Written by 5:53 pm Διήγημα

Σεργκέι Παρατζάνοφ Μινιατούρες

Ωδή στις τρίχες

ή η αφύπνιση

Μποτιτσέλι ! Λύκας Κρανάχ ! Ντομένικο Βενετσιάνο!

Οι τρίχες ανεμίζουν . . . Χρυσάφι στη γρήγορη ταχύτητα λήψης . . .Με ερωτεύονται, κι εγώ τις αναπολώ. . .

. . . Στη συνέχεια οι τρίχες στο μαξιλάρι μου . . .

Αθόρυβα γλιστρούν, σαν άμμος. Μπερδεύονται και αμέσως με γρήγορη ταχύτητα ξεμπερδεύονται . . .Είναι πολλές και είναι όλες δικές μου.

Στη συνέχεια προδοτικά αργά γλιστρούν και φεύγουν από μένα για πάντα.

Μετά από δέκα χρόνια στον ύπνο μου ένιωσα ότι είχα τρίχες στο στόμα μου. Σηκώνομαι. Ψάχνω στον γυμνό τοίχο το καρφί. Σώζω τις τρίχες . . . Φοβάμαι τόσο πολύ να τις χάσω.

Τυλίγω . . . Τυλίγω . . . Κοιμάμαι . . .

Πρωί, τοίχος γυμνός. Κρέμεται ένα σκουριασμένο καρφί . . . γυμνό . . .

 

Χιονοστρόβιλος

Χριστούγεννα. Χειμώνας. Κρεμλίνο. 1965 . . .

Οι κινηματογραφιστές δεν αγαπούν το θέατρο, κι εγώ, πρέπει, για το λόγο αυτό να μην έκατσα μέχρι το τέλος.

Εγκαταλείπω την αρχιτεκτονική, της οποίας είμαι σύγχρονος, και βγαίνω στην πλατεία . . . Στα χέρια μου κρατώ «Ξινόμουρο στη ζάχαρη», στην τσέπη μου – ένα ζεστό πορτοκάλι. Στα μαύρα παγωμένα δρομάκια έτρεχε, καλούσε ο χιονοστρόβιλος . . .

–  Ελάτε μαζί μου! Ελάτε μαζί μου!

Δε διακινδυνεύω. Θα πρέπει να κάνω κύκλο . . .

Κι ο χιονοστρόβιλος: «Ελάτε μαζί μου! Ελάτε μαζί μου!»

Γλίστρησε, ξεφεύγοντας από τη μαυρίλα, ο χιονοστρόβιλος … Κι εγώ πηγαίνω στο Κανόνι . . . Σήμερα είναι σκεπασμένο με ζάχαρη . . . Κι εκείνος που έχασε το γάντι κάτω από το κανόνι, κι εκείνο μαύρισε και πάγωσε . . . Κι η Καμπάνα είναι σκεπασμένη με ζάχαρη. Και ο Φρουρός είναι σκεπασμένος με ζάχαρη . . .Κι οι τσόχινες μπότες του είναι σκεπασμένες με ζάχαρη. Τα μάτια του είναι κλειστά. . . . Στο στήθος, κάτω από τη χλαίνη, τρανζίστορ, οι φρουροί στον πύργο και στο στήθος . . .

– Ελάτε μαζί μου, ελάτε . . .

Ο λευκός χιονοστρόβιλος, τρέχοντας στη μαύρη άσφαλτο πότε γλιστρώντας, πότε ξεφεύγοντας από την μαυρίλα της, το γάντι κάποιου, μαυρισμένο και παγωμένο κάτω από τον Τσάρο – κανόνι, «Ξινόμουρο στη ζάχαρη» στο χέρι και οι τοιχογραφίες στο θόλο της εκκλησίας, σκεπασμένα με χιόνι. Οι φρουροί, που χτυπούν στον πύργο του Κρεμλίνου και από το κρυμμένο στο στήθος κάτω από τη χλαίνη τρανζίστορ . . . Με έναν βόβμο ηχητικών και οπτικών εντυπώσεων μεταδίδεται η αλληλουχία του ζωντανού και του ακίνητου, του μαύρου και του λευκού, του απείρως μεγάλου και του απείρως μικρού . . .

 

Το δαχτυλίδι

 

… Η προϊσταμένη του ληξιαρχείου, με το δαχτυλίδι αρραβώνων πλάτους όση μία φάλαγγα του δαχτύλου, συνέτασσε τα έγγραφα των φίλων μου που παντρεύονταν . . .

Περίμενα το τέλος της τελετής . . . Πίσω από την πόρτα, ζεσταμένη με ανάσα, χτυπούσε η σφραγίδα του ληξιαρχείου . . . Ακούστηκε το σύρσιμο του υπηρεσιακού χαρτιού, κι εγώ κοιτούσα από το παράθυρο,  το περβάζι του οποίου ήταν λερωμένο από τα περιστέρια . . . Στο στήθος μου κρέμονταν δύο δαχτυλίδια αρραβώνων, τα οποία είχαν ρίξει στη τσέπη μου οι νεόνυμφοι . . .

Δεν σκεφτόμουν τίποτα και δεν ζήλευα κανέναν . . . Μπροστά μου είχα την Νοτρ ντε Νταμ στον πίνακα του Μονέ. Ο ήχος όμως της ηλεκτρικής σκούπας μ’ έκανε να επιστρέψω στο περβάζι. Νόμιζα πως μύριζε μπορς . . . Ψηλάφισα στο μέρος της καρδιάς τα δύο ξένα δαχτυλίδια . . Ένα … το δεύτερο δεν υπήρχε . . . Το έλεγξα ξανά – ένα … και μόνο ένα … Έψαξα στο χαλί . . .Τίναξα τα ρούχα μου. Το δαχτυλίδι έλειπε. Ένοχα κοίταξα στους ήδη παντρεμένους και τους έδωσα … ένα δαχτυλίδι.

Το δαχτυλίδι κροτάλισε, και έπεσε από το μεγάλο δάχτυλο. Η καθαρίστρια με την θορυβώδη ηλεκτρική σκούπα μας διαβεβαίωνε πως είναι τυχερό … Την κέρασαν γλυκίσματα από το κουτί, στο καπάκι του οποίου ήταν ζωγραφισμένος ένας έφιππος αταμάνος.

Θυμήθηκα τον θόρυβο αυτής της ηλεκτρικής σκούπας γιατί σήμερα, τυχαία, διάβασα στην εφημερίδα της συνοικίας μια ανακοίνωση για το διαζύγιο τους.

Από το #3 της Στέπας

Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης (С)

(Visited 1 times, 1 visits today)
Close