Written by 4:38 am Θεολογία

Νατάσα Κεσμέτη Ἀπό τά Ἐρωτήματα σέ Ἀνάλγητους Καιρούς

ἝκτηἙβδομάδα

                                                                                               

«Εἶναι ἡ δυστυχία μου πού εἶμαι ἐγώ». Ἔγραψε ἡ Βέϊλ. Καί ὅμως μποροῦσε νά ἀδιαφορεῖ γιά τόν ἑαυτό της. Σέ πόσες περιπτώσεις ἡ παράφραση τῆς πρότασής της ἰσχύει:

«Εἶναι ἡ δυστυχία μου πού δέν μπορῶ νά ἀδιαφορῶ γιά τόν ἑαυτό μου» !

Ὑπάρχει ὡστόσο κατά Θεόν ἀδιαφορία καί ἐμπαθής ἀδιαφορία, ὅπως ὑπάρχει κατά Θεόνλύπη καί ἐμπαθής λύπη; Ὁ Εὐάγριος ὁ Ποντικός μιλάει, μέ τρόπο πού ἀφήνει τόν ἀναγνώστη ἄναυδο, γιά τήν ἀδιαφορία – «τόν δαίμονα τῆς ἀναισθησίας» ὅπως τήν ὁρίζει. Γράφει:

«Ἐγώ φοβοῦμαι νά μιλάω γιά ἐκεῖνον πού κάνει τήν ψυχή ἀναίσθητη.(…) Τόν δαίμονα τῆς ἀναισθησίας τόν φέρνουν λογισμοί κενοδοξίας πού πολυκαίρισαν στήν ψυχή ( …) Στίς συμφορές τῶν ἄλλων καί στά βάσανά τους ἀπό ἀσθένειες ἤ στίς ταλαιπωρίες ὅσων εἶναι στίς φυλακές ἤ στόν αἰφνίδιο θάνατο ἄλλων , ἐξορίζεται  γιατί ἡ ψυχή συγκινεῖται καί κατανύγεται σιγά –σιγά καί ἔρχεται σέ συμπάθεια, καί διαλύεται τό πέτρωμα τῆς ψυχῆς…». Γιά νά προσθέσει παρακάτω: «…Ντρέπομαι καί τούς ἀνθρώπους νά λέω καί νά γράφω γι αὐτόν περισσότερα».

Ἡ ἀδιαφορία πάντως τῆς Βέϊλ γιά τόν ἑαυτό της, σήμαινε φροντίδα γιά τούς ἄλλους, κάτι πού πήγαζε ἀπό ἀνάγκη. Ἡ ἔννοια τῆς ἀνάγκης, ὅπως τή θέτει ἡ ἴδια, δέν εἶναι μιά κίνηση πρός τά «ἀντικείμενα». Ὁ πλησίον δέν εἶναι ἕνα εἶδος… «ἀντικειμένου» για ὐτήν. Ἡ ἀνάγκη τῆς Βέϊλ εἶναι ὑποταγή, δεκτικότητα, μιά  «δράση ἀδρανής».

«Ἄν ἡ aἰώνια σωτηρία μου βρισκόταν σ’ αὐτό τό τραπέζι μέ τή μορφή ἑνός ἀντικειμένου καί θά μοῦ ἔφτανε ν’ ἁπλώσω τόχέρι γιά νά τό πιάσω, δέν θ’ ἅπλωνα τό χέρι χωρίς νά ἔχω λάβειγι αὐτό ἐντολή».

Οἱ περισσότεροι δέν θά προτιμούσαμε νά ὁρμήσουμε, χτυπώντας μάλιστα ὁ  ἕνας τόν ἄλλο ἤ καί ἀλληλοφονευόμενοι,  γιά νά ἁρπάξουμε τήν σωτηρία μας; Ἀλλά ἴσως τό δράμα μας βρίσκεται στήν ἀναζήτηση ἀντικειμένων, στή λατρεία τῶν ἀντικειμένων καί στό γεγονός  πώς  βλέπουμε  τό κάθε τι  ὡς  ἀ ν τ ι κ ε ί μ ε ν ο .

Ἐντελῶς ἀντίθετα πρός αὐτή τή ροπήτό Εὐαγγέλιο τονίζει πώς θά κριθοῦμε γιά τήν προαίρεση μας κι ὄχι γιά τά ἔργα μας, δηλαδή γιά τό πλῆθος τῶν ἀντικειμένων τῆς δράσεώς μας πού θά προσκομίσουμε. Ἡ Βέϊλ πάλι λέει:

«Κάθε ἔργο νά τό ἐξετάζουμε ὄχι ἀπό τήν ἄποψη τοῦ ἀντικειμένου, ἀλλά τῆς παρόρμησης. Οὔτε: γιά ποιόν σκοπόν; Ἀλλά: ἀπό ποῦ ἔρχεται αὐτό;»

Αὐτή εἶναι μιά πλήρης νοητική στροφή. Δέν ρωτάει: ποιό εἶναι τό νόημα ἤ πρός τί; Ἀλλά: ἀπό ποῦ πηγάζει αὐτό τό νόημα; Ἀναζητάει πάντα τήν πηγή.

 Στήν δεκαετία τοῦ 1970, σ ἕνα δοκίμιό του γιά τήν «Τύχη τοῦ Χριστιανικοῦ Πολιτισμοῦ» ὁ Εὐγκένι Μπαραμπάνωφ  ἔγραψε:

Μυστήριο δέν εἶναι μόνο ἡ θεία λειτουργία καί ἡ ἐνατένιση, μυστήριο εἶναι καί ἡ ἴδια ἡ ἀνέγερση τοῦ Ναοῦ. Τά χρονικά ἀφηγοῦνται ὅτι, ὅταν κτιζόταν ὁ ναός τῆς Θεομήτορος στήν Σάρτρ, οἱ πλούσιοι ζεύονταν μαζί μέ τούς ἀγρότες στά καροτσάκια πού ἔφερναν τά οἰκοδομικά ὑλικά. Καί κανείς δέν τολμοῦσε νά ἀγγίξει τήν πέτρα πού ἀνῆκε στήν Θεοτόκο, ἄν προηγουμένως δέν εἶχε ἐξομολογηθεῖ καί δέν εἶχε συμφιλιωθεῖ μέ τούς ἐχθρούς … Μήπως ἡ μεγαλειώδης ἁρμονία τοῦ Ναοῦ ὀφείλεται στήν ἐθελοντική καί ἀνώνυμη αὐτή θυσία;

Ἀκόμη μιά λέξη πού δέν ἐμπιστευόμαστε καθόλου καί πού μᾶς τρομάζει. Μᾶς ἔχουν ζητηθεῖ τόσες «ἀνώφελες θυσίες» …

Ἄν ὅμως ἡ θυσία σχετίζεται μέ τήν πηγή τῆς προαίρεσης, τότε  μένει ἔδαφος γιά νά ὑψωθοῦν ἐρωτήματα ἤ μᾶλλον ἔργα;

Ἀκόμα κι ἄν πρόκειται γιά μεταφορά μικρῶν λίθων … Αὐτό θά ἀπαιτοῦσε τό ὅραμα ἑνός ἀρχιτεκτονήματος κι ἀκόμα περισσότερο τό Βλέμμα ἐκεῖνο γιά τό ὁποῖο ὁ Μπαραμπάνωφ ἐπικαλέσθηκε στό ἴδιο δοκίμιο τόν Ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή:

Νά βλέπει κανείς τόν κόσμο «μέ τό βλέμμα τοῦ Θεοῦ» μ’ ἐκεῖνο δηλαδή τό ἀκέραιο βλέμμα πού ἀποκλείει τίς ἀποσπασματικές ἀπόψεις. Αὐτό πού οἱ χριστιανοί ἀσκητές ὀνόμαζαν «μοναδικό ὀφθαλμό».

Μαθημένοι νά θεωροῦμετό βλέμμα αὐτόἀνακριτικό, ἐχθρικό, καταδιωκτικό, ἐπαπειλητικό ποινῶν, καί ταυτόχρονα ἐθισμένοι στήν νεωτερική αὐτονόμηση πού ἐξελίχθηκεστήν μετανεωτερική ἀποσπασματικότητα – στήν ἐξύμνηση τῆς θραυσματικότητας γιά κάθε ὄψη, κάθε λειτουργία, κάθε ἔκφανση  τῆς ζωῆς, σέ μιά προσπάθεια νά περισώσουμε κάτι ἀπό μιά χαμένη συνοχή, ἔστω καί ὑπό τήν μορφή ἐρειπίου, μᾶςεἶναι δυνατό λοιπόν νά διακρίνουμε ἀκέραιη ἀγάπη γιά τήν σύνολη ζωή σ’ αὐτό τό βλέμμα; Ἀκέραιη ἀγάπη δίχως καθόλου ὅρια;

Μᾶςεἶναι δυνατό νά ἀναγνωρίσουμε πώς ὁ ἄρτος μας εἶναι μεταλλαγμένα ξυλοκέρατα καί πώς πείθοντας τόν ἑαυτό μας ὅτι τρεφόμαστε μέ ἀμβροσία αὐτοπροσδιορισμοῦ καί ἐλευθερίας, περιμένουμε ναρκωμένοι ἀπό τοξική ἀδράνεια τό τέλος μας;

*Ἐκδ. Παρασκήνιο, 2018, Σειρά Δίθυρον, ἀρ.6 .Ὑπεύθυνοι: Α.Κ.Χριστοδούλου & Γιάννης Πατίλης

 

(Visited 1 times, 1 visits today)
Close