσοδο του νοσοκομείου, στο νεκροτομείο.

 Στο νεκροτομείο εφημέρευε μια γριά. Από καιρό τώρα πια δεν ασκούσε την ιατρική, ήταν συνταξιούχος και μόνο δύο μήνες το χρόνο εργαζόταν ως εφημερεύουσα. Αυτή η γριά, έμπειρη γιατρός με την πρώτη ματιά κατάλαβε πως αυτός είναι ζωντανός… Έπιασε έναν αδύναμο σφυγμό… πολύ αδύναμο σφυγμό, τόσο που θα μπορούσε να νομίσει πως είναι στη φαντασία της… λυπόταν πολύ αυτόν τον  νεαρό όμορφο άντρα έτσι όπως ήταν ξαπλωμένος στο τσίγκινο τραπέζι… Τον συμπάθησε… Είχε εγγόνια στην ηλικία του… Ο άνθρωπος αυτός όμως ήταν καταδικασμένος… Για να σωθεί χρειαζόταν αίμα… Φυσικά όμως, όχι μόνο στο νεκροτομείο, αλλά ούτε και σε ολόκληρο το επαρχιακό νοσοκομείο δεν υπήρχε σταγόνα διαθέσιμου αίματος…

Πάνω στην απόγνωσή της τηλεφώνησε στο γειτονικό νοσοκομείο, παρόλο που ήξερε ότι δεν θα υπήρχε κανείς να φέρει το αναγκαίο αίμα από απόσταση τριάντα εννέα χιλιομέτρων, πολλώ δε μάλλον αν πρόκειται για ένα νεκρό κρατούμενο. Αλλά κι εκεί που τηλεφώνησε δεν υπήρχε διαθέσιμο αίμα.

Η ομάδα αίματος που αναφερόταν στα συνοδευτικά έγγραφα, ήταν ίδια, όπως αποδείχτηκε, με την ομάδα αίματος του δεσμοφύλακα. Εκείνος ντροπαλά χαμογελώντας, μάζεψε το μανίκι του και είπε:

– Πάρτε το δικό μου αίμα…

Χαρούμενη, έβαλε τον δεσμοφύλακα να ξαπλώσει δίπλα στον «μάλλινο» και προχώρησε στη μετάγγιση του αίματος.

Μετά από κάποια ώρα ο «μάλλινος» άνοιξε τα μάτια. Σηκώθηκε και, χωρίς να αντιλαμβάνεται πού βρίσκεται, κοίταξε γύρω του, χαμογελώντας διστακτικά.

Δεν γνώριζε τις αιτίες της αναστάσεώς του εκ νεκρών, αυτής της θαυμαστής αναγέννησης, η οποία έλαβε χώρα σε ένα μικρό ιατρείο, στο νεκροτομείο μιας επαρχιακής πόλης.

Επέστρεψαν στη ζώνη το μεσημέρι. Ο «μάλλινος» είχε συνέλθει εντελώς, παρόλο που είχε εκείνο το χλωμό χρώμα του νεκρού. Ο δεσμοφύλακας ήταν εντελώς αδύναμος. Δεν μπορούσε καν να προχωρήσει. Ο «μάλλινος» τον έβαλε να καθίσει στο κάρο, έπιασε τα χαλινάρια και το άλογο υπάκουα πήρε το δρόμο του…

Γύρω τους υπήρχε μόνο η στέπα… κανείς άλλος…

Ο δεσμοφύλακας κοιτούσε τον «μάλλινο» και στην θολωμένη του συνείδηση δεν μπορούσε να βρει ούτε μορφή, ούτε ικεσία…

Το κάρο απομακρύνθηκε, προφανώς, όπως όλα τα άλογα, έτσι κι αυτό δεν μπορούσε να χαθεί στη στέπα και σίγουρα θα πήγαινε το κάρο στη ζώνη…

Ο δεσμοφύλακας έχασε τις αισθήσεις του…

Ο «μάλλινος» πρόλαβε το κάρο, έπιασε τα χαλινάρια του αλόγου και βιαστικά άρχισε να περπατάει πάνω στη σκονισμένη δημοσιά, με κατεύθυνση τη ζώην…

Έτσι οδήγησε το άλογο μέχρι τη ζώνη κι όταν έφτασε χτύπησε τη σιδερένια πόρτα. Ο δεσμοφύλακας είχε ήδη συνέλθει και παρέμενε ξαπλωμένος πάνω στο κάρο, κοιτάζοντας τον ουρανό.

Αν ποτέ τύχει να χτυπήσετε σε σιδερένια πόρτα, θα δείτε πως αυτή αμέσως ανοίγει.

Όταν το κάρο πέρασε από την πρώτη και τη δεύτερη πύλη, στη ζώνη ήδη τους περίμεναν. Η ζώνη στεκόταν παρατεταγμένη… ανεξάρτητα από το γεγονός που είχε ήδη δοθεί η εντολή «τους ζυγούς λύσατε»… κανείς δεν έφευγε…

Η ζώνη κοιτούσε την επιστροφή του νεκρού «μάλλινου»… και ήταν συγκλονισμένη…

Ήταν απίστευτο, μα όλοι ήδη ήξεραν πως στο αίμα του «μάλλινου» υπήρχε πια το αίμα του «λυκόσκυλου». Αυτό ήταν πολύ χειρότερη προδοσία ακόμη και από το να πιει κανείς βερνίκι. Επέτρεψε να μπει μέσα του το αίμα του «λυκόσκυλου», του μπάτσου… και επέστρεψε με αυτό στη ζώνη…

Ο διοικητής της ζώνης κατάλαβε ότι δεν πρόκειται να ζήσει μέχρι το πρωί αν τον βάλει στο παράπηγμα κι έτσι διέταξε να τον πάνε στο ιατρείο…

Οι άρρωστοι, εξαντλημένοι από τα ναρκωτικά, ταλαιπωρημένοι από τους καυγάδες, τραυματισμένοι κατά τη διάρκεια των εργασιών… άλλος με πατερίτσες, άλλος με γύψο, άλλος γεμάτος επιδέσμους, μετέφεραν το κρεβάτι του μαζί με αυτόν όταν κοιμόταν ή έκανε πως κοιμόταν και στο άφησαν στην αυλή, την ώρα της καταρρακτώδους ανοιξιάτικης βροχής.

Αυτό έγινε και τη δεύτερη και την τρίτη νύχτα.

Του είπαν:

– Θα επιστρέψεις στο παράπηγμα μόνο αφού λαλήσει ο πετεινός… όταν θα έχει φύγει από μέσα σου το αίμα του «λυκόσκυλου».

Αυτά του μετέφερε μια νύχτα ένας μορφωμένος άνθρωπος, πρώην δάσκαλος, που φορούσε γυαλιά, από τα οποία είχε μείνει μόνο ο αριστερός φακός, αλλά κι αυτός ραγισμένος. Τον είχαν διατάξει να μεταφέρει αυτά τα λόγια κυριολεκτικά.

Στη δουλειά πήγε μετά από τρεις ημέρες. Στα προσκλητήρια, στη ζώνη των καταναγκαστικών έργων και έξω από αυτή, οι δεσμοφύλακες έκαναν σωματική έρευνα στους κρατούμενους. Όπως πάντα. Με το συνηθισμένο τρόπο. Βιαστικά.

Όταν ο γαλανομάτης δεσμοφύλακας έκανε σωματική έρευνα στον «αδελφό» του στο αίμα, τότε κάθε φορά, χωρίς να γίνει αντιληπτός από άλλους άφησε μέσα στην τσέπη του, πότε ένα καλοκαθαρισμένο σκόρδο… πότε ένα μακρουλό κρεμμύδι από την Κριμαία… πότε ένα πακέτο τσάι… πότε ένα γράμμα…

Το γράμμα του το πήραν με τη βία μέσα στο παράπηγμα και το διάβασαν δυνατά: «Η μητέρα μου είναι χαρούμενη που εσύ  είσαι αδελφός μου… έλεγξα στο αρχείο τα  στοιχεία σου… δραπέτευσες τρεις ημέρες πριν αποφυλακιστείς…. λόγω της απόδρασης σε καταδίκασαν σε ποινή φυλάκισης… δεν πειράζει όμως, όταν θα ελευθερωθείς, πρέπει να επισκεφτείς την μητέρα μου… σε περιμένει… σε θεωρεί γιο της… σήμερα μου έδωσε χρήματα για να σου αγοράσω μάλλινα εσώρουχα… είσαι ο αδελφός μου…»

Έφυγε από το παράπηγμα και ζήτησε να καθαρίζει πατάτες όλη τη νύχτα στην κουζίνα, γιατί φοβόταν να κοιμηθεί στο παράπηγμα.

Το επόμενο πρωί τον χτύπησαν γιατί τόλμησε να αγγίζει «το ιερό φαγητό». Αυτός, με το αίμα του «λυκόσκυλου» στις φλέβες… το μίασμα…

Βρέθηκε ξανά στο ιατρείο, ξανά τον έβγαλαν έξω τη νύχτα που έβρεχε…

Ξανά στο προσκλητήριο ο αδελφοποιτός του τον καθυστέρησε και του έβαλε στην τσέπη ένα γράμμα. Επιπλέον, μέτρησε το μήκος των ώμων του και του μανικιού του.

Δεν πρόλαβε να διαβάσει τι έλεγε το γράμμα. Του το πήραν από τα χέρια αμέσως. Για άλλη μια φορά το διάβασαν φωναχτά μέσα στο παράπηγμα: «… Η μητέρα, είναι τώρα και δική σου, πήγε και βρήκε τη διοίκηση… Μείωσαν την ποινή σου για την απόδραση, επειδή εκείνη είπε ότι μόνος σου γύρισες στη ζώνη… κι έφερες κι εμένα ημιθανή…. μην εκπλήσσεσαι, σήμερα με τη χούφτα θα μετρήσω το φάρδος των ώμων σου και το μήκος από το μανίκι σου… η μητέρα θέλει να σου αγοράσει ένα καλό κοστούμι… μετά από τρεις ημέρες θα είσαι ελεύθερος…»

Την ίδια κιόλας νύχτα το δικαστήριο των «μάλλινων» του ανακοίνωσε μέσω του μορφωμένου με τα γυαλιά: «…Δεν  θα αποφυλακιστείς μετά από τρεις ημέρες… στο προσκλητήριο θα φτύσεις στο πρόσωπο τον δεσμοφύλακα, εκείνον που σου έδωσε το αίμα του… και θα πεις: «Είσαι λυκόσκυλο! Και μαγάρισες το αίμα μου με το δικό σου!». Ο δάσκαλος με τα γυαλιά με δυσκολία είπε αυτά τα λόγια, κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια, φοβόταν όμως εκείνους που τον είχαν στείλει… ωστόσο πρόσθεσε: «… εγώ προσωπικά λυπάμαι… βλέπεις πρόκειται για προσβολή εντεταλμένου προσώπου… κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών του καθηκόντων… στη ζώνη… θα σας ρίξουν άλλα οκτώ χρόνια… Είναι φρικτό…» Και πρόσθεσε: «Μου είπαν, επίσης, να μεταφέρω, πως αν δεν το κάνετε, τότε θα σας βρουν ακόμη κι έξω… όταν θα είστε ελεύθερος…»

Ο «μάλλινος» έμεινε για ώρα πολλή σιωπηλός. Μετά έγνεψε με το κεφάλι του και είπε: «…Πες τους… αύριο.. στο προσκλητήριο… αύριο…»

Έφτασε η ημέρα, όταν ο αδελφός θα έπρεπε να απαρνηθεί τον αδελφό, να τον φτύσει κατάμουτρα…

Η ζώνη δεν έλεγε να διαλυθεί… Με οποιαδήποτε αφορμή δεν έλεγαν να περάσουν από την πύλη… περίμεναν το θέαμα…

Εκείνη την ημέρα έπεσε το πρώτο χιόνι – λευκές, κατάλευκες νιφάδες…

Θαρρείς και το χιόνι ευλογούσε τη ζώνη… Η Ζώνη, νοτισμένη στο μαζούτ, την κηροζίνη και  ένας Θεός ξέρει τι άλλο, σαν να φόρεσε το λευκό της πέπλο… μικρές στρογγυλές νιφάδες έπεφταν, σαν μικρά μπαλάκια του πινγκ πονγκ.

Άξαφνα όλοι είδαν το σκιουράκι… το σκιουράκι πηδούσε από ένα το κλαδί στο άλλο. Κοιτούσε το πλήθος, ενώ το πλήθος το κοιτούσε. Όλοι άρχισαν αργά να πλησιάζουν το δέντρο, πάνω στο οποίο ήταν το σκιουράκι… Ήδη μερικοί σαν μαγεμένοι άρχισαν να σκαρφαλώνουν πάνω στον υγρό κορμό… Γλιστρούσαν πάνω στο λευκό χιόνι… γαντζώνονταν ξανά… κρεμιούνταν στα κλαδιά… μόλις όμως οι άνθρωποι έφταναν στο κλαδί, το σκιουράκι πηδούσε από το χαμηλό κλαδί πάνω στο χιόνι και με αθόρυβα άλματα έτρεχε προς το άλλο δέντρο…

Όλοι έπεφταν ταυτόχρονα από το πρώτο δέντρο, σα να ήταν κάποιοι θαυματουργοί, ώριμοι καρποί… Στο άλλο δέντρο, εκεί που πήγαινε το σκιουράκι, σκαρφάλωναν άλλοι, κρέμονταν από τα κλαδιά, προσπαθούσαν να πιάσουν το μεγάλο θηρίο… Το τρομαγμένο σκιουράκι έφτασε στην κορυφή του δέντρου και έκπληκτό κοίταζε πως όλοι πήγαιναν προς αυτό με τα χέρια προτεταμένα… το σκιουράκι έκανε ένα απεγνωσμένο άλμα και βρέθηκε πάνω στις νιφάδες που στροβιλίζονταν… και θαρρείς κι ήταν η Φούγκα του Μπαχ, τρέχοντας πάνω στα τσαλαπατημένα δρομάκια, προσπαθώντας να καταπνίξουν το εσωτερικό του πάθος…. Όλοι έτρεξαν προς το δέντρο για να πιάσουν το σκιουράκι… το σκιουράκι πέταξε κι όλοι έπεσαν από τα κλαδιά…. Και αυτό επαναλαμβανόταν διαρκώς… ξανά και ξανά… το σκιουράκι έπεφτε στη γη, μετά έτρεξε προς το φράχτη… και, σαν μπαλαρίνα με τα παπούτσια της, έτρεξε ισορροπώντας με τα μικρά του ποδαράκια πάνω στο συρματόπλεγμα για αρκετά μέτρα… κι εξαφανίστηκε… εκεί… στην ελευθερία… κάποιος φώναξε: «…Στην πλατεία!… κυλάει αίμα!…»

Στο λευκό πέπλο του χιονιού ήταν ξαπλωμένος ο νέος, ο αδελφοποιητός του δεσμοφύλακα…. είχε κόψει τις φλέβες του… μαύρο αίμα… κυλούσε σε ρυάκια που απομακρύνονταν από το πτώμα… και κατάτρωγε τις λευκές νιφάδες…

Ο αδελφός στεκόταν όρθιος πάνω από τον αδελφό του που πέθαινε.

Δύο χιλιάδες άνθρωποι κοιτούσαν σιωπηλά.

Μετάφραση από τα Ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©

 

Σεργκέι Παρατζάνοφ (1924 – 1990), ψευδώνυμο του Σαρκίς Παρατζανιάν. Αρμένιος σκηνοθέτης κινηματογράφου, σεναριογράφος και διανοητής.

Σπούδασε στο τμήμα τραγουδιού του Ωδείο της Τιφλίδας αλλά και στο Τμήμα Μηχανικών των σιδηροδρόμων της ίδιας πόλης. Το 1949 άρχισε να εργάζεται ως βοηθός σκηνοθέτη στα στούντιο Ντοβτζένκο του Κιέβου, όπου εργάστηκε μέχρι το 1960. Στη συνέχεια εργάστηκε στα κινηματογραφικά στούντιο της Αρμενίας και της Γεωργίας. Είναι απόφοιτος της Σχολής Κινηματογράφου της Μόσχας του 1951.

Μερικά από τα έργα του που τον κατέταξαν στην πλειάδα των μεγαλύτερων σκηνοθετών κινηματογράφου του 20ου αιώνα είναι «Οι σκιές των ξεχασμένων προγόνων» (1964), «Το χρώμα του ροδιού» (1967) κ.α.

Φυλακίστηκε σε στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων από το 1974 μέχρι το 1977 απ’ όπου απελευθερώθηκε μετά από παρέμβαση του Λουί Αραγκόν στον ίδιο τον Λ. Ι. Μπρέζνιεφ, πανίσχυρο γενικό γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης.

Μετά την απελευθέρωσή του εργάστηκε στα κινηματογραφικά στούντιο της Γεωργίας, στα οποία γύρισε την ταινία «Ο θρύλος του κάστρου Σουράμ», το  ντοκιμαντέρ «Αραβουργήματα σε μοτίβα του Πιροσμάνι». Το 1988 γυρίσε την ταινία «Ασίκ Κερίμπ» βασισμένη σε έργο του μεγάλου Ρώσου ποιητή Μιχαήλ Λέρμοντοφ.
Το 1989 ξεκίνησε να δουλεύει το σενάριο για την κινηματογραφική ταινία «Εξομολόγηση» μα τον πρόλαβε ο θάνατος, μετά από σύντομα μάχη με τον καρκίνο των πνευμόνων.

«Η λίμνη των κύκνων  – Η ζώνη» είναι ένα σενάριο που έγραψε μετά την αποφυλάκισή του το 1977 θέλοντας να δείξει με τη δική του ποιητική ματιά, τη ζωή στα στρατόπεδα καταναγκαστικών έργων της ΕΣΣΔ. Το σενάριο δεν έγινε ποτέ ταινία. Έμεινε όμως μέρος της πολύτιμης κληρονομιάς του καλλιτέχνη, εμπλουτίζοντας την παγκόσμια κουλτούρα με την ευαισθησία και την ευγένειά του.

Δημοσιεύτηκε στο #4 του περιοδικού “Στέπα”

(Visited 4 times, 1 visits today)
Close